Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008
Αναπαλαίωση φθινοπώρου
Μας τσάκωσε το φθινόπωρο κολλημένους με τα καλοκαιρινά, μας τσάκωσαν και οι ρασοφόροι κολλημένους με την ευρωπαϊκή αυταπάτη.
Άσχετο, αλλά συνέπεσε. Νομίζαμε ότι άλλαζε το κλίμα και δεν θα ξαναβρέξει ποτέ το Σεπτέμβρη, μόνο σύντομες τροπικές μπόρες θα ρίχνει. Τις γνήσιες φθινοπωρινές τις είχαμε κατατάξει στις αναμνήσεις τις ανεπανάληπτες. Επίσης νομίζαμε ότι ζούμε σε χώρα ανεπτυγμένη, προοδευτική, δημοκρατική, είχαμε πιστέψει τα μπλαμπλά τόσα χρόνια. Ότι ανήκαμε στη Δύση, το λέγαμε και το διαλαλούσαμε κι εκείνον τον Χάντινγκτον που μας έβαλε ανατολικά τον πήραμε με τις πέτρες. Κι όμως κάτι ήξερε αυτός κι οι άλλοι οι νεορθόδοξοι και παλαιορθόδοξοι που επέμεναν ότι όχι, Ανατολή είναι εδώ. Άπω Ανατολή, συνέχεια της δυναστείας των Μακεδόνων που είχε καταλάβει την Περσία, νυν Ιράν. Συνήλθαμε.
Το φθινόπωρο ξαναγύρισε, και η ιδιαιτερότητα αποκαλύφθηκε πιο ιδιαίτερη από ποτέ. Μερικοί λένε πως το ήξεραν, ότι οι μονές διεκδικούν οικόπεδα, εκτάσεις, δάση και βουνά, ότι μας αγοράζουν και μας πουλάνε, ότι μετράνε τα χρυσόβουλα και τα φιρμάνια τους- αφορολόγητα- σα να μην πέρασε μια μέρα από την οθωμανική περίοδο. Αλλά δεν μας έλεγαν τίποτα, το κρατούσαν μυστικό να μην πληγωθούμε; Στο σχολείο που διδάσκονται όλα, γιατί δεν το γράφει πουθενά ότι αυτή η χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ανήκει τελείως στον εαυτό της, είναι συνιδιοκτησία; Οι μονές διεκδικούν τις στεριές και τις θάλασσες.
Ορίστε, όποιος θέλει επανάσταση, ας ξανακάνει εκείνη την ίδια, του ΄21, δεν ολοκληρώθηκε ακόμα. Μπορεί να περνάει από τα κομπιούτερ, από το Κτηματολόγιο, δεν ξέρω. Εδώ σας θέλω κόμματα και πολιτική βούληση. Το ξαφνικό φθινόπωρο ίσως είναι το τελευταίο πριν αλλάξει το κλίμα, θα περάσει και θα φύγει. Οι ρασοφόροι φαίνονται πιο μαχητικοί από ποτέ.
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Φτιάξε μου τη μέρα
«Έμεινα έγκυος από τον νέο και φτωχό, αλλά θα το φορτώσω στον γέρο και πλούσιο». Και πολύ καλά θα κάνεις δικιά μου...
Άνοιξε το τριώδιο, δηλαδή τα πρωινάδικα και τα μεσημεριανά των σταθμών, και ο εμβολιασμός του γυναικείου πληθυσμού με ενεργά βλακοβακτηρίδια καλά κρατεί.
Κοιτάζω αυτή την αυλή των θαυμάτων και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Άξεστα δεσποινάρια που δεν ξέρουν πού τους πάνε τα τέσσερα και κωλοπετσωμένες τηλεοπτικές κυράδες με «πείρα ζωής» κανοναρχούν το γυναικείο κοινό αποβάλλοντας ρήματα ατόφιας κατινιάς και αναισθησίας.
Οφείλω να ομολογήσω ότι, έστω κι έτσι, δεν τους λείπουν πάντως τα επιχειρήματα. Ένας «καλός γάμος» κι ένα αποδοτικό διαζύγιο είναι, ως φαίνεται, το άπαν για τα σύγχρονα κορίτσια που ξέρουν το συμφέρον τους. Κι όπως ο έρωτας περνάει αναγκαστικά από το στομάχι, υπάρχει πάντα και η «στήλη» της μαγειρικής για να πέφτουν κοψίδια, μαντζούνια και αγαποβότανα από το τσουκάλι κατευθείαν στην κοιλίτσα και στις εξετάσεις αίματος του μπιπ. Ήθελές τα κι έπαθές τα, μεγάλε...
Και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Οι εκπομπές για κυρίες, ει δυνατόν άεργες, είναι η πιο δοκιμασμένη ελληνική τηλεοπτική συνταγή με παρελθόν που μετράει κιόλας δεκαετίες. Μιάμιση γενιά γυναικών εξέθρεψε και διαμόρφωσε η τηλεόραση«τσατσά». Λίγο αργά για να εγερθώ και να ανησυχήσω. Οπότε, κάνω την πάπια και το βουλώνω
Μέχρι τα τριάντα
Μέχρι τα τριάντα δικαιολογείσαι να είσαι περιφερόμενος με το μπλοκάκι, ελεύθερος επαγγελματίας, χαρίζοντας κυρίως την ελευθερία στους εργοδότες δηλαδή, να μη συνάπτουν δεσμό μισθωτής εργασίας μαζί σου. Μέχρι τα τριάντα μπορείς να μένεις και με τους γονείς σου, αν θέλεις. Το κράτος σού αναγνωρίζει το δικαίωμα να υπάγεσαι στην κατηγορία των Ελλήνων πολιτών. Οι Έλληνες πολίτες δικαιούνται να φορολογούνται ανάλογα με τα εισοδήματά τους, και η πολιτεία υποχρεούται να κάνει ό,τι μπορεί για να μην αλλοιώνει αυτή την ισότητα.
Είσαι συνταγματικά κατοχυρωμένος, αλλά μέχρι τα τριάντα. Θες να κάνεις μεταφράσεις, να συνεργάζεσαι με θέατρα, με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, με εκδοτικούς οίκους, να είσαι γραφίστας, καλλιτέχνης, δημοσιογράφος; Επιμένεις, σ΄ αυτή την ηλικία; Δεν κουράστηκες ακόμα, δεν βαρέθηκες; Δεν μπόρεσες να πείσεις κάποιον εργοδότη να σε κάνει αληθινό μισθωτό; Να είχες τουλάχιστον πλουτίσει... Ή να είχες εγκαίρως καλογερέψει, να είχες χτίσει τη μοναστική καριέρα σου... Μήπως μένεις με τους γονείς σου ακόμα, αντί να έχεις γίνει εσύ γονιός τριών παιδιών; Γιατί υπάρχει κι αυτή η τελευταία προσφορά. Χρειάζεται να αλλάξεις ζωή κάπως απότομα, με τρία παιδιά δεν μπορείς να είσαι διαθέσιμος στην πιάτσα, αλλά τουλάχιστον συνεχίζεις να υπάγεσαι στην κατηγορία των Ελλήνων πολιτών, που απολαμβάνουν την προσπάθεια της πολιτείας να επιβάλει φορολογική ισότητα θεσπίζοντας το αφορολόγητο όριο. Έστω κι αν εσύ ξεπεράσεις κάποια όρια αντοχής και λογικής.
Θα ζεις το μεγαλείο της προσφοράς στην οικογένεια, θα μπορείς κι εσύ να κρατήσεις στο σπίτι τα παιδιά μέχρι τα τριάντα. Αν πάλι δεν καταφέρνεις τίποτε από αυτά, τότε ποιος σου φταίει; Η πολιτεία κάνει μια διακριτική υπόμνηση των ηθικών της αξιών. Αν δεν τις δέχεσαι, θα πληρώνεις χίλια ευρώ τον χρόνο. Υπάρχουν και χειρότερα, μην παραπονιέσαι.
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008
Μις Σεπτέμβριος
Συγνώμη, φεγγαράκι, ήταν μια κακή μέρα η χτεσινή. Και η προχτεσινή. Οχι, δεν έχουμε τίποτα, μια χαρά είμαστε από υγεία, μην ανησυχείς. Γιατί χαθήκαμε; Πού να στα λέω. Ή, μάλλον, περίμενε καλύτερα να στα πω.
Μην κατεβάζεις τα μούτρα σου. Το ξέρεις ότι είσαι η αγαπημένη μου πανσέληνος, εσύ, γλυκιά Μις του Σεπτεμβρίου, απείρως καλύτερη από τη σταρ αδελφή σου (την υπερεκτεθειμένη σελήνη του Αυγούστου)... Το καλύτερό μου να σε πετυχαίνω στα μισά μιας διαδρομής σκοτεινής με βαρκάκι μεσοπέλαγο, αραχτή σε νησί που το εγκατέλειψαν οι παραθεριστές. Κάτω σου, στήνω ολονυχτίες με ποτά και τραγούδια, μέχρι να δύσεις, παρσέρνοντας μαζί σου το τελευταίο ίχνος καλοκαιριού.
Αλλά τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην πόλη ήταν αφόρητα. Τρεχάματα, λογαριασμοί, φωνές, ντεσιμπέλ, σε ξέχασα. Και παρά το γεγονός ότι δύο φορές νίκησες τα σύννεφα και κατάφερες να λάμψεις ολοστρόγγυλη και προκλητική μετά την απογευματινή βροχή, πάλι δεν σε πρόσεξα. Δύο νύχτες κράτησες, αλλά ήμουν τρομερά εξαντλημένη για να σε απολαύσω, πόσω μάλλον για να σε τιμήσω με μια ταρατσάδα, μια ρομάντζα, ένα κρασί.
Μόνο προχτές τη νύχτα, κόλλησα το πρόσωπό μου έξω από το παράθυρο, ανάμεσα σε τηλεφωνικά ραντεβού, ποταμούς από e-mails, ορυμαγδούς από φήμες σκανδάλων, ιερών μεσιτειών και υπουργικών ασυμβιβάστων.
Ετσι όπως ήμουν με τις πυτζάμες, πριν από τον ύπνο, κατάφερα και σε κοίταξα. Ησουν πάντα ωραιότερη, πιο χρυσή, θερμή και μεγαλοπρεπής από κάθε άλλη σου αδελφή Πανσέληνο. Αυτό ήταν. Δεν είχα άλλο χρόνο. Ούτε κι εσύ άλλωστε για μένα, αφού πήγαινες προς τη δύση σου, παίρνοντας οριστικά μαζί σου το καλοκαίρι.
Σόρι, φεγγαράκι, που κατρακύλησες τόσο χαμηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων μου (να ειδοποιήσω τον ηλεκτρολόγο, να πάρω τον παιδίατρο, να βράσω τα μπρόκολα, να δω την Πανσέληνο) Υπόσχομαι του χρόνου να επανορθώσω...
Το τρίγωνο του φτωχοδιαβόλου
Αν κοιτάξεις ψηλά, θα δεις τις πανάκριβες οικιστικές τούφες της πόλης, τα λοφτ της μεταβιοτεχνικής εποχής, στιλάτα στέγαστρα με θέα την Ακρόπολη. Αν είσαι τυχερός, μπορεί να δεις και λίγο ήλιο. Αν κοιτάξεις μπροστά σου, θα δεις ξεφλουδισμένους τοίχους, μισογκρεμισμένα παράθυρα, πόρτες που στέκονται με το ζόρι, μαραζωμένα ξενοδοχεία με λιγδιασμένες κουρτίνες να κυματίζουν στο αεράκι του Σεπτεμβρίου. Θα δεις ανθρώπους που σε κοιτούν επίμονα ή και ύποπτα. Αλλους να προσπαθούν να σου πουλήσουν γυαλιά ηλίου και ζώνες με μεγάλες αγκράφες που γράφουν Φερέ, Γκούτσι και Γιουνάιτεντ Κόλορς οφ Μπένετον. Θα δεις κάποιες κοπέλες, μελαψές, με όμορφα μεγάλα μάτια, κατακόκκινα χείλη, κι ας είναι μέρα μεσημέρι, με τσαλακωμένες μίνι φούστες και καλσόν με τόσες τρύπες, σαν δίχτυ που το 'χουν φάει τα ψάρια. Παραδίπλα, ο νταβατζής περιμένει, μελαψός κι αυτός. Και αν χαμηλώσεις κι άλλο το βλέμμα σου, θα δεις πεταμένους ανθρώπους σε πεζοδρόμια και σκαλοπάτια, μόνο λευκούς.
Οικογένειες μεταναστών ζουν κι εργάζονται στους δρόμους του ιστορικού κέντρου. Μέσα σε βία, ναρκωτικά, πορνεία
Αγόρια και κορίτσια, σαν χρησιμοποιημένες χαρτοπετσέτες μέσα σε σακούλα σκουπιδιών. Με σύριγγες, σβησμένες φωνές, βλέμματα καρφωμένα στο πουθενά, ή μάλλον στο τέλος. Και παντού γύρω σου μια ανάκατη μυρωδιά από ανθρωπίλα, βενζίνη, κάτουρα και βαριές σάλτσες από τα ανατολίτικα μαγέρικα. Ξαναφέρνεις το βλέμμα από πάνω μέχρι κάτω. Σ' αυτό που λέμε τρίγωνο της Γερανίου, της Σοφοκλέους και της Πειραιώς, ο διάβολος είναι ο μοναδικός μόνιμος κάτοικος που ζει χωρίς παράπονο...
Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008
Στην υγειά μας, αλλά με ρέγουλο
Ήπια «λίγο» παραπάνω. Κι έγινα... ντίρλα, λένε. Το πόσο λίγο ήταν αυτό το «λίγο», το στριγκλίζει το ξυπνητήρι μου δείχνοντας 0.7.00. ΟΚ, 07.00, αλλά ποιας μέρας (ή μήπως νύχτας;). Ψάχνω το κεφάλι μου κάτω απ΄ τα ιδρωμένα μαξιλάρια και τα ανακατεμένα σεντόνια. Το βρίσκω λίγο λίγο μαζί με ένα αμυδρά δυσάρεστο συναίσθημα ότι το κεφάλι αυτό δεν είναι τόσο δικό μου όσο ήταν πριν το «μαρινάρω» στη βότκα. Και ναι, αρχίζω να θυμάμαι. Η νύχτα. Το μπουκάλι (φινλανδικό ή ρωσικό ήταν;). Το ποτήρι κι έπειτα άλλο ποτήρι και κουβέντα, κι άλλο ποτήρι που φέρνει και την άλλη κουβέντα (την «θα πω και μια κουβέντα παραπάνω»), και κουβέντα στην κουβέντα, «ξέρασα» όλα όσα δεν έπρεπε να ξεράσω (και τη βότκα, που έπρεπε να την ξεράσω, την άφηνα να κυκλοφορεί μέσα μου και να με σπρώχνει να ανοίγω το στόμα μου για να μιλήσει εκείνη η Άλλη, που όταν εγώ ανοίγω το στόμα μου εκείνη δεν ξέρει πια τι λέει).
Και γίνεται της καραπόρνης!«Μα δεν ήθελα να πω ακριβώς αυτό»... «Μα δεν κατάλαβες γαμώτο, δεν εννοούσα αυτό βρε παιδί μου...»...
Τίποτα! Δεν έπειθα ούτε εμένα. Είχα μιλήσει! Είχε μιλήσει Εκείνη. Έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται. Και η αλήθεια είναι πως δεν πολυθυμάμαι. Αλλά και τι μπορώ να κάνω τώρα; Όταν φωνάζει ο νοικοκύρης, ο κλέφτης ξέρει ότι είναι από φόβο. Το πρόβλημα τώρα είναι ότι πολλές φορές όταν μιλάει εκείνη, κι αφού έχει μιλήσει εκείνη, δεν ξέρω ποια ούτε ποιος είναι κλέφτης ούτε ποιος είναι νοικοκύρης. Η βότκα; Η αφορμή! Η ευκαιρία- κάθε τόσο να κλέβει ο ένας μας εαυτός από τον άλλο. Λοιπόν, για να καταλήξω: όταν θα ανοίξω το μπουκάλι της vodka ξανά- θα αργήσει αυτό μάλλον- θα αισθάνομαι ένα δέος. Έναν σεβασμό. Μπορεί και λίγο φόβο. Άντε στην υγειά μας. Αλλά με ρέγουλο.
Σας αρέσουν τα αδέσποτα;
Σαν υπερφυσικά παιδιά που ξυπνάνε απότομα τη νύχτα και περιφέρονται μισοκοιμισμένα μοιάζουν οι τρόφιμοι της πλατείας Εξαρχείων, παιδιά που φωνάζουν, τα πρόσωπα που μόλις είδαν στο όνειρό τους με αφύσικα δυνατή φωνή. Σα να ζητάνε απελπισμένα τη μαμά τους, που δεν ακούει, αλλά επιμένουν μήπως κάποια άλλη μαμά τα λυπηθεί, έτσι εξαθλιωμένα που είναι. Βρίζουν τον φίλο τους άδικα, μόνο και μόνο για να μπορέσουν να βρίσουν κάποιον. Κλωτσάνε άδεια μπουκάλια νερού που πέταξαν οι ίδιοι πριν από λίγο, και πάλι βρίζουν και σκοντάφτουν επάνω τους, σα να είναι τοίχος ενός σπιτιού που φαντάζονται ότι βρίσκονται, με ψηλούς τοίχους. Έχουν φτιάξει κάτι σαν κόσμο δικό τους, ένα είδος σκηνής με κερκίδες τα γύρω καφενεία, τα μπαλκόνια, την πόλη, και παίζουν ό,τι έργο τους έρθει στο μυαλό εκεί πέρα, κείμενα σε αυτόματη γραφή, αυθόρμητα παραληρήματα. Κι ο Δήμος Αθηναίων τους φύτεψε για συντροφιά ένα από εκείνα τα ηλεκτρονικά πανό όπου με κόκκινα ψηφιακά γράμματα απευθύνεται στους πολίτες και τους ενημερώνει. Ήταν κάτι που έλειπε από τη ζωή μας, αυτά τα μαύρα κουτιά στις ωραίες μας πλατείες. Αυτό είναι το πιο βρωμερό της Αθήνας και γράφει:
«Ημέρα προστασίας αδέσποτων ζώων- γράφουν τα κόκκινα γράμματα. Υιοθέτησε κι εσύ ένα αδέσποτο ζώο. Διάλεξε ένα που να σου αρέσει και προστάτεψέ το». Και πάει το βλέμμα από τη φωτεινή προτροπή στα δυστυχισμένα πλάσματα της πλατείας, τα χαμένα στον απρόσιτο κόσμο τους ανθρώπινα πλάσματα, και λες, πώς το σκέφτηκε και το συνδύασε. Τόση αβάσταχτη ειρωνεία σε αυτές τις φράσεις, τόσος χλευασμός για ζώα και ανθρώπους, για την έννοια της προστασίας και της υιοθεσίας δεν μπορεί να είναι τυχαία. Τα λατρεύει τα αδέσποτα ζώα ο Δήμος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)