Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

«Το φτωχό μου το μυαλό»

Αν έπαιζα στις αγορές θα είχα χρεοκοπήσει. Οχι τώρα, που γίνεται ο κακός χαμός. Θα είχα βαρέσει κανόνι όταν όλοι έβγαζαν λεφτά, ακόμα και οι αδέσποτες γάτες. Τόσο άσχετος είμαι. Παρ όλα αυτά θα υπερασπίζομαι μέχρι θανάτου να έχω «άσχετες» απορίες και να τις διατυπώνω δημοσίως. Παράδειγμα: Γιατί στον διάβολο πέφτουν οι τιμές του πετρελαίου (μη σας πω κατρακυλάνε) και εμείς το πληρώνουμε ακριβότερα απ όσο πέρυσι τέτοια εποχή; «Δεν ξέρεις, είσαι άσχετος», μου λένε οι συνάδελφοι των οικονομικών στηλών. «Δεν ξέρεις εσύ, φιλε μου, είσαι καλλιτέχνις», μου λένε οι μάστορες που φέρνουν το καύσιμο. Ε λοιπόν, εγώ θα ρωτάω. Επειδή όσο και να με μπουρδουκλώσεις με λογιστικά, «στο φτωχό μου το μυαλό» η αλήθεια είναι μία: Ενα βασικό αγαθό φτηναίνει, αλλά για μας ακριβαίνει. Και θα επιμένω. Και θα ρωτάω. Και θα γκρινιάζω. Δεν βλέπω άλλωστε να φτωχαίνει το μυαλό μου, αλλά η τσέπη μου. «Το φτωχό μου το μυαλό» είναι αυτό που με βαστάει στα πόδια μου. Που με βάζει να υπάρχω, να κινούμαι, να δουλεύω. Να διαπραγματεύομαι και να κερδίζω χρήματα, τα οποία ξοδεύω για να πληρώσω είδη και υπηρεσίες σαν αυτές που «έξω φτηναίνουν, αλλά στην Ελλάδα ποτέ». Με «το φτωχό μου το μυαλό» πορεύομαι, αποφασίζω, και επίσης, μία στις τόσες, όταν με καλούν στο πάρτι, ψηφίζω. Οχι, θα ρωτάω. Και θα γκρινιάζω. Και θα θυμώνω. Ειδικά όταν δεν φτάνει που μου κάνουν τη χοντράδα με την ακρίβεια, με προσβάλλουν κι από πάνω, θεωρώντας με πολύ απλοϊκό άνθρωπο που αδυνατεί να «κατανοήσει σύνθετες οικονομικές παραμέτρους που οδηγούν σε τέτοια φαινόμενα». Κοινώς, σκάσε και πλήρωνε, ή πλήρωνε και μη ερεύνα. Ε λοιπόν, σας ενημερώνω ότι «το φτωχό μου το μυαλό» τα χει πάρει... στο κρανίο!

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Πόσο πάει η ανάγκη για δημιουργία;

Μικρος ήμουν αδύναμος στο σχολείο και το ΄φερα βαρέως. Κάθε φορά που η πίεση έφτανε στο απροχώρητο, έβγαζα τα πινέλα μου στη φόρα και χωνόμουν σε έναν δικό μου «χώρο» όπου ο χρόνος δεν είχε λεπτά, μόνον ώρες. Φυσικά ζωγράφιζα καλά. Πάρα πολύ καλά (για την ηλικία μου). Και το ΄ξερα από νωρίς ότι διέθετα το χάρισμα. Και οι δικοί μου το ήξεραν- αλλά μάλλον τους έφερνε αμηχανία το γεγονός. Ζωγράφος; Καλλιτέχνης; Πφφφφ. Με το που βγήκε η πάνα βρακάκι και τέλειωσε και το μπιμπερό, άρχισε να σχηματίζεται αργά αργά και σταθερά η γκαρνταρόμπα του... γραμματέα. Του τραπεζικου υπαλλήλου. Του υπαλλήλου γενικά. Γιατί όλα αυτά, όπως καταλαβαίνετε, είναι σταθερά επαγγέλματα, έχουν μηνιάτικο, έχουν δώρο Πάσχα, έχουν σύνταξη. Έχουν και σύζυγο σοβαρή. Εκείνοι (και δεν μιλάω μόνο για τους δικούς μου) ήταν τα παιδιά του πολέμου, της φτώχειας. Της ανάκαμψης. Και της ανάπτυξης. Ήθελαν συγκεκριμένα πράγματα για τα παιδιά τους. Ήθελαν ασφάλεια. Και αφθονία αγαθών. Αυτά τα τελευταία, ανακατωμένα με δόσεις ιδεολογίας. Όχι πολύ γερή δόση όμως- μην τρελαθούμε κιόλας και πάρουμε τα βουνά. Τόση όση χρειάζεται κανείς για να είναι καλά. Να είναι άνετα. Καταλαβαίνετε, μέσα στα πράγματα και ταυτόχρονα απ΄ έξω. Να έχει έναν- έστω μικρό- προβληματισμό την ώρα που βρίσκεται μπροστά στο ράφι και πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε 45 μάρκες απορρυπαντικών. Κάθε λεκές και το απορρυπαντικό του - πώς θα γίνει! Κάθε φαΐ και η μουστάρδα του. Και το τζιπ (στην πυλωτή) με leasing. Είναι κακό αυτό άραγε; Ενοχλεί σε τίποτα; Ενοχλεί να βγάζεις πολλά και να τρως περισσότερα; Τo σίγουρο είναι ότι κάτι στράβωσε στον δρόμο κι από ΄κεί που το «πακέτο» ήταν λειτουργικό γιατί αγόραζε τα πάντα, ξαφνικά ο βασιλιάς έμεινε γυμνός. Και- το χειρότερο- το ταμείο είναι άδειο. Πόσο πάει παρακαλώ η ανάγκη για δημιουργία; Ο έρωτας; Η φιλία; Η τρέλα τού να ανακαλύψεις τον δικό σου βηματισμό; Η χαρά να τον μοιραστείς με τους «δικούς» σου ανθρώπους; Πόσο πάει η ικανοποίηση που σου δίνει μια χρωματιστή πινελιά που δεν έχει τη φιλοδοξία να γίνει έργο τέχνης; Η ηρεμία και η πληρότητα μιας δουλειάς που σου αρέσει; Μπορώ να τη βρω αυτή τη χαρά και να τη μεταφέρω στο δικό μου παιδί; Να το κάνω- απλά- να θέλει κάτι; Να το θέλει πολύ όμως! Αν ήξερε πόσο ωραίες ήταν εκείνες οι «άχρονες» ώρες που μύριζαν μπογιά και φευγιό. Αν το ΄ξερα κι εγώ τότε...

Κρίση ρομαντική

Α, να ήταν απλώς μια στάση η κρίση αυτή, μια ευκαιρία για ενδοσκόπηση και περισυλλογή, για αυτογνωσία. Να μπορούσαμε απλώς να πάρουμε μια ανάσα στην τρελή ζωή, να πούμε για σιγά, πού πάμε, μήπως ήρθε η στιγμή να αναθεωρηθεί το μοντέλο ανάπτυξης, να φροντίσουμε τον πλανήτη; Να κάναμε λίγο κράτει απλώς στο σούπερ μάρκετ και στις άλλες καταναλωτικές συνήθειες, να ανοίγαμε και την ντουλάπα να κοιτάξουμε τα ρούχα μας ξανά, να τα χαϊδέψουμε λίγο, να δούμε μήπως τους δοθεί καινούργια δυνατότητα να μας ντύσουν, ας είναι παλιά, μήπως αναβαθμίζονται; Και να μαγειρεύαμε ξανά λίγα όσπρια, τα τρώει και η Μαντόνα! Να επανεξετάζαμε λέει τις επιθυμίες μας και να τις κάναμε πιο φυσιολατρικές, τι καλύτερο; Και να μπορούσαμε να πιστέψουμε όλους αυτούς που αισιόδοξα θα αναγγείλουν ότι όλα αυτά θα συμβούν, κι όχι τους άλλους που προβλέπουν καταστροφές και δυστυχίες. Να ήμασταν σίγουροι ότι δεν είναι παρά μια τιμωρία του θανάσιμου ελαττώματος της απληστίας αυτή η κρίση, σαν καλοί χριστιανοί που επωφελούνται από τα συμπεράσματά τους και αμέσως στρέφονται στην αρετή και αναγνωρίζουν τις χαρές της στέρησης. Καλά θα ήταν. Εδώ στην Αθήνα θα το γιορτάζαμε με μια εκδρομή στην Πάρνηθα, πάνδημη, να τη δούμε να πρασινίζει. Μη σας πω ότι θα αναπέμπαμε και ύμνο στον Απόλλωνα, τώρα που του έχουμε πάρει το κολάι. Τι άλλο θα θέλαμε αν βλέπαμε ξανά το ωραίο της δάσος; Ακόμα και οι Τράπεζες θα επέστρεφαν στον Αλογοσκούφη τα 28 δισ.. Στη φύση ξανά, μαζί με τον Αιμίλιο του Ρουσώ, πιστοί στην καλή και αγαθή πάστα του ανθρώπου... Λες και η απληστία γεννήθηκε με τον καπιταλισμό, δεν υπήρχε πριν σε αυτό τον κόσμο. Αχ να το πιστεύαμε, καλά θα ήταν!

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

Χρημα

Να το ρίξουμε... ... στον Ντίκενς, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε; Ο μεγάλος συγγραφέας ήξερε καλά να βάζει δύσκολα ερωτήματα κι ακόμη καλύτερα να αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις. Κάπου στην αρχή... ... του «Ντόμπι και υιός», ο μικρός κι αϊτομάτης Πολ Ντόμπι ρωτά: «Μπαμπά, τι είναι χρήμα;». Και μαθαίνει πως χρήμα είναι «το χρυσάφι, το ασήμι κι ο χαλκός, οι γκινέες, τα σελίνια και οι πένες». Όμως για τον πατέρα του, έναν πλούσιο επιχειρηματία, το χρήμα είναι κάτι άλλο: «Μέσο κυκλοφορίας, νόμισμα, ισοτιμίες, χρηματιστηριακή αξία πολύτιμων μετάλλων». Για τον ίδιο τον Ντίκενς, το χρήμα ήταν κάτι παραπάνω: κάτι που μπορούσε να ενώνει αλλά και να χωρίζει τους ανθρώπους, να τους κάνει υποδείγματα γενναιοδωρίας αλλά και τέρατα πλεονεξίας, κάτι που κινούσε τον κόσμο, αλλά και που κάθε τόσο απειλούσε να τον βυθίσει στο χάος. Στα μυθιστορήματά του ο Κάρολος Ντίκενς γράφει για έναν κόσμο όπου καθετί έχει την τιμή του, όπως τα κάρβουνα που ο Σκρουτζ τσιγκουνεύεται να κάψει στο τζάκι σαν να είναι διαμάντια. Η τηλεοπτική... ... προσαρμογή της «Μικρής Ντόριτ» από το ΒΒC έρχεται στην κατάλληλη στιγμή, καθώς η Βρετανία βυθίζεται κι αυτή σιγά σιγά στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Σε όλα τα έργα του Ντίκενς βρίσκουμε εικόνες από έναν κόσμο που τον είχαμε ξεχασμένο- έναν κόσμο με πυκνή ομίχλη, που πάλευε να την τρυπήσει το φως του γκαζιού από τους φανοστάτες. Τώρα, όσο πιο κοντά σκύβουμε πάνω από τον κόσμο του Ντίκενς τόσο τον αναγνωρί- ζουμε πιο κοντινό μας: στεγαστική κρίση, οικονομικά σκάνδαλα, πανικός, «κλείσε τη βρύση», «σβήσε το γκάζι». Κι ανακαλύπτουμε ξαφνικά πως ο Ντίκενς είναι σύγχρονός μας. Μια από τις πιο λυπητερές σκηνές στη «Μικρή Ντόριτ» είναι εκεί που ο συγγραφέας μάς συστήνει τον Ουίλιαμ Ντόριτ, τον αρχαιότερο ένοικο των φυλακών Μάρσαλσι. Καταδικασμένος σε κάθειρξη 20 ετών και κάτι για χρέη, έχει καταντήσει να ζει με τις ελεημοσύνες «θαυμαστών» που ακούν στα ονόματα «Λαμόγιο», «Σκυλάς», «Νταβάς». Είναι μια σκηνή που ο Ντίκενς την έγραψε από μνήμης. Γιατί ο πατέρας του είχε φυλακιστεί κι αυτός στο Μάρσαλσι, όταν ο Ντίκενς ήταν μικρός. Και μολονότι ο Τζον Ντίκενς φαίνεται πως έμεινε ανεπηρέαστος από αυτή την εμπειρία, ο γιος του ποτέ δεν ξεπέρασε την ντροπή. «Ένιωθα πραγματικά τότε», έγραψε αργότερα, «σαν να μου είχαν ραγίσει την καρδιά». Τα έργα του Ντίκενς, όπως λέει ο βιογράφος του Ρόμπερτ Ντάγκλας-Φέρχαρστ, ευτυχώς προτείνουν διεξόδους. Στις «Χριστουγεννιάτικες ιστορίες», ο Σκρουτζ μαθαίνει επιτέλους πως αυτά που αγοράζει το χρήμα δεν είναι τίποτα μπροστά σε ένα γιορτινό τραπέζι με πρόσωπα αγαπημένα, όσο κι αν είναι αυτό στρωμένο φτωχικά. Η ειρωνεία... ... είναι πάντως πως σε αυτή τη διαρκή αντιπαράθεση του Ντίκενς με το χρήμα, αυτό είχε την τελευταία λέξη: από το 1992 έως το 2003, το πρόσωπο του συγγραφέα κοσμούσε το χαρτονόμισμα των 10 στερλινών. Μια ύπουλη εκδίκηση.

Δήλωση μεταμέλειας δεν κάνω

Αχός βαρύς ακούγεται κάθε φορά που δηλώνω πως δεν θα αγοράσω (ακόμα) τηλεόραση. «Παιδάκι μου θα τρελαθείς», αναφωνεί η μαμά μου. Ο φίλος μου ο Σταμάτης με απειλεί πως θα μου κόψει τις επισκέψεις διότι αισθάνεται «ανασφάλεια σε ένα σαλόνι που δεν έχει τηλεόραση». Και η Δάφνη κόβει κάθε φορά (με πολλή απογοήτευση- σχεδόν κλάμα- στη φωνή) τη φράση της: «Καλά, είδες χθες στην τηλεόραση που.... ααααχ, ξέχασα, εσύ δεν έχεις». Άμα ήθελα καβγάδες από τα παράθυρα για το ποια άπλωσε τα ρούχα στην ταράτσα (άντε και για το ποιος πήρε τη λίμνη και την έκανε φιλέτο), έμενα στη Δραπετσώνα. Αν ήθελα φεστιβάλ βλακείας έπινα δυο ποτηράκια παρέα με τους φίλους μου. Κι αν ήθελα να διευρύνω τις γνώσεις μου άνοιγα καμιά εγκυκλοπαίδεια. Πες, πες, πες, όμως, είπα κι εγώ να δώσω μια ευκαιρία έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι μπορεί και να χρειαστεί να κάνω δήλωση μεταμέλειας (εδώ έχουν μετανοήσει κι έχουν μεταμεληθεί...). Δευτέρα βράδυ μπρος στον καναπέ (όχι στον δικό μου, προφανώς). Το σουβλάκι αγκαλιά και το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Στο ένα κανάλι μάς παίζει ειδήσεις (copyright Χάρρυ Κλυνν). Στο άλλο μια παρέα γιαγιάδες με λίφτινγκ για να δείχνουν νέες, αλλά ασπρομάλλες περούκες για να δείχνουν γριές, περνάνε ένα μωρό από μπαλκόνι σε μπαλκόνι με σκοινί λες και είναι μπουγάδα στα καντούνια της Κέρκυρας. Στο άλλο μια άλλη παρέα αδέξιων μπάτσων αλληλοβρίζεται άγαρμπα. Και στην παρακάτω συχνότητα μια μελαχρινή κοπελίτσα σουφρώνει διαρκώς τη μύτη της, αλλά δεν έχει συνάχι. Είναι το μοναδικό κοινό σημείο που έχει με τον ρόλο της. Υποδύεται την Αλίκη. Για να έρθει το επόμενο πάτημα του κουμπιού να με εξοντώσει. Μια άλλη παρέα-σοβαρή αυτήν τη φορά- επιχειρεί να μας πείσει πως η εθνική σταρ μπορεί να έδειχνε δυνατή, αλλά «πονούσε» από τα άδικα χτυπήματα (γιατί την αποδομείτε μετά θάνατον; Αν ήθελε να δείξει τον πόνο της θα το έκανε η ίδια). Το σουβλάκι μού έχει κάτσει στο στομάχι. Ο καναπές έχει καρφιά. Και δήλωση μεταμέλειας δεν κάνω. Ι hate ΤV.

Παιδί με κράνος

O μπαμπάς, οδηγός μοτοσυκλέτας, είχε βάλει τον μικρό του γιο να καθήσει μπροστά του, του φορούσε και κράνος. Τους είδα να στρίβουν κάπως απότομα σε έναν στενό δρόμο όπου άκρη άκρη περπατούσε μια γριά τραβώντας κολλητά πάνω της ένα μικρό σκυλί. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ θετικά για τον μπαμπά που είχε φροντίσει να προφυλάξει τη ζωή του παιδιού του με το κράνος και με ξεκούφανε η φωνή του- τόσο δυνατή, που κατάφερε να τραντάξει τα τζάμια της γειτονιάς, κι ας ήταν το στόμα πίσω από γυαλί: «Α, να χαθείς παλιόγρια με το κωλόσκυλό σου!», πέταξε, κι αμέσως μετά ανέπτυξε ταχύτητα μαρσάροντας και εξαφανίστηκε μέσα στην αγανάκτηση της εξάτμισής του. Η θετική μου σκέψη έμενε μετέωρη. Γιατί, τι να το κάνεις το κράνος στο παιδί αν δεν μπορείς να το προφυλάξεις από τις δικές σου επιθέσεις; Ξέρετε πώς είναι τα παιδιά, αγαπάνε ανεξήγητα τα μικρά σκυλάκια, ενδιαφέρονται υπερβολικά για τα ζώα, λαχταράνε να τα χαϊδέψουν. Και για τις μεγάλες γυναίκες έχουν έμφυτο σεβασμό. Επειδή οι γιαγιάδες τα υποδέχονται με ενθουσιασμό στον κόσμο, και γενικά οι ηλικιωμένες είναι επιεικείς και γενναιόδωρες μαζί τους, συνήθως τις λατρεύουν. Πώς διδάσκεις ένα παιδί ότι μπορεί κανείς να βρίζει τόσο άσχημα μια ασπρομάλλα γυναίκα, πώς του επιβάλλεις την άποψη ότι τα χαριτωμένα ζωάκια που προκαλούν τρυφερότητα και φιλική διάθεση αξίζουν τέτοιες κουβέντες; Κι όχι για κάποιο σφάλμα που έκαναν, αλλά μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν και κυκλοφορούν στον δρόμο, επειδή κόβουν τη φόρα της μοτοσυκλέτας σου; Τι του φοράς κράνος, αν δεν έχει και ενσωματωμένες ωτοασπίδες να του βουλώνουν τα αυτιά, να το προφυλάσσουν από το σμπαράλιασμα που απειλεί την ψυχή του με τέτοια διαπαιδαγώγηση;

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Η γεύση του εαυτού μας

Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής, και οι ειδικοί δίνουν μια χρυσή συμβουλή για όσους θέλουν να τρέφονται σωστά. «Αποφύγετε, όσο μπορείτε, τις τροφές που βγαίνουν από κουτιά». Οπως είναι ανθυγιεινό να τρως μόνο λιπαρά, ας πούμε, ή ζάχαρες, το ίδιο ανθυγιεινό είναι να ταϊζεις το μυαλό σου μόνο από μία πηγή. Προσωπικά, ομολογώ ότι αποτελώ μια τυπική περίπτωση χαλασμένης πνευματικής διατροφής. Θυμάμαι (σαν σε όνειρο) ότι κάποτε διάβαζα πολύ και απ όλα, άκουγα μουσικές, πήγαινα σε θέατρα, σε μουσεία, σε συναυλίες. Τώρα, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του «φαγητού» της ψυχής μου το έχει μασήσει η τηλεόραση. Πού καιρός για άλλη πνευματική τροφή; Πού χρόνος για βιβλία, για συναυλίες, για εκθέσεις; Κουτί και κουμπί. Πολιτική μαθαίνω από την τηλεόραση, όπως και καλλιτεχνικά νέα, και αθλητικά, ακόμα και επιστημονικά. Πιο γρήγορο, πιο εύκολο, πιο χορταστικό, άλλωστε κάποιος άλλος το έχει μασήσει για μένα, κι εγώ καλούμαι μόνο να το χωνέψω, Κι έτσι έγινε πλαδαρό και δυσκίνητο το μυαλό μου, σαν αυτό τον τύπο στο ντοκιμαντέρ που έτρωγε μόνο χάμπουργκερ από τα μαγαζιά της γνωστής εταιρείας. Φτώχυνε το λεξιλόγιό μου (όπως, όταν τρως ανθυγιεινά, στερείσαι πολύτιμες βιταμίνες). Εκανα κυτταρίτιδα, όχι στους μηρούς, δεν με νοιάζει και τόσο, αλλά στη σκέψη. Και το ανθυγιεινό παράδειγμά μου είναι έτοιμο να μιμηθεί και το παιδί μου -γιατί να κάνει κάτι άλλο, όταν οι γονείς του δείχνουν τόσο ευτυχείς με το ζουρλο-κοντρόλ στο χέρι; Δεν τα έχω με το «κουτί», όπως θα ήταν βλακεία να τα βάλω με τη ζάχαρη και τα τηγανητά. Με τον εαυτό μου τα βάζω. Και για μένα, η «Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής» είναι πάντα μια υπενθύμιση ότι οφείλω να εμπλουτίσω το διαιτολόγιό μου με πράγματα πιο φρέσκα, που δεν βγαίνουν αποκλειστικά μόνο μέσα από «κουτιά».