Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008
Καλησπέρα κατάθλιψη
Σάββατο βράδυ, κατεβαίνοντας τη Μαυρομματαίων για το Τριανόν, τους είδα στη γωνία της Πατησίων, καμιά δεκαπενταριά με μαύρους φερετζέδες, λοστούς στα χέρια και μια μολότοφ. Δεν ήταν έφηβοι, σίγουρα ηλικίες μετά τα είκοσι. Μια κοπέλα ανάμεσά τους.
Διέκρινα καθαρά το μπουκάλι με το κουρέλι να κρέμεται, έτοιμο να πάρει φωτιά, να κάψει τι; Με έκοψε φόβος, τάχυνα το βήμα, να βρεθώ στο σινεμά. Όλη την ώρα είχα άγχος, μη γίνει τίποτα εκεί κοντά και κλειστούμε μέσα. Βγαίνοντας είδαμε τι είχαν κάψει- τις δυο Εθνικές στην Πατησίων, τον Γερμανό και τη Βόνταφον, κι είχαν σπάσει ενδιαμέσως πολλές βιτρίνες.
Η κατάθλιψη που είχε αρχίσει να διαλύεται μετά το ειρηνικό μήνυμα του Συντάγματος το πρωί, με ξανάπιασε. Και ενοχές που δεν μίλησα, δεν έκανα τίποτα, φοβήθηκα τόσο.
Θα νόμιζαν ότι δεν με νοιάζει, ότι ίσως αρέσκομαι. Τι μπορούσα να τους πω; Για τα παιδιά που πέρασαν όλη την ημέρα μπροστά στη Βουλή κρατώντας το πανό με το σύνθημα εναντίον της βίας; Ή μήπως για τη ζεστασιά που δίνουν στη νύχτα οι φωτισμένες βιτρίνες;
Μας βάζουν σε πειρασμό οι βιτρίνες, άρα; Φωτιά και τσεκούρι, ή μάλλον σιδηρολοστός. Κακά τα ψέματα, ό,τι και να λέω εκ των υστέρων, εκείνη την ώρα με έκοψε φόβος.
Χειρότερος από ό,τι όταν βλέπω ΜΑΤ σε κατάσταση έξαρσης. Γιατί στα ΜΑΤ δικαιούμαι να φωνάξω, και καμιά φορά φωνάζω, εδώ όμως ήταν σαν να έβλεπα τυφλούς, να μη φορούσαν τα μαύρα μαντίλια κάτω από τα μάτια, να έκλειναν με αυτά μάτια και αυτιά.
Έπρεπε να έχω ειδική εκπαίδευση πολίτη που ζει σε ειδικές συνθήκες, αλλά ούτως ή άλλως στις συνθήκες αυτές δεν υπάρχει διάλογος.
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008
Τσοβόλα, δώς τα όλα
Πριν από λίγες εβδομάδες βρέθηκα εκτός Αθηνών για ένα δικαστήριο, όπου την υπόθεση είχε αναλάβει ο Δημήτρης Τσοβόλας. Εγιναν τα δέοντα και περιμέναμε ατελείωτες ώρες μας μαζέψει το πλοίο για Πειραιά. Εκεί έγινα μάρτυρας σ' ένα ενδιαφέρον θέαμα που θέλω σήμερα, λόγω της επικαιρότητας, να το καταγράψω.
Ο άνθρωπος είναι είδωλο. Ναι, ο Τσοβόλας. Ο γνωστός, με το τσουλούφι και το ταλαιπωρημένο κοστούμι. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί: Πανικός. Τα «γεια σου πρόεδρε» και τα «καλημέρα σας» αντηχούσαν σ' όλη τη Σύρο. Τον σταματούσαν κάθε τρία μέτρα για να του σφίξουν το χέρι... Το κερασάκι στην τούρτα ήταν οι νέοι: Πού τον ήξεραν οι πιτσιρικάδες τον Τσοβόλα; Μιλάμε για κατάσταση ρισπέκτ, όχι αστεία. Τα κινητά έπαιρναν φωτιά, να φωτογραφηθούν μαζί, να τον τραβήξουν ένα βιντεάκι για να το στείλουν στο... κορίτσι τους, να κάνουν εντύπωση. «Ετσι είναι κάθε μέρα;» τον ρώτησα πανηλιθίως. «Κάθε μέρα», παραδέχτηκε πανσέμνως.
Τι ήξερα για τον Τσοβόλα; Λίγα πράγματα, μετά το 89. Οτι έχει επιστρέψει στη δικηγορία. Οτι έχει ξεκόψει από τη «σκληρή» πολιτική. Οτι έδωσε μάχη για την υγεία του, δύσκολη, και στάθηκε όρθιος. Οτι κάποτε ήταν πανίσχυρος και μετά «έπεσε». (Τέτοια «πτώση», πιστέψτε με, θα τη λιγουρεύονταν πολλοί εν ενεργεία πανίσχυροι). Ολες αυτές οι εικόνες ήρθαν στο μυαλό μου, όταν ανακοινώθηκε ότι ο Δημήτρης Τσοβόλας ήταν αυτός που ανέλαβε τη νομική εκπροσώπηση της οικογένειας του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Λόγω των γεγονότων, αλλά και των αχαρακτήριστων δηλώσεων της «υπερασπιστικής γραμμής», η υπόθεση Γρηγορόπουλου έγινε σχεδόν προσωπικό θέμα του καθενός μας.
Σαν ιστορική ειρωνεία, ακούγεται στ αυτιά μου το παλιό σύνθημα, που τότε το είχα βρει πολύ λαϊκάντζα για τα γούστα μου: «Τσοβόλα, δώς τα όλα». Κι αυτήν τη φορά, πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει.
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008
Τι ωραίο πλιάτσικο!
Θερμά συγχαρητήρια σε όλους μας για το πιο θεαματικό, το πιο οργανωμένο, το πιο επιτυχημένο πλιάτσικο της δεκαετίας: αυτό που στήθηκε πάνω από ένα σκοτωμένο παιδάκι.
Για το κομματικό πλιάτσικο: όλοι εναντίον όλων, βουρ στον πατσά κι ό,τι αρπάξουμε. Αλλος θέλει εκλογές, άλλος υπουργείο, άλλος θέλει μοναδούλες στις δημοσκοπήσεις, άλλος προσπαθεί να αρμέξει συσπείρωση. Ορμάμε στην αναμπουμπούλα και βουτάμε. Μέσα στη σύγχυση, όλοι από κάτι παίρνουν, όλοι κάποιο κόκαλο γλείφουν, και φεύγουν ευχαριστημένοι.
Για το τηλεοπτικό πλιάτσικο: για τις κάμερες-όρνια στο νεκροταφείο, για τα κλεμμένα πλάνα στο πρόσωπο της μαμάς, για τη δημοσίευση χρήσιμων στην κοινή γνώμη λεπτομερειών όπως «παιδί χωρισμένων γονιών» και «πλουσιόπαιδο του Ψυχικού».
Για το επικοινωνιακό πλιάτσικο: τι ωραία πλάνα, τι ωραίες φωτιές, τι μαζική διαδήλωση, τι κακοί κουκουλοφόροι, τι απελπισμένα παιδιά, τι γουρούνια οι μπάτσοι, επιτέλους, πού είναι η αστυνομία; Ολα αυτά, τα εντελώς αντίθετα, χωρίς το παραμικρό συμπέρασμα που θα μπορούσε να φωτίσει τα γεγονότα στις πραγματικές τους διαστάσεις - αυτό, προς Θεού, δεν θα συνέφερε κανέναν.
Για το ρατσιστικό πλιάτσικο: μην ξεχάσουμε, βέβαια, και τους «αλλοδαπούς» που έκλεβαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Γιατί να χάσουμε την ευκαιρία να κάνουμε μαύρους στο ξύλο και καμιά εκατοστή πεινασμένους φουκαράδες; Αυτοί, έτσι κι αλλιώς, δεν μετράνε για ζωές κανονικές, αλλιώς έπρεπε να έχουμε τέτοιες εκρήξεις διαμαρτυρίας, σε όλη την Ελλάδα, τρεις φορές την ημέρα.
Ηταν υπέροχα. Και τώρα πάμε για σουβλάκια. Τι θα βάλεις στο ρεβεγιόν, Σούλα μου;
Η δίκη
Μακάρι να είχαμε τη δύναμη να μπούμε στον δρόμο αυτής της σφαίρας, να σωζόταν ο μικρός. Ομως δεν την είχαμε. Εγινε το έγκλημα, πιάστηκε ο ένοχος και τώρα γίνεται η δίκη. Η τηλεοπτική, εικονική δίκη, με συνοπτικές διαδικασίες, κορώνες, ουρλιαχτά και αφορισμούς.
Δύο ή τρία χρόνια μετά, στις αληθινές δίκες, είμαστε πιο «φρόνιμοι». Αποδεχόμαστε την επιβολή ποινών επιπέδου τροχαίας παράβασης, τις επιεικείς τιμωρίες και, πολύ συχνά, τις αθωώσεις. Ποιος θα θυμάται το σκοτωμένο παιδί μετά από τρία χρόνια; Σίγουρα όχι οι δεκάδες χιλιάδες των πολιτών που σήμερα, οργισμένοι, ζητάνε την τιμωρία των ενόχων. Οσο εύκολα θυμώνουμε, άλλο τόσο εύκολα ξεχνάμε.
Ο πιτσιρικάς ξεψύχησε τη νύχτα του Σαββάτου, αλλά η σφαίρα που τον σκότωσε έκανε μεγάλη διαδρομή μέσα στα χρόνια για να τον πετύχει στο στήθος. Από το πρώτο «μπαμ» που ξέκανε τον Καλτεζά, η σφαίρα αυτή εξοστρακίστηκε σε χοντρούς τοίχους δικαστηρίων, χτύπησε πάνω σε τσιμεντένιες ζαρντινιέρες, λοξοδρόμησε στη Θεσσαλονίκη, θερίζοντας έναν δεκαεφτάχρονο Σέρβο στη μέση της Τσιμισκή. Ενδιαμέσως, πήρε μαζί της και κάμποσους άλλους. Κι όλα αυτά τα χρόνια, αυτή η ίδια σφαίρα κέρδιζε δύναμη θανάτου τρεφόμενη από τη δική μας αδιαφορία κι από τη δική τους ατιμωρησία. Αυτή η σφαίρα «έτρεχε» επί είκοσι τέσσερα χρόνια, με στόχο την καρδιά του «Γκρέγκορυ», όπως τον έλεγαν οι κολλητοί του. Κανείς δεν μπήκε στον δρόμο της να τη σταματήσει. Είμαστε πολύ ανήμποροι, πολύ ανίκανοι, ή πολύ χορτάτοι. Και είμαστε όλοι ένοχοι.
Αν δεν τη σταματήσει κάποιος τώρα, σήμερα, η ίδια σφαίρα θα εξακολουθεί να σφυρίζει, αδέσποτη, ανεξέλεγκτη, και το ίδιο θανάσιμη, πάνω από τα κεφάλια μας. Και η τάξη του 2008, οι ενήλικες του μεθαύριο, με δικές τους πια οικογένειες, θα συντρίβονται από την ίδια σφαίρα, όταν θα χτυπήσει, ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ, κάποιο από τα δικά τους παιδιά, που δεν έχει γεννηθεί ακόμα.
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008
«Έσωθεν θυμός» και οργάνωση
Το 2006 και το 2007 στην Κοπεγχάγη, το κλείσιμο του «Σπιτιού της Νεολαίας»- ενός αντισυμβατικού στεκιού νέων- προκάλεσε θύελλα μαζικών αντιδράσεων και πρωτόγνωρης έκτασης συγκρούσεις ανάμεσα σε χιλιάδες νέους (με πρωτοπόρους τους αναρχικούς) και την αστυνομία. Το 2005, η έκρηξη βίας στα προάστια του Παρισιού έφερε τη χώρα στα πρόθυρα του καθεστώτος «έκτακτης ανάγκης». Οι πιο πάνω αντιπαραθέσεις, όπως και οι μετωπικές μάχες με την αστυνομία του κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, παραπέμπουν, παρά τη διαφορετικότητά τους, σε ένα κοινό- στον πυρήνα του- φαινόμενο: τη σταδιακή καθιέρωση μορφών οργάνωσης, δημόσιας έκφρασης και δημόσιας δράσης, που υπερβαίνουν τους παραδοσιακούς τρόπους του ασκείν πολιτική και αγνοούν το θεσμικό πολιτικό σύστημα. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, το μείζον γεγονός ήταν πάντα το μέγεθος των κινητοποιήσεων, ο μεγάλος αριθμός των εμπλεκομένων, η έκταση της βίας, η έκπληξη και το ξάφνιασμα των κυρίαρχων ελίτ. Τα γεγονότα της Αθήνας είναι, συνεπώς, πιθανόν να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ρεύμα «μικρών» εξεγέρσεων, που εμφανίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.
Στην αφετηρία αυτού του νέου ρεύματος βρίσκεται η διαμόρφωση ενός δυναμικού διαμαρτυρίας , που αγγίζει σημαντικά τμήματα της νεολαίας αλλά και των φτωχότερων νεώτερων ηλικιακά εργατικών στρωμάτων. Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αιτίες (σε διαφορετική δοσολογία ανάλογα με τη χώρα) εξηγούν την εμφάνισή του. Το σιωπηλό ή κοιμισμένο αυτό δυναμικό, όταν υπάρξει μια θρυαλλίδα, ξαφνικά παίρνει φωτιά, τινάζεται σαν ελατήριο και, τότε, συνταράσσει με τη δράση του μια πόλη ή μια χώρα. Μέχρι φυσικά να επιστρέψει, φθαρμένο το ίδιο από τη βία που ασκούν οι πιο ακραίες συνιστώσες του, στη χειμερία νάρκη του. Οι αιτίες, όμως, δεν είναι μόνο κοινωνικές είναι και οργανωτικές. Η εξασθένιση των δομών - κομματικών, συνδικαλιστικών και πολιτισμικών-, που παραδοσιακά είχαν ως ρόλο να οργανώνουν, να πλαισιώνουν και να εκπροσωπούν τους «εκτός συστήματος» ή τους «αδικημένους», έχει αφαιρέσει από το σημερινό δυναμικό διαμαρτυρίας τα κανάλια έκφρασης και αντιπροσώπευσής του. Αυτό καθιστά τη διαμαρτυρία, όταν ξεσπάει, χαοτική και ανεξέλεγκτη. Την καθιστά «αναρχική».
Εν τούτοις, ανεξέλεγκτη και χαοτική δεν σημαίνει ανοργάνωτη. Η έλλειψη περιεκτικής οργάνωσης διευκολύνει την κυριαρχία άλλου τύπου οργανωτικών δομών, για παράδειγμα: των μικρών, αλλά ευκίνητων αντιεξουσιαστικών ομάδων ή των μικρών οργανωτικών δικτύων στις παρυφές της επίσημης Αριστεράς- οι οποίες έλκονται από τη βία, έχουν θεοποιήσει τη «μάχη των δρόμων» και
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
είναι πιθανόν να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ρεύμα «μικρών» εξεγέρσεων, που εμφανίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις
έχουν σχηματίσει το φαντασιακό τους στη βάση της αντιπαράθεσης με το κράτος. Οι θεωρίες του «μεγάλου θυμού» των προοδευτικών διανοουμένων υποβαθμίζουν την οργανωμένη διάσταση της βίας, την οποία έζησαν οι ελληνικές πόλεις τις τελευταίες ημέρες. Υποβαθμίζουν, επίσης, την αποτελεσματικότητα της τυφλής τακτικής «κλέφτες και αστυνόμοι» του Πολύδωρα, η οποία την περίοδο των εκπαιδευτικών κινητοποιήσεων συνειδητά ανέδειξε σε πολιτικό «παίχτη» τις αντιεξουσιαστικές ομάδες (σε αντίθεση με την πιο μετρημένη προσέγγιση Παυλόπουλου). Εάν, συνεπώς, είναι βέβαιο ότι ο «αυτοδίδακτος έσωθεν θυμός», όπως θα έλεγε ο Αισχύλος, οδήγησε στον δρόμο χιλιάδες νέους, είναι άλλο τόσο βέβαιο ότι το μέγεθος των καταστροφών υπήρξε πρωτίστως το προϊόν της δράσης οργανωμένων «πρωτοποριών».
Οι πολιτικές ελίτ έχουν υποτιμήσει, όταν δεν αγνοούν τελείως, αυτό το «μεταμοντέρνο» δυναμικό διαμαρτυρίας που αναπτύσσεται στις σύγχρονες κοινωνίες. Το γεγονός ότι μεταξύ δύο εκρήξεων, συνήθως, μεσολαβεί μια μάλλον μακρά περίοδος νηνεμίας ευνοεί την τάση υποτίμησής του. Ωστόσο, αυτού του τύπου οι κινητοποιήσεις αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης πολιτικής. Τα θεσμικά κόμματα θα βρεθούν και στο μέλλον απέναντι σε αυτό τον τύπο διαμαρτυρίας. Και κατά πάσα πιθανότητα, θα τον αντιμετωπίσουν όπως και σήμερα: με ξύλινο λόγο, με ανάσυρση αναλύσεων παλαιάς κοπής και με προσπάθεια αποκόμισης βραχυπρόθεσμου πολιτικού πλεονεκτήματος. Τα κόμματα, και εδώ και στην Ευρώπη, δεν μπορούν να διαχειριστούν αυτό το «μεταμοντέρνο» δυναμικό διαμαρτυρίας που τα υπερβαίνει- και πολιτισμικά και πνευματικά και οργανωτικά. Ταυτόχρονα, αυτό το δυναμικό δεν είναι ούτε τόσο ισχυρό ούτε δομημένο ή συνεκτικό για να βρει τη δική του, όποια και αν είναι αυτή, πολιτική έκφραση. Στοιχείο της σύγχρονης πολιτικής γίνεται, έτσι, η ανάδυση μιας μη θεσμικής πολιτικής, δίπλα στην επίσημη θεσμιμένη πολιτική.
Η μη θεσμική πολιτική δημιουργεί την αίσθηση ότι το πολιτικό πεδίο μεγεθύνεται για να συμπεριλάβει τις νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης. Όμως, οι αιτίες που γεννούν τη μη θεσμική, πολύ δε περισσότερο την παραβατική, δράση είναι οι ίδιες που δεν επιτρέπουν την ένταξή της στο σύστημα. Θεσμική και μη θεσμική δράση θα συνυπάρχουν, χωρίς να συναντώνται. Όπως ακριβώς δύο παράλληλες ευθείες, που δεν τέμνονται ποτέ. Αυτός ο νέος δυϊσμός, εμφανής ήδη στην Ευρώπη, έκανε με επιβλητικό τρόπο την εμφάνισή του και στην Ελλάδα. Το ελληνικό όμως πολιτικό σύστημα, ξεγυμνωμένο από αξίες και αναποτελεσματικό, με τις «ελίτ της συμφοράς» (Α. Καρκαγιάννης) να δίνουν τον τόνο, θα έχει μεγαλύτερη δυσκολία να τον διαχειριστεί.
Το game τελείωσε, το παιχνίδι αρχίζει
Και τώρα τα καλά νέα: Καλά νέα; Υπάρχουν; Ναι, ο ασθενής αντιδρά. Κινείται, κλωτσάει, αναπνέει. Πεσμένος κάτω τόσο καιρό, δεχόταν το ένα μετά το άλλο τα πυρά, ενώ άσχημες μυρωδιές μπούκωναν τα ρουθούνια του. Γύρω, αχόρταγα στόματα ανοιγόκλειναν και δεν άφηναν ψίχουλο από το μεγάλο φαγοπότι. Και κάπου μεταξύ του δώσε - πάρε και- κράτα- και- κάτι- στην- άκρη- για- τους - δικούς- μας, όλοι εκείνοι έξω ξεχάστηκαν, ήσυχοι πως τα παιδιά βλέπουν τηλεόραση. Θα παίζουν- έλεγαν- μέσα σε μακάρια ηρεμία κανένα παιχνίδι, περνώντας από τη μία πίστα στην άλλη και κερδίζοντας πόντους και πυρομαχικά για το επόμενο επίπεδο. Πολλοί το νόμιζαν αυτό, ακόμη και αυτοί που δεν θα έπρεπε να το νομίζουν- και η σφαίρα τρύπησε την καρδιά και το μεγάλο μπαλόνι της ανοχής.
Και αυτό έσκασε. Με δύναμη. Αντίδραση και δράση. Σαν να ανέβηκε στην επιφάνεια από δυνάμεις της άνωσης το κομμάτι του Νick Lowe «Ι Love the sound of breaking class» και βρήκε από μόνο του τον δρόμο για να «παίξει»- είναι παλιό, αλλά μπήκε στην καινούργια συλλογή του «Jesus Οf Cool» και ξετρύπωσε πάνω στην ώρα. Έτσι, με αυτόν τον ήχο των τζαμιών που σπάνε, ξύπνησαν και είδαν τους καναπέδες άδειους, το σαλόνι ατσαλάκωτο, την τηλεόραση ανάποδα. Το game τελείωσε, το παιχνίδι αρχίζει. Πάνω στην ώρα, που λέτε, όπως κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες εμφανίστηκε ο κυρ Αλέξανδρος, κατεβαίνοντας τη Σόλωνος προς την πλατεία και περπατώντας αργά με το κεφάλι σκυμμένο- ποιος να ΄ξερε τι να ΄τρεχε στο μυαλό ενός κοσμοκαλόγερου τέτοιους καιρούς. Αν άλλες φορές διάβαζες το βλέμμα του, αυτή τη φορά δεν φαινόταν καθαρά, σαν σαστισμένος φαινόταν, σαν απίστευτα να τα έβλεπε όλα αυτά, αλλιώς την ήξερε την εκκλησία κι αλλιώς τον άνθρωπο. Περπάτησε ανάμεσα σε σπασμένες βιτρίνες, κιτρινισμένες σελίδες, αναποδογυρισμένα κομπιούτερ και κάπου στο βάθος, αν δεν με γελούσαν τα μάτια μου από τους καπνούς, τον είδα να μιλάει με ένα παιδί. Και μετά πάλι χάθηκε, δεν ήταν κανείς εκεί πέρα. Είπαν λοιπόν οι αρμόδιοι σε αυτή την πόλη να φωτίσουν τον Δρομέα εορταστικά. Καλή κίνηση νομίζω πως είναι. Γιατί ο δρόμος πάντα κάπου θα σε βγάλει.
Εξάρχεια
Τι γύρευαν παιδιά από το Ψυχικό να γιορτάζουν στα Εξάρχεια, αναρωτιούνται πολλοί, και ο δικηγόρος του ειδικού φρουρού ρίχνει κιόλας λάσπη- κάτι δεν πήγαινε καλά, σου λέει, με το παιδί αυτό. Επειδή και τα δικά μου παιδιά στα Εξάρχεια τριγυρίζουν, φοράνε φούτερ με κουκούλες, να σας εξηγήσω όσο μπορώ: τα Εξάρχεια είναι χώρος ενδιαφέρων.
Έχει μαγαζιά με κόμικς που δεν βρίσκεις αλλού, προχωρημένα ηλεκτρονικά, ρουχάδικα, βιβλιοπωλεία, στους τοίχους αφίσες με αστεία και ανατρεπτικά συνθήματα, πρωτότυπες ιδέες. Γενικά μια αύρα ελευθερίας που υπόσχεται πρωτότυπες ανταλλαγές ιδεών, ήταν πάντα γειτονιά φοιτητική και καλλιτεχνική. Από όλα αυτά τα ωραία, το κράτος έβλεπε μόνο τις ομάδες καταστροφέων, φρουρούσε την περιοχή με ΜΑΤ. Και οι δημοσιογράφοι μιλούσαν και έγραφαν με ελαφριά καρδιά για το «κράτος των Εξαρχείων».
Συμπεριφορά συντηρητικής κοινωνίας. Τώρα λένε ότι τα Εξάρχεια εξήχθησαν παντού, και δεν εννοούν την ελευθερία και τις ιδέες, αλλά τη βία. Από όλον τον πλούτο, τις τάσεις, το πιο φτωχό, πρωτόγονο, βάρβαρο κομμάτι κυριάρχησε.
Ανάμεσα στις ιδέες που εκφράζονταν, ήταν και οι αναρχικές, οι μηδενιστικές, οι ακραίες. Έχουν ενδιαφέρον ως αναλύσεις.
Νομίζω όμως ότι ούτε οι ίδιοι οι φορείς αυτών των ιδεών δεν είχαν αποφασίσει αν έπρεπε να καταλυθεί το αστικό κράτος με φωτιά και τσεκούρι τη νύχτα που βγήκαν οι καταστροφείς και έκαιγαν την πόλη.
Δεν μπορώ να δω την εφαρμογή καμίας ιδέας, Εξαρχείων ή μη, ούτε του Μπακούνιν, ούτε καν κάποιου μεθυσμένου πυρομανούς, στο να κοπανάς με λοστό ένα βανάκι της Πυροσβεστικής- μια κοινή περιουσία που χρησιμεύει να σβήνεις φωτιά- και να το πυρπολείς. Αλλά φοβάμαι ότι άδικα προσπαθούν οι μαθητές να ξεχωρίσουν από τους τρελούς και οργανώνουν ειρηνικές και ευφάνταστες διαμαρτυρίες· το μπάχαλο μόνο προκαλεί ενδιαφέρον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)