Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Τέτοια μιζέρια δεν μας αξίζει

Χριστούγεννα; Πότε έχουμε Χριστούγεννα; Την άλλη εβδομάδα; Τετάρτη πέφτουν ή Πέμπτη; Εσύ στόλισες; Ούτε εγώ... Έχεις προγραμματίσει κάτι; Δεν το περίμενα πως θα μπορούσε να σημειωθεί τέτοια μαζική «αποχή» από τη χριστουγεννιάτικη διάθεση- τη γιορτή του χρόνου που είτε την περιμένεις με ανυπομονησία όπως τότε που ήσουν παιδί είτε την απεχθάνεσαι μέχρι θανάτου! Φέτος δεν στόλισα, δεν έχω προλάβει. Πέρυσι είχα ξετρυπώσει τα στολίδια από την αποθήκη ένα μήνα πριν, με μια μικρή ανησυχία ομολογουμένως, μήπως και χαθεί πρόωρα η μαγεία των ημερών. Δεν συνέβη τίποτα από εκείνα που φοβόμουν. Δώδεκα μήνες μετά, το μόνο που θυμίζει γιορτές είναι το διπλανό σπίτι που λάμπει σαν πυγολαμπίδα από τα φωτάκια, όταν παρκάρω αργά το βράδυ. Όχι, δεν είμαι υπερβολική, μία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα και έχω λάβει μόνο μία κάρτα με... επαγγελματικές ευχές! Το καλό είναι πως λίγο- πολύ όλοι είμαστε «κουρδισμένοι» στην ίδια υποτονική- όσον αφορά τις γιορτές- διάθεση. Και δεν είναι μόνο που η Αθήνα μετατράπηκε σε εμπόλεμη ζώνη. Ούτε που οι μαθητές και οι φοιτητές βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας τα αυτονόητα. Ούτε το γεγονός πως όλη η Ευρώπη έχει στραμμένο το βλέμμα της στη νεολαία, που βράζει. Κουρασμένοι- αυτό εισπράττω από τους ανθρώπους που συναντώ στον δρόμο, στο Μετρό, στα λεωφορεία. Απογοητευμένοι, πιθανόν και από τον ίδιο τον εαυτό τους, γιατί αλλιώς τα περίμεναν και αλλιώς τους ήρθαν. Λοιπόν, δεν πάμε τώρα να στολίσουμε κανένα δέντρο, να στείλουμε καμιά κάρτα και να κανονίσουμε- έστω, τελευταία στιγμή- γιορτές με φίλους και συγγενείς; Γιατί τέτοια μιζέρια δεν μας αξίζει, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο

Πολύ όχι και λίγη οχιά

Έρχονται μέιλ από τους ξένους φίλους, γεμάτα ερωτηματικά. Μα τι συμβαίνει, τόσο πολλούς αναρχικούς έχετε στην Ελλάδα; Δεν ξέρω κι εγώ τι να απαντήσω. Το σκέφτομαι. Έχουμε τόσο πολλούς αναρχικούς; Ή μήπως πιο πολύ από την αναρχία σαν θεωρία πολιτική που ελπίζει την κατάργηση κάθε εξουσίας σε μια κοινωνία απόλυτα υπεύθυνων πολιτών, έχει μεγάλη πέραση η ιδέα της άρνησης γενικότερα; Η λατρεία του Όχι, που αρχίζει από τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, περνάει από το Όχι στο σχέδιο Ανάν και φτάνει στην περίφημη «ανυπακοή» που εσχάτως έχει γίνει σύνθημακαραμέλα του ΚΚΕ. Είναι τραγικό, ένα κόμμα που κατάστρεψε ζωές απαιτώντας τυφλή υπακοή από τα μέλη του σε κάθε καταστροφική επιλογή του, να λανσάρει τώρα την ανυπακοή προς κάθε αρχή και κανόνα, αλλά δείχνει τόσο καθαρά την τάση αυτή που έχουμε υιοθετήσει σαν στάση ζωής. Λέμε όχι σε όλα, κυρίως στους πολεοδομικούς κανόνες και τους άλλους, του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, λέμε όχι στα σήματα της Τροχαίας και στην απαγόρευση να κυκλοφορούν μηχανάκια στα πεζοδρόμια και να παρκάρουν αυτοκίνητα. Όχι στους κανόνες με την καθημερινή μας συμπεριφορά, όχι και στις προσπάθειες να οργανωθούν κάποια πράγματα όσο κι αν μας βασανίζει η ανοργανωσιά, όχι στις χωματερές φυσικά, όχι στα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, αλλά όχι και στα δημόσια, που είναι κλειστά και κατεστραμμένα, όχι στα μαθήματα των σχολείων, όχι στη ρουτίνα της κυκλοφορίας, που λένε κι οι μαθητές κλείνοντας τον δρόμο, έστω κι αν η ρουτίνα της κυκλοφορίας περιλαμβάνει κλείσιμο δρόμων κάθε μέρα. Όχι στους συμβιβασμούς γενικά, το μεγάλο όχι, το κάθε όχι, το μικρό όχι, όχι στους άλλους που θέλουν τα δικά τους, οι οποίοι λένε όχι σε μας και γίνεται τελικά το όχι σαν το φίδι που τρώει την ουρά του, σκέτη οχιά.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Άγιος Βασίλης έρχεται

Κατηφόριζα τις προάλλες βράδυ τη Σούτσου ύστερα από μια βραδιά μνήμης για τον φίλο και ποιητή Στέλιο Λύτρα. Κι όπως μετρούσα τα δεκαπέντε χρόνια που πέρασαν από τον θάνατό του, τα πόδια μου κόλλησαν στην άσφαλτο και ξαφνικά πεθύμησα ένα πετραδάκι, να το κλωτσήσω μαλακά κι εκείνο να με πάει έτσι καρότσι ίσα με το Φάληρο. Μέχρι να βγω στην πλατεία Μαβίλη η ματαίωση μέσα μου ήταν ολοσχερής. Πού να βρεις πέτρα στην Αθήνα τη σήμερον ημέρα... Η μελαγχολία μου αυτή δεν πρόλαβε να εμπεδωθεί. Σαράντα οχτώ ώρες αργότεραένα περίεργο πράγμα- γέμισε η Αθήνα ιπτάμενες πέτρες, πέτρινες, κανονικές, αλλά και πάλι δεν βρήκα εκείνη τη μια που θα μ΄ έβγαζε από τη ματαίωση. Τελικά δεν είναι καθόλου ευχάριστο πολίτευμα η δημοκρατία. Άπαξ και τη διαλέξεις, δεν αρκεί η ανά τετραετία multiple choice. Πρέπει να είσαι διαρκώς στην τσίτα. Να σκέφτεσαι, να ψάχνεις, να ακούς, να μαθαίνεις, να συγκρίνεις, να λογοδοτείς, να διεκδικείς, να αντιδράς και να υποχωρείς, όλα την ίδια στιγμή. Κι αυτό το γαρμπίλι που μέρες τώρα βράζει στην μπετονιέρα, μου φαίνεται πως θα βγάλει κάμποσες κακοτεχνίες. Από μια άποψη, χίλιες φορές καλύτερα που γέρασα και δεν αποτελώ πια δέλεαρ για κανέναν πολιτικό σχηματισμό. Ας έχουν το μυαλό τους οι μικροί να μην πέσουν σε τίποτε εργολάβους λαμόγια και πολιτικούς παιδοτρίβες της συμφοράς. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος ο Αϊ-Βασίλης είναι σκέτη λέρα.

Καλησπέρα κατάθλιψη

Σάββατο βράδυ, κατεβαίνοντας τη Μαυρομματαίων για το Τριανόν, τους είδα στη γωνία της Πατησίων, καμιά δεκαπενταριά με μαύρους φερετζέδες, λοστούς στα χέρια και μια μολότοφ. Δεν ήταν έφηβοι, σίγουρα ηλικίες μετά τα είκοσι. Μια κοπέλα ανάμεσά τους. Διέκρινα καθαρά το μπουκάλι με το κουρέλι να κρέμεται, έτοιμο να πάρει φωτιά, να κάψει τι; Με έκοψε φόβος, τάχυνα το βήμα, να βρεθώ στο σινεμά. Όλη την ώρα είχα άγχος, μη γίνει τίποτα εκεί κοντά και κλειστούμε μέσα. Βγαίνοντας είδαμε τι είχαν κάψει- τις δυο Εθνικές στην Πατησίων, τον Γερμανό και τη Βόνταφον, κι είχαν σπάσει ενδιαμέσως πολλές βιτρίνες. Η κατάθλιψη που είχε αρχίσει να διαλύεται μετά το ειρηνικό μήνυμα του Συντάγματος το πρωί, με ξανάπιασε. Και ενοχές που δεν μίλησα, δεν έκανα τίποτα, φοβήθηκα τόσο. Θα νόμιζαν ότι δεν με νοιάζει, ότι ίσως αρέσκομαι. Τι μπορούσα να τους πω; Για τα παιδιά που πέρασαν όλη την ημέρα μπροστά στη Βουλή κρατώντας το πανό με το σύνθημα εναντίον της βίας; Ή μήπως για τη ζεστασιά που δίνουν στη νύχτα οι φωτισμένες βιτρίνες; Μας βάζουν σε πειρασμό οι βιτρίνες, άρα; Φωτιά και τσεκούρι, ή μάλλον σιδηρολοστός. Κακά τα ψέματα, ό,τι και να λέω εκ των υστέρων, εκείνη την ώρα με έκοψε φόβος. Χειρότερος από ό,τι όταν βλέπω ΜΑΤ σε κατάσταση έξαρσης. Γιατί στα ΜΑΤ δικαιούμαι να φωνάξω, και καμιά φορά φωνάζω, εδώ όμως ήταν σαν να έβλεπα τυφλούς, να μη φορούσαν τα μαύρα μαντίλια κάτω από τα μάτια, να έκλειναν με αυτά μάτια και αυτιά. Έπρεπε να έχω ειδική εκπαίδευση πολίτη που ζει σε ειδικές συνθήκες, αλλά ούτως ή άλλως στις συνθήκες αυτές δεν υπάρχει διάλογος.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Τσοβόλα, δώς τα όλα

Πριν από λίγες εβδομάδες βρέθηκα εκτός Αθηνών για ένα δικαστήριο, όπου την υπόθεση είχε αναλάβει ο Δημήτρης Τσοβόλας. Εγιναν τα δέοντα και περιμέναμε ατελείωτες ώρες μας μαζέψει το πλοίο για Πειραιά. Εκεί έγινα μάρτυρας σ' ένα ενδιαφέρον θέαμα που θέλω σήμερα, λόγω της επικαιρότητας, να το καταγράψω. Ο άνθρωπος είναι είδωλο. Ναι, ο Τσοβόλας. Ο γνωστός, με το τσουλούφι και το ταλαιπωρημένο κοστούμι. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί: Πανικός. Τα «γεια σου πρόεδρε» και τα «καλημέρα σας» αντηχούσαν σ' όλη τη Σύρο. Τον σταματούσαν κάθε τρία μέτρα για να του σφίξουν το χέρι... Το κερασάκι στην τούρτα ήταν οι νέοι: Πού τον ήξεραν οι πιτσιρικάδες τον Τσοβόλα; Μιλάμε για κατάσταση ρισπέκτ, όχι αστεία. Τα κινητά έπαιρναν φωτιά, να φωτογραφηθούν μαζί, να τον τραβήξουν ένα βιντεάκι για να το στείλουν στο... κορίτσι τους, να κάνουν εντύπωση. «Ετσι είναι κάθε μέρα;» τον ρώτησα πανηλιθίως. «Κάθε μέρα», παραδέχτηκε πανσέμνως. Τι ήξερα για τον Τσοβόλα; Λίγα πράγματα, μετά το 89. Οτι έχει επιστρέψει στη δικηγορία. Οτι έχει ξεκόψει από τη «σκληρή» πολιτική. Οτι έδωσε μάχη για την υγεία του, δύσκολη, και στάθηκε όρθιος. Οτι κάποτε ήταν πανίσχυρος και μετά «έπεσε». (Τέτοια «πτώση», πιστέψτε με, θα τη λιγουρεύονταν πολλοί εν ενεργεία πανίσχυροι). Ολες αυτές οι εικόνες ήρθαν στο μυαλό μου, όταν ανακοινώθηκε ότι ο Δημήτρης Τσοβόλας ήταν αυτός που ανέλαβε τη νομική εκπροσώπηση της οικογένειας του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Λόγω των γεγονότων, αλλά και των αχαρακτήριστων δηλώσεων της «υπερασπιστικής γραμμής», η υπόθεση Γρηγορόπουλου έγινε σχεδόν προσωπικό θέμα του καθενός μας. Σαν ιστορική ειρωνεία, ακούγεται στ αυτιά μου το παλιό σύνθημα, που τότε το είχα βρει πολύ λαϊκάντζα για τα γούστα μου: «Τσοβόλα, δώς τα όλα». Κι αυτήν τη φορά, πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Τι ωραίο πλιάτσικο!

Θερμά συγχαρητήρια σε όλους μας για το πιο θεαματικό, το πιο οργανωμένο, το πιο επιτυχημένο πλιάτσικο της δεκαετίας: αυτό που στήθηκε πάνω από ένα σκοτωμένο παιδάκι. Για το κομματικό πλιάτσικο: όλοι εναντίον όλων, βουρ στον πατσά κι ό,τι αρπάξουμε. Αλλος θέλει εκλογές, άλλος υπουργείο, άλλος θέλει μοναδούλες στις δημοσκοπήσεις, άλλος προσπαθεί να αρμέξει συσπείρωση. Ορμάμε στην αναμπουμπούλα και βουτάμε. Μέσα στη σύγχυση, όλοι από κάτι παίρνουν, όλοι κάποιο κόκαλο γλείφουν, και φεύγουν ευχαριστημένοι. Για το τηλεοπτικό πλιάτσικο: για τις κάμερες-όρνια στο νεκροταφείο, για τα κλεμμένα πλάνα στο πρόσωπο της μαμάς, για τη δημοσίευση χρήσιμων στην κοινή γνώμη λεπτομερειών όπως «παιδί χωρισμένων γονιών» και «πλουσιόπαιδο του Ψυχικού». Για το επικοινωνιακό πλιάτσικο: τι ωραία πλάνα, τι ωραίες φωτιές, τι μαζική διαδήλωση, τι κακοί κουκουλοφόροι, τι απελπισμένα παιδιά, τι γουρούνια οι μπάτσοι, επιτέλους, πού είναι η αστυνομία; Ολα αυτά, τα εντελώς αντίθετα, χωρίς το παραμικρό συμπέρασμα που θα μπορούσε να φωτίσει τα γεγονότα στις πραγματικές τους διαστάσεις - αυτό, προς Θεού, δεν θα συνέφερε κανέναν. Για το ρατσιστικό πλιάτσικο: μην ξεχάσουμε, βέβαια, και τους «αλλοδαπούς» που έκλεβαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Γιατί να χάσουμε την ευκαιρία να κάνουμε μαύρους στο ξύλο και καμιά εκατοστή πεινασμένους φουκαράδες; Αυτοί, έτσι κι αλλιώς, δεν μετράνε για ζωές κανονικές, αλλιώς έπρεπε να έχουμε τέτοιες εκρήξεις διαμαρτυρίας, σε όλη την Ελλάδα, τρεις φορές την ημέρα. Ηταν υπέροχα. Και τώρα πάμε για σουβλάκια. Τι θα βάλεις στο ρεβεγιόν, Σούλα μου;

Η δίκη

Μακάρι να είχαμε τη δύναμη να μπούμε στον δρόμο αυτής της σφαίρας, να σωζόταν ο μικρός. Ομως δεν την είχαμε. Εγινε το έγκλημα, πιάστηκε ο ένοχος και τώρα γίνεται η δίκη. Η τηλεοπτική, εικονική δίκη, με συνοπτικές διαδικασίες, κορώνες, ουρλιαχτά και αφορισμούς. Δύο ή τρία χρόνια μετά, στις αληθινές δίκες, είμαστε πιο «φρόνιμοι». Αποδεχόμαστε την επιβολή ποινών επιπέδου τροχαίας παράβασης, τις επιεικείς τιμωρίες και, πολύ συχνά, τις αθωώσεις. Ποιος θα θυμάται το σκοτωμένο παιδί μετά από τρία χρόνια; Σίγουρα όχι οι δεκάδες χιλιάδες των πολιτών που σήμερα, οργισμένοι, ζητάνε την τιμωρία των ενόχων. Οσο εύκολα θυμώνουμε, άλλο τόσο εύκολα ξεχνάμε. Ο πιτσιρικάς ξεψύχησε τη νύχτα του Σαββάτου, αλλά η σφαίρα που τον σκότωσε έκανε μεγάλη διαδρομή μέσα στα χρόνια για να τον πετύχει στο στήθος. Από το πρώτο «μπαμ» που ξέκανε τον Καλτεζά, η σφαίρα αυτή εξοστρακίστηκε σε χοντρούς τοίχους δικαστηρίων, χτύπησε πάνω σε τσιμεντένιες ζαρντινιέρες, λοξοδρόμησε στη Θεσσαλονίκη, θερίζοντας έναν δεκαεφτάχρονο Σέρβο στη μέση της Τσιμισκή. Ενδιαμέσως, πήρε μαζί της και κάμποσους άλλους. Κι όλα αυτά τα χρόνια, αυτή η ίδια σφαίρα κέρδιζε δύναμη θανάτου τρεφόμενη από τη δική μας αδιαφορία κι από τη δική τους ατιμωρησία. Αυτή η σφαίρα «έτρεχε» επί είκοσι τέσσερα χρόνια, με στόχο την καρδιά του «Γκρέγκορυ», όπως τον έλεγαν οι κολλητοί του. Κανείς δεν μπήκε στον δρόμο της να τη σταματήσει. Είμαστε πολύ ανήμποροι, πολύ ανίκανοι, ή πολύ χορτάτοι. Και είμαστε όλοι ένοχοι. Αν δεν τη σταματήσει κάποιος τώρα, σήμερα, η ίδια σφαίρα θα εξακολουθεί να σφυρίζει, αδέσποτη, ανεξέλεγκτη, και το ίδιο θανάσιμη, πάνω από τα κεφάλια μας. Και η τάξη του 2008, οι ενήλικες του μεθαύριο, με δικές τους πια οικογένειες, θα συντρίβονται από την ίδια σφαίρα, όταν θα χτυπήσει, ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ, κάποιο από τα δικά τους παιδιά, που δεν έχει γεννηθεί ακόμα.