Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008
Ανοιχτά
Από τις αγαπημένες μου μέρες του χρόνου η αυριανή Κυριακή. Επειδή τα μαγαζιά είναι ανοιχτά. Οχι ότι θα πάω σε κανένα. Η έφοδος των μυρίων που γίνεται στα χριστουγεννιάτικα καταστήματα (όσα ακόμα απέμειναν στην Αθήνα, ειδικά στο κέντρο της) είναι ένα άθλημα ακατάλληλο για τα ήδη κουρελιασμένα νεύρα μου.
Είναι απλώς, θέμα αντίληψης . Πριν με πιάσετε από τον λαιμό και με σύρετε για πίσσα και αντεργατικά πούπουλα, δώστε μου μόνο μια μικρή ευκαιρία:
Τι θα πείραζε, δηλαδή, να βρίσκουμε καταστήματα ανοιχτά τις Κυριακές, με την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση, να μην παραβιαστεί ούτε στο ελάχιστο το κατοχυρωμένο ωράριο των εργαζομένων; Τι κοσμοϊστορικό θα γινόταν, αν οι καταστηματάρχες χωρίς προσωπικό που θα επέλεγαν να δουλέψουν Κυριακή κατοχύρωναν μια άλλη μέρα της εβδομάδας ως αργία; Υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες Ελληνες που δουλεύουν Κυριακές, όλη τους τη ζωή, γιατί αυτή είναι η φύση της δουλειάς τους -και πιστέψτε με, δεν έχουν ούτε δύο κεφάλια, ούτε είκοσι δάχτυλα, είναι άνθρωποι σαν κι εσάς, σαν κι εμένα.
Κατά τα άλλα, αν υπάρχουν δύο πόλεις στον κόσμο που «φωνάζουν» από μακριά ότι θέλουν ανοιχτά μαγαζιά τις Κυριακές, αυτές είναι η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Απαλλαγμένες από τα μιλιούνια των «υποχρεωτικώς» κινουμένων της εργάσιμης εβδομάδας, θα μπορούσαν να προσφέρουν το καλύτερο κυριακάτικο πρόσωπό τους στους καταναλωτές:
Στο πακέτο -φιλί ζωής που δόθηκε στα κατεστραμμένα μαγαζιά, γιατί δεν προσφέρθηκε η ευκαιρία να λειτουργήσουν -προαιρετικά- και Κυριακή; Θα ήταν ένα μέτρο ανέξοδο, ορισμένου χρόνου ίσως, που θα έδινε μια «ιδέα» στους Ελληνες εργαζομένους και καταναλωτές για το πώς δουλεύει ένα τέτοιο μοντέλο. Δεν θα έχανε κανείς και πάνω στα συμπεράσματα μιας σεζόν θα μπορούσαν να ληφθούν και αποφάσεις.
Είπα... αποφάσεις; Μπρρ, κακή λέξη, Πιπέρι στο στόμα!
Αχ, Ελλάδα σ' αγαπώ...
Γιατί δεν αγαπώ τη σημερινή Ελλάδα; Εύκολο. Ο καθένας μπορεί να γράψει (ειδικά τώρα) ολόκληρους τόμους γι' αυτό.
Τo δύσκολο είναι το αντίθετο. Γιατί αγαπάω την Ελλάδα; Θα προσπαθήσω να απαριθμήσω τους λόγους που με κάνουν να αγαπάω τη χώρα μου, ακόμα κι αν φανούν παιδαριώδεις.
Λοιπόν, αγαπάω την ελληνική φύση, το τοπίο της. Κάτι γίνεται όταν αράζω κάτω από λεμονιές, συκιές και πεύκα, όταν κρύβομαι από το ανελέητο φως σ' ένα σκιερό βραχάκι μιας γυμνής παραλίας. Γίνομαι ολόκληρος.
Αγαπάω το ελληνικό «παιδικό»: Είμαστε ακόμα πιτσιρίκια, άτακτα, απείθαρχα, μας αρέσει να αμφισβητούμε, να παίρνουμε το χαρτζιλίκι των μεγάλων και να το τρώμε σε τσιχλόφουσκες αντί να το «αποταμιεύουμε» για ένα σοβαρό μέλλον. Μας λένε αεριτζήδες, εμείς απλώς καταλαβαίνουμε ότι τα σάβανα δεν έχουν τσέπες.
Αγαπάω τους σπαραξικάρδιους στίχους των τραγουδιών της πίστας, την κλειστοφοβική ποίηση της Νικολακοπούλου, τη ρομαντική μουντρουχιά των Active Member, τα πολλά κιλά τρέλας του Ρασούλη. Κόβομαι για vintage Σαββόπουλο. Αγαπάω τους ταξιτζήδες, τις διπλές πίτες με γύρο, τους περιπτεράδες, τους καραγκιοζοπαίκτες, τους «φεύγα» γέρους στο Ζάππειο.
Αγαπάω τα συνθήματα σε δρόμους, τοίχους και γήπεδα. Αγαπώ το Λεμονοδάσος, τη βόρεια Κέρκυρα, όλες τις Κυκλάδες και όλες τις θείες της Σκιάθου που έμειναν απαράλλαχτες από τα χρόνια του Παπαδιαμάντη.
Αγαπάω ένα χωριό τέρμα Θεού στην Τήνο, που συμπτωματικά λέγεται «Αγάπη»... Αγαπάω τους ποιητές μας, επειδή ζωγράφισαν με λέξεις την Ελλάδα που όλοι έχουμε στην καρδιά μας, γλυκιά και πικρή, ηρωίδα και κότα, αγία και πόρνη. Δεν αγαπώ απλώς την Ελλάδα, τη λατρεύω. Αρνούμαι να την ανταλλάξω με το ξεπουλημένο μπορντέλο που μου αντιπροτείνουν να αποδεχτώ ως πατρίδα.
Δεν θα μασήσω. Αυτό που αγαπώ εγώ αισθάνομαι ότι βαστάει γερά, σε γερά θεμέλια. Δεν είμαι μόνος μου. Δεν είμαστε μόνοι μας. Δεν το πιστεύετε; Ε, ας βγούμε να μετρηθούμε. Κι αν τα πληκτρολόγια δεν είναι αρκετά, υπάρχει πάντα και ο δρόμος. Που, ως γνωστόν, γράφει τη δική του ιστορία.
Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008
Ένας Δαβίδ ποτέ δεν σκέφτεται ότι είναι Δαβίδ
Ακόμα έχω στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά των γιορτών έτσι όπως τις ζούσαμε στο σχολείο. Μια ένταση ζεστασιάς και συντροφικής διάθεσης ξεχυνόταν από τους διαδρόμους καθώς οι τάξεις προετοίμαζαν τα ταμπλό τους για να συμμετάσχουν στον χριστουγεννιάτικο διαγωνισμό. Ήταν ωραία τα Χριστούγεννα στην τρίτη γυμνασίου, γιατί σε κείνη την ηλικία ο κόσμος είναι του χεριού σου. Έτοιμος να ανταποκριθεί (αμέσως) στο προσωπικό σου μεγαλείο. Έτοιμος να σε εντάξει- εσένα το “άξιο τέκνο του”- σε περίοπτη θέση. Ή να διαλυθεί και να ξαναφτιαχτεί πάραυτα με τους δικούς σου όρους. Μια μικρή λεπτομέρεια: Στην περίπτωσή μας, ο κόσμος όντως είχε ξαναγεννηθεί με καλύτερους όρους και μεις- δικαίως ή αδίκως- βλέπαμε το μεγαλείο μας στον καθρέφτη. Η εικόνα του Δαβίδ- λίγο μεγαλύτερος από μας ήταν- που τόλμησε και τά ΄βαλε με τον Γολιάθ κι έστειλε το “πουλί” τού Ελλάς Ελλήνων στο πυρ το εξώτερο ήταν το πιο δυνατό αφροδισιακό της γενιάς μας, τα χέρια που ανέμιζαν μέσα από τα παράθυρα του Πολυτεχνείου και καλούσαν τον κόσμο να κατέβει στον δρόμο (κι εκείνος σφύριζε κλέφτικα) ήταν δικά μας- έτσι το πήραμε εμείς, έτσι θέλαμε να το πάρουμε, έστω κι αν οι γονείς θα μας τά ΄κοβαν απ΄ τη ρίζα αν τολμούσαμε να τα βγάλουμε έξω απ΄ την πόρτα. Έτσι δεν συμβαίνει πάντα; Οι λίγοι την κάνουν τη δουλειά, οι πολλοί την απολαμβάνουν...
Το θέμα είναι ότι ο αέρας μύρισε ξαφνικά άνοιξη κι αυτή η άνοιξη, η τόσο δυνατή, έμπαινε παντού και ξύπναγε ακόμα και τις σχολικές γιορτές των Χριστουγέννων.
Προχτές έτυχε να περάσω από το Σύνταγμα και να δω το νέο χριστουγεννιάτικο δέντρο (και τα σπιτάκια, τ΄ αλογάκια, το καρουσέλ κ.λπ.) που έσπευσε να φέρει ο Δήμος της Αθήνας και μ΄ έπιασαν τα γέλια. Το ίδιο συναίσθημα έχω όταν ακούω εκείνη τη γλυκιά κοπελίτσα στην τηλεόραση να λέει: “είναι θέμα συνείδησης...” μπλα μπλα, και να μας παρακινεί να πληρώνουμε τους φόρους μας, γιατί λέει έτσι σεβόμαστε τον διπλανό μας (ή κάτι τέτοιο). Επίτηδες το κάνουν, σκέφτομαι. Μας δουλεύουν. Δεν μας υπολογίζει κανείς. Ούτε κι εμείς μάς υπολογίζουμε πια. Ροχαλίζουμε μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση και καταπίνουμε το ένα Βατοπέδι μετά το άλλο. Και τα παιδιά; Καλά μωρέ, αυτά είναι αλλού, είναι ζαλισμένα απ΄ το πολύ βιντεογκέιμ, είναι απολιτίκ, είναι ανώριμα, δεν είναι οργανωμένα, είναι μικρά, δεν έχουν στόχους. Είναι αγνά. Γι΄ αυτό και πήραν τους δρόμους. Ένας Δαβίδ ποτέ δεν σκέφτεται ότι είναι Δαβίδ. Ευτυχώς!
Κρυφές χαρές στα μετόπισθεν
Άδεια ξανά η Πανεπιστημίου. Μια γυναίκα με άσπρα μαλλιά περπατάει στο οδόστρωμα κάνοντας ζικ-ζακ. Φοράει χρωματιστό κασκόλ, κάνει δυο βήματα χορευτικά, κοριτσίστικα. Αμέσως μετά κοιτάζει με αγωνία μήπως τη βάλει σημάδι κανένα μηχανάκι. Ανεβαίνει ένας ποδηλάτης από τη λεωφορειο- λωρίδα, λαχανιασμέ- νος αλλά χαμογελαστός. Για λίγη ώρα, μέχρι να βγάλουν την ασπροκόκκινη λωρίδα οι τροχαίοι και να χυμήξουν τα αυτοκίνητα, φαίνεται τόσο μεγάλη η λεωφόρος, τόσο ανοιχτός ο ορίζοντας. Δεν ακούγονται τα κορναρίσματα και τα λαχανιασμένα μοτέρ των αυτοκινήτων που βασανίζονται να ανέβουν στριμωγμένα την Ακαδημίας, να κατέβουν τη Σόλωνος. Εδώ απολαμβάνει κανείς τους σχηματισμούς των νεφών σε γκρο-πλαν.
Κατά βάθος πιστεύω ότι γι΄ αυτό οι διαδηλωτές κλείνουν τους δρόμους, αλλά το δράμα είναι πως δεν το καταλαβαίνει κανείς. Μόνο μερικοί μοναχικοί τύποι που ξεμένουν πίσω και απολαμβάνουν. Είναι μια ανάγκη που υποβόσκει πιστεύω, όχι να βασανιστούν οι οδηγοί και να ταλαιπωρηθούν οι επιβάτες τρόλεϊ και λεωφορείων, αλλά να ελευθερωθεί λίγος χώρος, υποσυνείδητα, να επιστρέψει σε κάποια μάλλον ανύπαρκτη εποχή του παρελθόντος, πιο γαλήνια. Λέμε συχνά ότι σε άλλες μεγάλες πόλεις του κόσμου οι διαδηλώσεις πάνε από το πεζοδρόμιο, αλλά δεν έχουμε αναλύσει επαρκώς τις διαφορές του δρόμου και του πεζοδρομίου της Αθήνας από των άλλων μεγάλων πόλεων. Είναι άγρια τα πράγματα γύρω μας, γι΄ αυτό αγριεύουμε κι εμείς. Παρακάτω, κάποιος ονειρεύεται ολοκληρωτικές καταστροφές: «Οι άσχημες πόλεις όμορφα καίγονται», έχει γράψει σε έναν τοίχο κοντά στην Ομόνοια.
Θα ακουγόταν ποιητικό αν δεν είχε κινδυνέψει να γίνει πραγματικότητα. Δεν ξέμεινε ποτέ πίσω από την πορεία, να δει ότι μπορεί να είναι και όμορφη. Μπροστά στην ικανοποίηση πρωτόγονων ενστίκτων πυρομανίας οι κλεμμένες κρυφές χαρές στους αποκλεισμένους δρόμους είναι ειρηνική συνεισφορά.
Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008
Οι «μπάτσοι»
Όταν πρόκειται για εθνικούς, κοινωνικούς ή ιδεολογικούς αγώνες, το μίσος είναι αναπόφευκτο, γεννιέται αυθόρμητα. Θα πρέπει όμως τουλάχιστον να κατευθύνεται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Σήμερα παρατηρώ ότι το μίσος των μαθητών ακολουθεί ένα μονόδρομο με στόχο τους αστυνομικούς, γεγονός που κατά τη γνώμη μου τους αποπροσανατολίζει στην αναζήτηση των αληθινών συνθηκών που τους οδήγησαν στη σημερινή θέση τους μέσα στο σχολείο και μέσα στην κοινωνία. Ενώ θα πρέπει να βρουν τα αληθινά αίτια και να αποκαλύψουν τους αληθινούς ενόχους και τους πραγματικούς λόγους για όσα γίνονται γύρω τους και γενικότερα γύρω μας, στη χώρα μας και στην οικουμένη. Έτσι μοιάζει σαν κάποιοι να τους έβαλαν παρωπίδες, ώστε η οργή τους να διοχετευθεί σε μια ομάδα συνανθρώπων μας, τους αστυνομικούς, που όταν δεν λειτουργούν σωστά, είναι απλά πιόνια του Συστήματος, που ΑΥΤΟ είναι υπόλογο για όλα, δηλαδή για την Παιδεία αλλά και για καθετί που αφορά τη λειτουργία της κοινωνίας, του κράτους και των υπηρεσιών του.
Και αναφέρω εδώ το παράδειγμα της γενιάς του 1-1-4 που όσον αφορά την Παιδεία έθεσε ως στόχο το 15% του Κρατικού Προϋπολογισμού. Είδαν δηλαδή οι νέοι της εποχής εκείνης τη βασική αιτία για τα χάλια της Παιδείας μας, δηλαδή το οικονομικό. Από ΄κει και πέρα παρ΄ ό,τι τότε η Ελληνική Αστυνομία είχε μια καθαρά φασιστική νοοτροπία και οι εκδηλώσεις βίας σε σύγκριση με το σήμερα ήταν εκατό φορές πιο πολλές και σοβαρές από πλευράς μαζικότητας και βιαιότητας (τα νοσοκομεία ήταν γεμάτα από νέους τραυματισμένους από την αστυνομική βία της εποχής), οι πρωτοπόροι νέοι εκείνης της εποχής, βασικά φοιτητές, μπορούσαν να δουν ελεύθερα, σφαιρικά και σε βάθος. Έτσι με το 1-1-4 έθεταν ως πρώτο καθήκον τους την υπεράσπιση του Συντάγματος, δηλαδή της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων. Χτυπούσαν στην καρδιά της την αντιδραστική εξουσία (θρόνο, αστυνομοκρατία, αμερικανοκρατία). Πάλευαν για την Κύπρο και αγωνίζονταν μαζικά για την Ειρήνη. Είχαν δηλαδή μπροστά τους ανοιχτούς ορίζοντες για ό,τι πραγματικά συνέβαινε στη χώρα τους αλλά και πέρα από τη χώρα τους. Ήταν άτομα ολοκληρωμένα και ελεύθερα, αν και τότε υπήρχαν όπως και σήμερα πονηρά «κέντρα» που προσπαθούσαν να περιορίσουν την οργή τους και να τη διοχετεύσουν μόνο σε ένα λούκι, για τις δικές τους επιδιώξεις. Με μια λέξη να τους αποπροσανατολίσουν, όπως γίνεται τώρα.
Και για να πάω και πιο πέρα, εμείς οι νέοι της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, όπου οι χωροφύλακες και η Αστυνομία ήταν απέναντί μας με όπλα που ξερνούσαν ομαδικό θάνατο, είχαμε την ψυχική και πνευματική δύναμη να βλέπουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτοί που σήμερα αποκαλούνται περιφρονητικά «μπάτσοι» ήταν παιδιά σαν κι εμάς παρασυρμένα από τη θύελλα των γεγονότων να κάνουν πράξεις που δεν ήθελαν. Δεν γενικεύαμε. Αντίθετα μπορούσαμε ακόμα και μέσα στις πιο κρίσιμες για μας συνθήκες να δούμε ότι δεν είναι το ίδιο όλοι και ότι ο πραγματικός ένοχος ήταν η Εξουσία, που είχε κατορθώσει να μας τυλίξει στα δίχτυα της, που έσταζαν αίμα και μίσος αδελφού προς αδελφό. Και πολλοί είχαν τότε ακόμα τη δύναμη να φωνάζουν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα πριν σκοτωθούν «Αδέρφια, πεθαίνουμε και για τη δική σας ευτυχία». Αναγκάστηκα να γράψω αυτό το σημείωμα με αφορμή κάποια εκπομπή με αγόρια και κορίτσια 15-16 ετών, που μιλούσαν στο ίδιο ακριβώς μοτίβο, λες και κάποια αόρατη δύναμη να είχε κατευθύνει την οργή, το μίσος και τη σκέψη τους μόνο προς ένα στόχο. Και μάλιστα σε μια εποχή πολύπλοκη, όπου ο κόσμος έχει μικρύνει και το έξω μπερδεύεται με το μέσα και γίνονται όλα ένα κουβάρι. Πώς θα φτάσουμε έτσι στην ΑΙΤΙΑ του Κακού; Και πώς, αν δεν γνωρίζουμε τις πραγματικές αιτίες της κρίσης, θα μπορέσουμε να βρούμε τις λύσεις που πρέπει;
Και για να γυρίσω στα τελευταία γεγονότα, ο βίαιος θάνατος ενός παιδιού αποτελεί μια μεγάλη τραγωδία. Πρώτα για τη μάνα του, τον πατέρα του, τα αδέλφια του αλλά και για όλους τους νέους και τις νέες, για όλους εμάς, για όλη την κοινωνία. Ο θύτης είναι ένας αστυνομικός. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι σημερινοί αστυνομικοί είναι θύτες. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν είναι αληθινό αλλά είναι και άδικο. Και μιλάει κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά τι θα πει Αστυνομία.
Γι΄ αυτό θα πρέπει να αποφεύγουμε τις γενικεύσεις, γιατί έτσι οδηγούμε τους νέους σε λάθος δρόμο. Τους κρύβουμε το δάσος της πραγματικότητας με το δέντρο μιας εικονικής πραγματικότητας.
Θα ήθελα να μπορούσα να απευθυνθώ στους σημερινούς νέους και να τους πω: Κλείστε τα αυτιά σας στις γλοιώδεις κολακείες όσων προσπαθούν ουσιαστικά να εκτονώσουν την οργή και την ενέργειά σας σε ψεύτικους στόχους απομακρύνοντάς σας από τους πραγματικούς. «Αυτούς» εξυπηρετεί να τρώμε τις σάρκες μας στρεφόμενοι ο ένας κατά του άλλου. Ο στόχος όμως δεν είναι βέβαια αυτός που έχει το μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας και βγάζει από αυτό το ψωμί του, τα φάρμακά του, τη μόρφωση του παιδιού του, όπως οι δικοί σας γονείς. Στα Ιουλιανά, μια από τις πιο ταραγμένες εποχές της Ιστορίας μας, η νεολαία κατέβαινε κατά δεκάδες χιλιάδες στους δρόμους και ποτέ δεν είχαμε την παραμικρή καταστροφή, αν και θρηνούσαμε δύο νεκρούς, τον Λαμπράκη και τον Πέτρουλα, που σκοτώθηκαν αγωνιζόμενοι για ένα καλύτερο αύριο. Περιφρουρούσαμε τον αγώνα μας και γι΄ αυτό ποτέ δεν έγινε τίποτα, δεν αφήσαμε εμείς να γίνει τίποτα που να τον αμαυρώνει.
Και συγχρόνως η γενιά αυτή δημιουργούσε. Ίσως ποτέ άλλοτε στη νεώτερη Ιστορία μας δεν είχαμε τόσα έργα σε όλους τους τομείς, ποίηση, λογοτεχνία, μουσική, σε όλες τις τέχνες, που έγιναν όπλο του αγώνα της νεολαίας, από ανθρώπους νέους που αγωνίζονταν και δημιουργούσαν.
Βγάλτε τις κουκούλες από τους κουκουλοφόρους. Μην τους επιτρέπετε να στιγματίζουν τον αγώνα σας. Τι θα πει «κουκούλα»; Ο πραγματικός αγωνιστής και επαναστάτης ούτε ντρέπεται ούτε φοβάται να δείξει το πρόσωπό του. Μην αφήνετε να σπιλώνουν τη μνήμη του Αλέξανδρου συνδέοντας το πρόσωπό του και το όνομά του με εικόνες φρίκης. Είναι σαν να τον σκοτώνουν για άλλη μια φορά.
Ανοίξτε δρόμους. Αντισταθείτε στα εύκολα που τόσο ύπουλα βάζουν μπροστά σας προσπαθώντας να σας ξεγελάσουν ότι είναι δήθεν δικές σας επιλογές. Πάρτε τη ζωή στα χέρια σας και προχωρήστε μπροστά.
Θετικά και δημιουργικά!
ΒΓΑΛΤΕ ΤΙΣ ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ
από τους κουκουλοφόρους. Μην τους επιτρέπετε να στιγματίζουν τον αγώνα σας. Τι θα πει «κουκούλα»; Ο πραγματικός αγωνιστής και επαναστάτης ούτε ντρέπεται ούτε φοβάται να δείξει το πρόσωπό του
Η παραίτηση των τριαντάρηδων
Η «εξέγερση των καλομαθημένων» ή, για να είμαστε ακριβείς, «των χαϊδεμένων» άρχισε από την Αθήνα. Ποιος το περίμενε; Η πρωτεύουσα είχε καιρό να δει τόσες διαδηλώσεις και ταραχές. Τόση συσσωρευμένη διαμαρτυρία σε τόσο λίγες μέρες. Όλοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν τι συνέβη στους δεκαεξάρηδες και βγήκαν στους δρόμους. Και εγώ, εγκλωβισμένος στη θέση του οδηγού από ένα μαθητικό μπλόκο στην Κηφισίας, αναρωτιόμουν. Η απάντηση που οι ίδιοι μου έδωσαν; «Δεν είμαστε η γενιά της ευκολίας. Ακούστε μας. Είμαστε απογοητευμένοι. Είμαστε οργισμένοι, νιώθουμε ότι δεν έχουμε μέλλον».
Αυτή είναι η εκδοχή που έχουν υιοθετήσει και τα ΜΜΕ. Αυτό φαίνεται να πιστεύουν οι περισσότεροι.
Στα δεκαέξι, όμως, ο κόσμος σού ανήκει. Πότε πρόλαβες να απογοητευτείς; Δεν έχεις ξεκινήσει καν.
Πώς χάνεις κάθε ελπίδα όταν δεν έχεις προσπαθήσει; Και δεν το λέω «αφ΄ υψηλού». Είναι η εύλογη απορία που έχουν όσοι δεν είναι στην εφηβεία. Υπάρχουν όμως κάποιες άλλες γενιές που κανείς δεν θα απορούσε με την απογοήτευσή τους, όπως αυτή που είναι μερικά χρόνια στην αλυσίδα παραγωγής και αυτή που τώρα προσπαθεί να μπει στην αγορά εργασίας. Οι εκπρόσωποί τους έχουν όλα τα... προσόντα για να είναι εξοργισμένοι και να νιώθουν πως δεν υπάρχει αύριο. Έχουν πτυχίο ΑΕΙ, έχουν κάνει μεταπτυχιακό σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, μιλούν τουλάχιστον δύο ξένες γλώσσες, για να βρουν δουλειά έχουν αναγκαστεί να χρησιμοποιήσουν «μέσον», δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ και κοιμούνται ακόμη στο παιδικό τους δωμάτιο γιατί πολύ απλά αμείβονται με 700 ευρώ. Αυτές οι γενιές θα έπρεπε να βγουν στον δρόμο. Ήδη ζουν χειρότερα από τους γονείς τους.
Έχουν δοκιμάσει τις δυνάμεις τους και τώρα τις βλέπουν να τους εγκαταλείπουν. Αυτές οι γενιές, θα είχε κάποιο νόημα να εξεγερθούν. Ήταν όμως μειοψηφία στις διαμαρτυρίες.
Δεν αμφισβητώ την αγωνιστικότητα και τα όνειρα των πιτσιρικάδων. Ίσως, μόνο την πρόωρη οργή τους. Αμφισβητώ τις εξηγήσεις που όλοι εμείς αποπειραθήκαμε να δώσουμε. Ανησυχώ και για την πρόωρη παραίτηση των τριαντάρηδων, εμού συμπεριλαμβανομένης, που δεν έχουν τη δύναμη να πολεμήσουν την αναξιοκρατία, την ανεργία, τα κακώς κείμενα που παρέλαβαν. Απλώς παραιτούνται και συμβιβάζονται. Ίσως στην προσπάθειά μας να δείξουμε ότι ακούμε τους εφήβους, εμείς πρώτοι προβάλαμε πάνω τους όλα όσα θα θέλαμε να έχουμε το σθένος να διεκδικήσουμε.
Ανακωχή
Κανονικά θα έπρεπε όλες αυτές τις μέρες να αποστηθίζει ρήματα της αρχαίας ελληνικής, κεφάλαια της πανελληνίως εξεταζόμενης Ιστορίας, ολίγα λατινικά. Αντί γι΄ αυτό φτιάχνει συνθήματα, αποστηθίζει στίχους τραγουδιών που θεωρήθηκαν ανατρεπτικά, νότες για την κιθάρα. Κατεβαίνουν τα τραγούδια από το Ίντερνετ με καταιγιστικό ρυθμό, αφομοιώνο- νται σε δευτερόλεπτα. Στίχοι γραμμένοι τις τελευταίες ημέρες, παλιότεροι που αξιοποιούνται καταλλήλως. Ένα βράδυ ήταν Βάρναλης. Κρίμα που δεν αλλάζει εκτάκτως η ύλη των Πανελληνίων, τόση δίψα για ποίηση πάει χαμένη.
Ιδέες και απόψεις μεταβάλλονται διαρκώς, τη μία μέρα είναι μαχητικά ειρηνιστικές, την επόμενη γίνονται πολεμοχαρείς, ανοίγει ο προβληματισμός να πετάξουμε και κανένα νεράντζι, ύστερα συζητιέται και η πέτρα. Με πιάνει αγωνία, θα σταματήσει εκεί; Έχω δώσει καλή αγωγή, πρόλαβα τον πειρασμό της βίας; Ό,τι ήταν να δώσω έχει δοθεί πάντως, το γκισέ έχει κλείσει.
Τα Σαββατοκύριακα είναι διήμερες εκδρομές στο κέντρο της Αθήνας, το πρωινό ξύπνημα πιο δύσκολο από ποτέ. Ζητώ μια τυπική ενημέρωση, πού είσαι, πότε θα γυρίσεις (στο περίπου), είσαι αρτιμελής, κ.λπ. Μιλάμε λίγο, οι συζητήσεις γίνονται καβγάδες, υψώνεται φωνή. Στην εφηβεία, έχω διαβάσει, ο εγκέφαλος πλουτίζεται με τεράστιο αριθμό νέων κυττάρων, συνάψεων, νευρώνων, όλα τα σπουδαία υλικά του μυαλού, είναι τόσο απότομη η έκρηξη που τα παιδιά διαθέτουν το πιο φρέσκο μέσο σκέψης και αντίληψης, αλλά δεν μπορούν να το οργανώσουν, μπερδεύονται, χάνουν τον έλεγχο. Σκέφτομαι επιστημονικά, σωπαίνω. Πώς θα ξαναγυρίσουμε στο σχολικό πρόγραμμα; Τα ωράρια έχουν διαλυθεί. Πέρσι τέτοιες μέρες ανυπομονούσε να έρθουν Χριστούγεννα. Φέτος, το λένε οι τοίχοι, άλλες γιορτές πήραν τη σκυτάλη. Ανησυχία και θυμός διασταυρώνονται στον διάδρομο με την αμηχανία των μεγάλων. Μόνο χτες, σαν κάτι να θυμήθηκε απότομα, γυρίζει και ρωτάει σχεδόν φιλικά: Έλατο πότε θα στολίσουμε φέτος;
Όπα! Συμβιβασμός στον ορίζοντα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)