Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009
Η ώρα των... δεύτερων σκέψεων
Πολλές σελίδες γράφτηκαν εμπνευσμένες από το ιστορικό γεγονός της εκλογής του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου στις ΗΠΑ. Ο αέρας της αλλαγής φύσηξε από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη και όλοι- ή τουλάχιστον σχεδόν όλοιοραματίστηκαν κοσμοϊστορικές αλλαγές. Να, όμως, που σύντομα έφτασε η ώρα των... δεύτερων σκέψεων.
Πολλοί ήταν αυτοί που πίστεψαν σε νέες, ενισχυμένες διακρατικές συμμαχίες, οραματίστηκαν ένα καλύτερο μέλλον, πίστεψαν σε έναν δικαιότερο κόσμο. Το αμερικανικό όνειρο όχι μόνο ζωντάνεψε, δημιουργώντας τη γενικευμένη πεποίθηση πως είναι υπαρκτό, αλλά η εκλογή του Ομπάμα έκανε τον κόσμο να πιστέψει στο ακατόρθωτο.
Και βέβαια, η συγκυρία της οικονομικής κρίσης ήρθε «κουτί» για να δημιουργηθεί μια ενισχυμένηκαι ασυγκράτητη από την πλευρά των Αμερικανώναισιοδοξία.
Αυτά τα 150 εκατομμύρια δολάρια όμως, που ξοδεύονται για την ορκωμοσία του προέδρου, δημιουργούν- πώς να το κάνουμε!- έναν προβληματισμό. Τα οικονομικά πλάνα της Αμερικής για να αντιμετωπιστεί η κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου των Αμερικανών δεν τα γνωρίζω. Αυτά τα ολίγα εκατομμυριάκια όμως, πιθανόν να μπορούσαν να κλείσουν κάποια «τρύπα».
Ίσως, κάποιοι να επιθυμούσαν έναν Ομπάμα πιο συντηρητικό σε ό,τι αφορά το εξοδολόγιο που τονώνει μεν το προφίλ και τη δημοτικότητά του αλλά δεν παύει να είναι μια εκδήλωση εντυπωσιασμού. Δυστυχώς γι΄ αυτόν, οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει τον περιμένουν στη γωνία, αφού πια κάθε κίνησή του θα κρίνεται αυστηρά. Και οι παγίδες μιας κοινωνίας που προβάλλει τον υλισμό ως το απόλυτο αγαθό, ακόμη και εν μέσω οικονομικής κρίσης, είναι πολλές.
Ίσως πάλι να ισχύει αυτό που σοφά έχει διατυπώσει ο λαός μας: ότι η φτώχεια θέλει καλοπέραση- και γκλαμουριά...
Σήκω, χόρεψε...
Πολλοί γκρινιάζουν για τα έξοδα της γιορτής εγκατάστασης του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο, τόσα λεφτά εν μέσω κρίσης λένε. Ο ξέφρενος ενθουσιασμός του Νοεμβρίου πέρασε, εκείνη η κορυφαία στιγμή όταν οι πανηγυρισμοί αυθόρμητα απλώθηκαν στον κόσμο όλο.
Αλλά και οι οργανωμένες γιορτές έχουν την αξία τους, το μεθύσι που δεν έρχεται από τη νίκη, αλλά προετοιμάζεται με αλκοόλ, οι εκδηλώσεις που δεν ξεκινούν εύκολα, από το ξεχείλισμα της χαράς, αλλά δουλεύονται σιγά σιγά, με τη μουσική, το τραγούδι, τον χώρο που έχει προβλεφθεί για χορό, τον χρόνο που έχει αφιερωθεί στη συνάντηση, όλη αυτή την αλχημεία που μπορεί να οδηγήσει τελικά στη μεγάλη απόφαση: να σε κάνει να σηκωθείς από την καρέκλα, να εγκαταλείψεις την ασφάλεια του τραπεζιού και της ακινησίας, να πάρεις θέση στην πίστα, να εκτεθείς, να ξετυλίξεις την τέχνη του κορμιού σου στο κούνημα, όση έχεις, όση μπορείς. Ή να προχωρήσεις ακόμα περισσότερο, να καλέσεις και κάποιον άλλον, μια ντάμα, έναν καβαλιέρο, να ρισκάρεις τον συνδυασμό. Μεγάλες στιγμές, μοναδικές και σπάνιες, ειδικά όταν αποκαλύπτουν κάποιον άλλον να χορεύει από αυτόν που γνωρίζουμε συνήθως, όταν ας πούμε στις σχολικές εκδρομές χορεύουν οι καθηγητές ξαφνικά, ή όταν σε κάποιο γάμο χορεύουν οι μεγάλοι και μένουν οι μικροί άφωνοι από κατάπληξη.
Βέβαια, μετά τα φώτα σβήνουν, την άλλη μέρα ξαναρχίζει η ρουτίνα, οι κουραστικές προσπάθειες, αλλά χωρίς λίγα τέτοια οργανωμένα διαλείμματα δεν παράγεται έμπνευση στην καθημερινότητα. Χρειαζόμαστε έμπνευση για να αντιμετωπίσουμε την κρίση, οι Αμερικάνοι πιο πολύ απ΄ όλους, όχι μόνο επειδή αυτοί την ξεκίνησαν αλλά κι επειδή έχουν την επινόηση μέσα στη ζωή τους. Κρίση είναι, θα περάσει, κάτι θα επινοήσουν οι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, δεν μπορεί. Άντε, ας χαμογελάσουμε κι εμείς λιγάκι.
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Η τέλεια ανικανότητα
Κάποιοι λένε ότι η πολιτική είναι μια ατέρμονη πάλη μεταξύ πολλών μισών αληθειών, δόλιων αποσιωπήσεων και ανταγωνιστικών αφηγήσεων.
Θα αναφέρω δύο κραυγαλέα παραδείγματα που αποδεικνύουν εξόφθαλμα τα ψέματα και την εικονικότητα που μας πλασάρει η σημερινή παραπαίουσα κυβέρνηση, αλλά και οι επαγγελματίες της πολιτικής γενικότερα.
Πρώτο παράδειγμα: Στην τελευταία βίαιη διαδήλωση στην Αθήνα κτυπήθηκαν και συνελήφθησαν - μαζικά και αναίτια- πολλοί δικηγόροι και δημοσιογράφοι, χωρίς να έχουν κάνει κάτι το ποινικά επιλήψιμο. Αυτό δυστυχώς θυμίζει τη φασιστοειδή δικονομική πρακτική της «dragnet investigation», δηλαδή, με απλά ελληνικά, όποιον βρίσκω μπροστά μου τον συλλαμβάνω και τον ανακρίνω, άσχετα αν υπάρχουν ενδείξεις ενοχής για διάπραξη αδικήματος, μεθοδολογία που δυστυχώς χρησιμοποιείται κατά κόρον από τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα.
Όμως το κυριότερο ήταν ότι ενώ οι συλληφθέντες κατ΄ αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο προσήχθησαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, επί ώρες στερήθηκαν του δικαιώματος να επικοινωνήσουν με τον δικηγόρο τους!
Δεν γνωρίζω αν οι κυβερνητικοί κύκλοι που νομιμοποίησαν αυτή την επικίνδυνη αστυνομική πρακτική είναι τόσο ανίδεοι όσον αφορά τις νομικές μας ρυθμίσεις, αλλά και οι πιο άσχετοι φοιτητές της Νομικής γνωρίζουν ότι υπάρχει το άρθρο 105 του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας που επιτρέπει πάντοτε την επικοινωνία του συνηγόρου μετά τού (επ΄ αυτοφώρω) συλληφθέντος.
Άρα, η κυβέρνηση έλεγε δόλια ψέματα, όταν μας έλεγε ότι όλα έγιναν νόμιμα. Βεβαίως, το πιο σημαντικό είναι να αναπαραστήσουμε τη συνολική στάση της αστυνομίας μέσα στους δύο τελευταίους μήνες, γιατί έτσι θα καταλάβουμε τη μεταμοντέρνα λογική από την οποία διέπεται η σημερινή κυβερνητική εξουσία, δηλαδή την έλλειψη μιας επεξεργασμένης στάσης απέναντι στις διαδηλώσεις. Έτσι, ενώ πριν από τα Χριστούγεννα άφηνε να παράγεται «η Κόλαση του Δάντη» με την αδικαιολόγητη ανοχή του καψίματος των μαγαζιών, ύστερα από ένα μήνα έδειχνε μια άγρια κατασταλτική λογική απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες.
Όλα αυτά φανερώνουν μια κυβέρνηση η οποία έχει τέλεια ανικανότητα να οργανώσει ορθολογικά τη δράση της αστυνομίας. Γιατί; Γιατί αλλιώς πρέπει να αντιδρούν οι δυνάμεις καταστολής απέναντι στους
ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ
Από την αδικαιολόγητη ανοχή στο κάψιμο μαγαζιών του Δεκεμβρίου, στην άγρια κατασταλτική λογική των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου
χυδαίους κουκουλοφόρους και διαφορετικά απέναντι στους νεολαίους ή τους οικονομικά αδύνατους, που διαδηλώνουν γιατί βλέπουν ότι δεν έχουν κανένα μέλλον και αντιμετωπίζονται ως δηλητηριώδη λύματα μιας καταναλωτικής κοινωνίας στην οποία οι ίδιοι δεν μπορούν να καταναλώσουν (Βauman, «Ζωή για κατανάλωση»). Όμως υπάρχει και μια άλλη στρεβλή αναπαράσταση της πραγματικότητας που πλασάρεται από πολλούς επαγγελματίες της πολιτικής και αφορά το περίφημο πανεπιστημιακό άσυλο.
Τι εννοώ; Τώρα τελευταία υποστηρίζεται η ιδέα της αυτοπροστασίας των τριτοβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων απέναντι στη δράση ληστρικών ομάδων.
Πριν αναφέρω οτιδήποτε άλλο, θα ήθελα να καταγράψω το ακόλουθο ιστορικό συμβάν: Την ώρα που ισοπεδώνονταν η Νομική και άλλες σχολές στη Θεσσαλονίκη πριν από ένα μήνα οι φύλακες του κεντρικού θυρωρείου κάθονταν φοβισμένοι μέσα στα φυλάκιά τους (και κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει γι΄ αυτό, γιατί η δουλειά τους δεν είναι να αντιπαρατίθενται με βίαια στελέχη του υποκόσμου).
Εξάλλου, η ιδέα της αυτοπροστασίας προϋποθέτει λειτουργούσες κοινότητες, και τα κομματικοποιημένα ελληνικά πανεπιστήμια δεν αποτελούν δυστυχώς κάτι τέτοιο, γιατί πολλοί καθηγητές κάνουν ελεύθερο επάγγελμα και λείπουν συχνά από τις σχολές, ενώ το «βιομοντέλο» του σημερινού φοιτητή σίγουρα δεν μπορεί να συμβάλει σε αυτόν τον σκοπό, αφού πηγαίνει αραιά και πού στις σχολές, επειδή ακριβώς δεν έχει υποχρεωτικά μαθήματα. Ποιος, λοιπόν, θα κάνει την «αυτοπροστασία»;
Επομένως, στο σημείο που φθάσαμε, απέναντι στις οργανωμένες ληστρικές ομάδες μόνο η εφαρμογή του ισχύοντος νόμου μπορεί να αποτελεί τη σοβαρή εναλλακτική λύση, δηλαδή στα κακουργήματα και τα πλημμελήματα κατά της ζωής να μπαίνουν οι δυνάμεις του κράτους. Αλλιώς θα ξεγελιόμαστε με εικονικότητες. Εξάλλου, το συγκεκριμένο άσυλο δεν πρέπει ακατανόητα να εκλαμβάνεται ως ένα είδος ουτοπικού καταφυγίου «τύπου Canudos», σαν αυτό δηλαδή που είχε φαντασθεί ο λογοτέχνης Βάργκας Γιόσα!
Ποιο είναι το συμπέρασμα; Η σημερινή παραπαίουσα κυβέρνηση, αλλά και οι επαγγελματίες της πολιτικής γενικότερα μάς βομβαρδίζουν με απίστευτες εικονικότητες.
Ο στόχος επετεύχθη
Το Ισραήλ ανακοίνωσε μονομερή εκεχειρία στη Γάζα και ο πρωθυπουργός του δήλωσε ότι πέτυχαν τους στόχους τους. Υποθέτουμε ότι στόχος ήταν να σκοτώσουν περισσότερους από 1.300
Παλαιστινίους, τόσοι υπολογίζονται οι νεκροί της επιχείρησης, πολλά παιδιά ανάμεσά τους, να τραυματίσουν πολύ περισσότερους και να γκρεμίσουν πάρα πολλά κτίρια, διότι αυτό πέτυχε οπωσδήποτε, το είδαμε ακόμα και στις λίγες εικόνες που επέτρεπαν τα διάφορα εμπάργκο και εμπόδια στον Τύπο. Βέβαια τα παιδιά μπορεί να μην ήταν στόχος καθαυτά, αλλά φαντάζεστε πώς είναι τα παιδιά εκεί πέρα: ένα σωρό, ξαμολημένα στα στενά, πώς να τα αποφύγεις; Τρέχουν εδώ κι εκεί, πέφτουν πάνω στις βόμβες. Άτιμα παιδιά, ανακατεύονται και καταστρέφουν τις δίκαιες επιθέσεις... Ο στόχος θα ήταν προφανώς κάποια αριθμητική υπεροχή νεκρών, η οποία οπωσδήποτε επετεύχθη. Αφού οι διάφοροι «Παλαιστίνιοι μαχητές» με τις ρουκέτες είναι ζήτημα αν καταφέρνουν να σκοτώνουν δεκατρείς Ισραηλινούς τον χρόνο, το Ισραήλ έκανε μια μαζική εξόφληση για πολλές δεκαετίες, παρελθούσες και μέλλουσες, πώς βάζεις στον λογαριασμό του παιδιού σου ένα μεγάλο ποσό, αν έχεις, για να αντιμετωπίσει τα έξοδά του όταν μεγαλώσει; Με περισσότερους από 1.300
νεκρούς έχουν κάνει προεξόφληση μελλοντικών επιθέσεων με ρουκέτες και μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι, που λέει ο λόγος.
Διότι το κακό με τους νεκρούς είναι ότι δεν συμπεριφέρονται όπως τα χρήματα, κι ας μετριούνται κι αυτοί με νούμερα. Οι τράπεζες θυμάτων λειτουργούν με δικούς τους νόμους, οι οποίοι ακόμα δεν είναι εντελώς αντιληπτοί στους καταθέτες. Αν και θα έπρεπε. Τόσους αιώνες έχει αποδειχτεί ότι οι νεκροί δεν αποφέρουν τόκο στους νικητές. Στο Ισραήλ θα έπρεπε να το ξέρουν. Το τι λογαριασμούς άνοιξαν, πόσο ενίσχυσαν τους ήδη ανοιχτούς για τα παιδιά τους ένθεν και ένθεν, ακόμα δεν φαίνεται να έχουν καταλάβει.
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009
Τα σατανάκια
«Σατανάκια» λέω τα άχρηστα μηχανήματα που νομίζεις ότι τα έχουν βρει για να μας σπάνε τα νεύρα.
Το τελευταίο μου σατανάκι είναι αυτά τα ηλεκτρονικά «φέις κοντρόλ» που έχουν βάλει στις τράπεζες.
Αν διαβάζετε εκτός Αθηνών, ίσως δεν ξέρετε για ποιο πράγμα γράφω. Είναι αυτό που πας να μπεις στην τράπεζα και στέκεσαι σαν χάνος μπροστά στην ηλεκτρονικά κλειδωμένη πόρτα. Πρέπει να πατήσεις ένα κουμπί, σαν κουδούνι. Μια από αυτές τις σπαστικές, άψυχες ηλεκτρονικές φωνές σε διατάζει να περιμένεις μέχρι το φωτάκι πάνω από το κουδούνι να γίνει πράσινο «για να εισέλθεις». Και περιμένεις.
Και ανάβει το ρημάδι το πράσινο.
Κανονικά, τώρα θα έπρεπε να μπεις στην τράπεζα. Αλλά δεν μπαίνεις στην τράπεζα. Μπαίνεις στη ζώνη του λυκόφωτος. Η πόρτα σε βγάζει σε ένα θαλαμίσκο σαν ασανσέρ και μπροστά σου είναι... μια άλλη πόρτα. Ακολουθείς την ίδια οργουελική διαδικασία, ακούς την ίδια εκνευριστική φωνή. «Περιμένετε να ανάψει το πράσινο φως, για να εισέλθετε». Σαν δύσκολο αλκοτέστ είναι!
Τα λίγα δευτερόλεπτα μέσα στον θαλαμίσκο του λυκόφωτος, που ένας Θεός ξέρει από τι κοντρόλ σε περνάει, είναι σπαστικά για οποιονδήποτε άνθρωπο. Αλλά το πάρτι γίνεται με τους ηλικιωμένους. Σφηνώνουν. Παγιδεύονται. Δεν καταλαβαίνουν τις οδηγίες. Δεν ακούνε τη φωνή. Πανικοβάλλονται. Ανεμίζουν τσάντες, μαγκούρες, μασέλες, βιβλιάρια και καταριούνται το Σύμπαν, όλο αυτό στα μουγκά, γιατί απέξω δεν μπορείς να τους ακούσεις.
Απλώς βλέπεις μια γιαγιά με τσεμπέρι να χτυπιέται μέσα σ' ένα γυάλινο κλουβί, λες κι έχει μπει ο διάολος μέσα της. Απέξω ο υπόλοιπος πληθυσμός σταυροκοπιέται, ωρύεται και συν-καταριέται το άπαν Σύμπαν και τα ξαδέλφια του, ενώ από μέσα ο κόσμος προσπαθεί να μανουβράρει τη γιαγιά με χειρονομίες παντομίμας, με αποτέλεσμα η σκηνή να μοιάζει με ομαδικό εξορκισμό.
Καλωσορίσατε στη ζωή μου, σατανάκια. Μόνο εσείς μας λείπατε.
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009
Αξιόπιστοι και... αξιόπτυστοι κύριοι
Ποτέ δεν είναι «καλή» η στιγμή για να αποκαλυφθούν στοιχεία διαφθοράς στον πολιτικό στίβο μιας χώρας. Αλλά αν υπάρχει η χειρότερη στιγμή για να βγουν στην επιφάνεια τέτοια στοιχεία, αυτή η στιγμή είναι τώρα.
Δεν σας λέω «ελάτε στη θέση του απλού πολίτη», γιατί... είμαστε στη θέση του. Είμαστε όλοι οι Ελληνες που ιδρωκοπάνε για έναν μισθό που δεν φτάνει, που κυνηγούν δεύτερη και τρίτη δουλειά, και πάλι δεν βγαίνουν.
Ολες οι Ελληνίδες που δουλεύουν, μεγαλώνουν παιδιά, και αντιμετωπίζουν μια καθημερινότητα ασφυκτική: ακρίβεια, δυσκολίες, αισχροκέρδεια, μηδέν ελεύθερο χρόνο. Ολοι οι πιτσιρικάδες που δεν ξέρουν τι θα τους ξημερώσει. Είμαστε όλοι οι άνω των εξήντα που θεωρούμε πλέον τη λέξη «σύνταξη» σύντομο -και κακόγουστο- ανέκδοτο.
Κι όλοι εμείς είμαστε που ακούμε -μέσα σ' ένα τσουνάμι ανατιμήσεων, αισχροκέρδειας και μαύρων προοπτικών- για πολιτικές μίζες, δώρα, δωράκια, μαύρο χρήμα, διευκολύνσεις και χατίρια.
Ακούμε και βγαίνουμε από τα ρούχα μας. Ακόμα και η κρίση μας θολώνει: σε λίγο δεν θα μπαίνουμε πια στον κόπο να ξεχωρίσουμε έναν αξιόπιστο πολιτικό από έναν... αξιόπτυστο. Θα μας αηδιάζουν όλοι μαζί.
Αυτό νομίζω πως είναι το χειρότερο έγκλημα. Δεν είναι οι κλεψιές και τα λαδώματα, όσα, όποτε κι αν αποδειχτούν. Είναι που με κάθε «δωράκι» που δέχονταν οι άνθρωποι αυτοί, υπονόμευαν την εκτίμηση του κόσμου σε όλους τους «πολιτικούς», ακόμα και σ' εκείνους που επέλεξαν τον δρόμο τού «όχι» στο ύποπτο χρήμα.
Κάποιος σοφός είπε ότι «η δημοκρατία είναι ένα ελαττωματικό σύστημα διακυβέρνησης, δεν παύει όμως να είναι το καλύτερο που διαθέτουμε».
Οι παρέες των «κυρίων» (και... κυριών, δυστυχώς, διότι στη διαφθορά επικρατεί... ισότητα) έκαναν ό,τι μπορούν για να τραυματίσουν την ήδη εύθραυστη εμπιστοσύνη μας σ' αυτό το «ελαττωματικό» σύστημα. Πώς μετριέται, λοιπόν, μια τέτοια ζημιά; Κι ακόμα χειρότερα, πώς «τιμωρείται»;
Ενα «κλικ» από τη φρίκη
Ενα χεράκι στο χώμα. Το υπόλοιπο παιδί λείπει.
«Να τη δείξουμε;»
Στα γραφεία σύνταξης των εφημερίδων, στις αίθουσες κοντρόλ των τηλεοπτικών δικτύων, στα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία, οι ίδιες τυπικές ερωτήσεις του πολέμου. «Περνάνε» αυτά τα πλάνα; Μήπως παραείναι σκληρά; Τυπώνονται αυτά τα στιγμιότυπα, βγαίνουν στον αέρα αυτές οι διηγήσεις;
Για το ζήτημα αυτό υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Θα ακούσετε έμπειρους της δουλειάς, με πείρα στην κάλυψη πολέμων, να συνιστούν φειδώ στη δημοσίευση τέτοιων εικόνων. «Ερχεται μια στιγμή», λένε, «που ένα ακόμα νεκρό μωρό στο πρωτοσέλιδο, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο για τον αναγνώστη. Οι φωτογραφίες, τα τηλεοπτικά πλάνα, όταν τα πετάς στα μούτρα του κόσμου χωρίς σεβασμό, χωρίς επεξεργασία, κινδυνεύουν να καταντήσουν ένας στείρος «διαγωνισμός φρίκης»».
Η άλλη σχολή είναι πολύ πιο αυστηρή. Δείξτε τα όλα, λένε: τα σκοτωμένα παιδιά, τα κομμένα κεφάλια, τους ακρωτηριασμούς, τα ουρλιαχτά, τα ματωμένα σάβανα. Δείξτε τα χωρίς φίλτρο, χωρίς λογοκρισία, χωρίς δισταγμό. Γιατί να «λυπηθούμε» τον χορτάτο τηλεθεατή, τον βολεμένο αναγνώστη; Τους πεθαμένους, άλλωστε, δεν τους λυπήθηκε κανείς.
Υπήρξαν άλλωστε τέτοιες φωτογραφίες-σοκ που ξεσήκωσαν τις κοινωνίες: θυμηθείτε το καμένο από τις ναπάλμ κορμάκι μιας Βιετναμέζας προσφυγοπούλας, κι άλλα «κλικ» φρίκης, που έκαναν τον κόσμο να ξεσηκωθεί, να πει «ποτέ πια».
Δεν είναι όμως οι φωτογραφίες ή τα πλάνα του μακελειού που μας συντρίβουν ψυχικά, αλλά οι ενοχές που νιώθουμε όταν υποχρεωνόμαστε να τις κοιτάξουμε. Τα μάτια ενός θανάσιμα πληγωμένου από βόμβες παιδιού, ρωτάνε πάντα «γιατί». Ενα «γιατί» που απευθύνεται σ' εμάς προσωπικά. Αυτό είναι που δεν αντέχεται...
Από καθαρή άμυνα, φιλτράρουμε την ωμή πραγματικότητα του πολέμου. Βάζουμε τη (σχετικά) «λιγότερο σοκαριστική» φωτογραφία. Διανθίζουμε τα σκληρά γεγονότα με ψύχραιμες και επιστημονικές αναλύσεις. Για να καταφέρουμε να αντέξουμε, όχι τον πόλεμο δίπλα μας, αλλά στην ουσία, τον ίδιο τον εαυτό μας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)