Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Κύπρου και Πατησίων γωνία

Όπως ισχυρίζεται μειοψηφούσα στον Δήμο της Αθήνας παράταξη, η περιοχή Κύπρου και Πατησίων, όπου και το επίμαχο των ημερών οικόπεδο, δεν χρειάζεται άλλα πάρκινγκ αλλά πράσινο. Μάλλον έχει δίκιο. Γιατί οι πολίτες που παρκάρουν στα πεζοδρόμια δεν το κάνουν επειδή δεν υπάρχουν υπόγεια ή υπέργεια γκαράζ. Παρκάρουν έτσι, γιατί συνήθισαν να ζουν σε μια πόλη όπου η αυθαιρεσία, η υπεξαίρεση του δημόσιου χώρου και η ασχήμια έγιναν ο κανόνας. Ακόμη όμως κι αν η ως άνω παράταξη έχει άδικο, το γεγονός ότι είναι μειοψηφούσα δεν της αφαιρεί το δικαίωμα του λόγου και της δράσης, ούτε βέβαια αυτό την καθιστά αυτομάτως υποχείριο «οργανωμένων κομματικών ή επιχειρηματικών συμφερόντων που με προσχηματικούς λόγους και αυθαίρετες παρεμβάσεις παρεμποδίζουν κάθε προσπάθεια απεγκλωβισμού της πόλης και των κατοίκων της από προβληματικές καταστάσεις, χρόνιες δυσλειτουργίες και αδιέξοδες νοοτροπίες» όπως διατείνεται ο δήμαρχος. Το αντίθετο μάλιστα: στις δημοκρατίες, οι μειοψηφίες είναι που κάνουν τη διαφορά. Γι΄ αυτό και ο νόμος ορίζει ανοιχτές διαδικασίες στα πολεοδομικά ζητήματα και δίνει το δικαίωμα στους πολίτες, αδιακρίτως πολιτικών φρονημάτων ή ιδεολογικών προσανατολισμών, να λαμβάνουν γνώση των αποφάσεων της διοίκησης, να αποφαίνονται επ΄ αυτών και αν διαφωνούν να τις προσβάλλουν στα αρμόδια δικαστήρια. Η πρόβλεψη αυτή έχει ακριβώς αυτό το νόημα: να προστατεύσει την κοινωνία των πολιτών, η οποία δεν κυβερνά, από τυχόν αυθαιρεσίες των κυβερνώντων. Οι οποίοι, αν και έχουν πάρει τη «λαϊκή εντολή», δεν έχουν λευκή επιταγή και υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας. Αυτό άλλωστε ήταν και το πνεύμα της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου που διαπίστωσε την παράλειψη στην προθεσμία των 30 ημερών που όριζε ο νόμος για την «κοινωνική διαβούλευση». Αντί της οποίας η δημοτική αρχή διάλεξε, άγρια χαράματα, να στείλει τις μπουλντόζες και τα αλυσοπρίονα για να προλάβουν τις πιθανές αντιδράσεις αντιτιθέμενων δημοτών ΑΥΘΟΡΜΗΤΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ «Αν υπάρχει κάτι ελπιδοφόρο σ΄ αυτή την αδιέξοδη και αβίωτη πόλη είναι οι αυθόρμητες επιτροπές πολιτών» και περιοίκων, αυτών που ο δήμαρχος χαρακτηρίζει συλλήβδην ανεύθυνους και επαγγελματίες (sic) οικολόγους. Και στη συνέχεια να στείλει (ή να παραγγείλει) και τα ΜΑΤ για να προστατέψουν τους εντεταλμένους υπαλλήλους- επιδρομείς από τους δημότες, εν ονόματι των οποίων ο δήμαρχος ασκεί την εξουσία. «Θα γκρεμίσω τις πολυκατοικίες για να κάνω πράσινο», είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο σημερινός δήμαρχος. Αντ΄ αυτού όμως γκρέμισε και τα λιγοστά δέντρα σε μια ασφυκτικά δομημένη περιοχή για να φυτέψει τσιμέντο. «Δεν θα πω πολλά, θα κάνω πολλά» ήταν το προεκλογικό σύνθημα του κ. Κακλαμάνη. Τώρα έγινε κατανοητό το βαθύτερο νόημα των δηλώσεων εκείνων που μέσα στην αμφισημία τους γοήτευσαν το εκλογικό σώμα. Η κίνηση του αιφνιδιασμού και της εν συνεχεία καταστολής είχε και συμβολικό χαρακτήρα. Η κοπή των απροστάτευτων δέντρων μέσα στην καρδιά της πόλης μαζί με την επίδειξη της πυγμής είχε κάτι από το μεγαλείο του ΄60, τότε που ο αείμνηστος Καραμανλής ξήλωνε με τη βοήθεια του γκασμά και με τη συνοδεία φωτογράφων τις τελευταίες γραμμές του τραμ και μας έβαζε ολοταχώς στην εποχή της αντιπαροχής και των δημόσιων έργων. Που στη συνέχεια κατέστησαν συνώνυμα της οδοποιίας, των πλακοστρώσεων, των επιχωματώσεων, των εκβραχισμών, των ισοπεδώσεων, των εθνικών και των κάθε λογής ΠΑΘΕ, έτσι που να καταποντιστεί μέσα στο οποιοδήποτε συλλογικό υποσυνείδητο το αγροτικό παρελθόν της μετεμφυλιακής κοινωνίας. Αν υπάρχει κάτι ελπιδοφόρο σ΄ αυτή την αδιέξοδη κι αβίωτη πόλη δεν είναι σίγουρα οι γνωμοδοτήσεις των κρατικών ρυθμιστικών, πολεοδομικών, αρχιτεκτονικών κ.τ.λ. οργανισμών, που τά ΄χουν κάνει μούσκεμα και που υποτάσσονται αμαχητί στις διαθέσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Είναι οι αυθόρμητες επιτροπές πολιτών, που χωρίς μολότοφ και άσκοπη βία, χωρίς μεγάφωνα και κραυγαλέα συνθήματα, στήνουν τραπεζάκια στις βασανισμένες γειτονιές, μαζεύουν υπογραφές, επιστρατεύουν εθελοντές δικηγόρους, ανοίγουν πηγαδάκια, οργανώνουν με το τίποτα συναυλίες συμπαράστασης, φτιάχνουν τα αυτοσχέδια πανό τους μέσα στο κρύο και τη βροχή υπερασπιζόμενοι το αυτονόητο. Το δικαίωμα, δηλαδή, στην οικολογία της καθημερινότητας.

Ασκήσεις προγραφής

Η κόρη της φίλης μου πάει στο προνήπιο, είναι τριάμισι χρονών. Τους κάνουν ασκήσεις προγραφής. Προσοχή, όχι προγραφής με την έννοια που της έδιναν οι Ρωμαίοι, όταν έβγαζαν καταλόγους ανθρώπων που έπρεπε να σκοτώσουν. Προγραφή, πριν από τη γραφή δηλαδή. Αρχίζεις να προ-γράφεις ως προ-νήπιο, και την επόμενη χρονιά βγαίνει το προ- και από τα δύο. Γίνεσαι κανονικό νήπιο και μαθαίνεις κανονική γραφή. Διευκρινίζω, γιατί έκανα μια ώρα να καταλάβω. Τους δίνουν λοιπόν χαρτιά και φτιάχνουν τα γράμματα σαν μεγάλα σχέδια, να εξοικειώνονται με αυτό το δύσκολο πράγμα. Και πρέπει μερικές από αυτές τις ασκήσεις να τις κάνουν και στο σπίτι. «Πρέπει να γράψω» είπε στη μαμά της η μικρή όταν γύρισε από το προνήπιο. Της κακοφάνηκε της μητέρας. Από τα τριάμισι μελέτη στο σπίτι; Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία παίζουν, τρέχουν, βγαίνουν έξω, είναι ανέμελα. Πάμε μια βόλτα καλύτερα; Πήγαν τη βόλτα, αλλά την άλλη μέρα η μικρή γύρισε πολύ δυσαρεστημένη από το προνήπιο. «Όλα τα παιδάκια είχαν κάνει τις ασκήσεις στο σπίτι, μόνο εγώ δεν είχα!» Τι να κάνει η μητέρα; Να επιμείνει και να απομονώσει το παιδί, να συμπλεύσει με το προ-νηπιαγωγείο αντίθετα στις απόψεις της; Αγωνίστηκε για λίγους μήνες, δεν το έβαλε κάτω, το έβγαζε βόλτα κι ύστερα την έπιασε αγωνία: κι αν συνηθίσει έτσι να πηγαίνει κόντρα στο πνεύμα του σχολείου, κι αν συνεχίσει στο Δημοτικό; Και αν πιστέψει ότι η μαμά θα της επιτρέπει και μεθαύριο να είναι κακή μαθήτρια; Υποχώρησε στο τέλος και κάθεται να προ-γράφουν μαζί στο σπίτι. Της εύχομαι να είναι η κόρη της καλή μαθήτρια, αλλιώς θα την τρώει η ενοχή δώδεκα χρόνια. Ποιος της φταίει; Ας προ-πρόσεχε...

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Τα «καλά παιδιά» με τρομάζουν

Τα ήσυχα «καλά παιδιά» μού προκαλούν τόση θλίψη. Δεν φωνάζουν πολύ, δεν αγανακτούν όταν πρέπει, δεν διεκδικούν όσο πρέπει, δεν συγκρούονται. Κι όλοι τα θεωρούν όλα αυτά πολύ θετικά στοιχεία. Μπορεί να βράζουν μέσα τους, αλλά δεν επιτρέπουν συνήθως στον θυμό τους να εκφραστεί, ούτε στον πραγματικό εαυτό τους να φανερωθεί. Κι αν κάποια στιγμή ξεσπάσουν εκρηκτικά, όλοι ξαφνιάζονται. Δεν μπορεί, οι άλλοι φταίνε. Ποτέ η δική τους η «χύτρα» που χάλασε. Αυτά τα μοναχικά «καλά παιδιά» με το απόμακρο βλέμμα και το γλυκό αφηρημένο χαμόγελο. Τους μιλάς κι έχεις συνεχώς μιαν αίσθηση παράξενη, σαν να βρίσκεσαι σε κενό αέρος. Είναι αλλού, αλλά δεν σου λένε, «συγγνώμη, δεν μπορώ να σ΄ ακούσω τώρα» γιατί, είπαμε, είναι «καλά παιδιά» και δεν απογοητεύουν κανέναν. Κάνουν, όμως, κάτι πιο απογοητευτικό: σ΄ αφήνουν να κρέμεσαι, μόνος, ματαιωμένος, πείθοντας τους άλλους αλλά και τον εαυτό τους ότι είναι ευγενικοί, όχι αδιάφοροι. Αυτά τα ουδέτερα «καλά παιδιά» μού ξυπνάνε τόσο θυμό όταν φοράνε διάφορα «πουκάμισα» λογικής για να μην ανακατευτούν πουθενά- δεν με νοιάζει, δεν μου αρέσουν οι καβγάδες, όλοι δίκιο έχουν, τι σημασία έχει, ο καθένας ας κάνει ό,τι θέλει, κι άλλα τέτοια. Αυτά τα δυστυχισμένα «καλά παιδιά» που στρέφουν την αγωνία τους στη σκληρή δουλειά καπνίζοντας ατέλειωτα πακέτα τσιγάρα ή, ακόμη χειρότερα, πνίγουν τον πόνο τους στο αλκοόλ ή στα ναρκωτικά και λένε «αν βλάπτω κάποιον, είναι ο εαυτός μου». Κι αν δεν ξεσπάσει κάποιο μεγάλο δράμα μ΄ αυτούς πρωταγωνιστές, όπου όλοι θα δηλώνουν μπροστά στις κάμερες «μα, ήταν τόσο καλό παιδί», όλα θα μοιάζουν «φυσιολογικά». Και ήσυχα. Πολύ ήσυχα. Τραγικά ήσυχα.

Επικράτεια του τσαμπουκά

Στα γήπεδα η Ελλάδα δεν αναστενάζει πια, παίζει ξύλο. Αλλά δεν της φτάνουν τα γήπεδα, παίζει ξύλο σε δρόμους και πλατείες, λες και είναι το μόνο πράγμα που της έχει απομείνει. Σε λιμάνια επίσης, στον Πειραιά που κάποτε έψαχνες να βρεις άλλο λιμάνι τόσο να σε τρελάνει. Τώρα ψάχνεις να βρεις άλλο λιμάνι να σαλπάρεις και πίσω να μην κάνεις. Πιάνεις τόπο στο πεδίο της καθημερινής μάχης που έχει γίνει η χώρα σου. Αλλά είναι κλειστοί οι δρόμοι με τρακτέρ και στα λιμάνια τα δακρυγόνα απαντούν σε εκτοξευόμενες πατάτες. Εντάξει, στην Παιδεία δε λέω, είναι πιο πολιτισμένα τα πράγματα, απλώς όλοι φεύγουν ακατάδεχτοι από τον διάλογο της tabula rasa, όπως είχαν φύγει ακατάδεχτοι από τον διάλογο της Μαριέττας Γιαννάκου. Μορφωμένοι άνθρωποι, όχι σαν τους άλλους. Αν δεν έχεις παιδιά να πηγαίνουν σχολείο, δεν θέλεις να ταξιδέψεις, δεν είσαι καθαρίστρια που συνδικαλίζεται, δεν τρελαίνεσαι να πας στη Λυρική που τελεί υπό κατάληψη, δεν σου αρέσει το ποδόσφαιρο και τα γήπεδα γενικά, δεν είσαι άρρωστος να χρειάζεσαι νοσοκομείο και να πέσεις στην ένδεια του ΕΣΥ, καλά θα κάνεις να μην περνάς κοντά από τα αστυνομικά τμήματα που βάζουν στόχο οι επαναστάτες. Δηλαδή αυτοί που ονομάζουν εαυτούς επαναστάτες, διότι έτσι που έγινε η βία καθημερινή και ανέξοδη, επανάσταση κάνει όποιος την αρνείται. Αυτοί που προσπαθούν να συμβιβαστούν με τους αντίθετους, να συζητήσουν, να συμφιλιωθούν, παζαρεύουν και υποχωρούν λίγο προσπαθώντας να πείσουν και τους άλλους να υποχωρήσουν άλλο λίγο, αυτοί είναι οι σιωπηλοί και άδοξοι επαναστάτες στη χώρα του τσαμπουκά. Αλλά δεν τους δοξάζουμε, δεν τους αναγνωρίζουμε, προκαλούν αμηχανία τόσο διαφορετικοί που είναι από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τόσο φιλόδοξοι και απαιτητικοί από τον εαυτό τους και τους άλλους.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

«... Φαντάζετε ωραίοι, πνιγμένοι μες στα χρέη»!

Oι γείτονες απέναντι έμαθα ότι πήραν και άλλο δάνειο, για να αγοράσουν το δεύτερο τζιπ (τρίτο αυτοκίνητο) στην οικογένεια- κι ας μένουν στο νοίκι. Μπορεί και αυτοί, όπως και τόσοι άλλοι τελευταία, που οδηγούν φανταχτερά οχήματα στους δρόμους της Αθήνας, να κυκλοφορούν με αναμμένα τα φώτα του καινούργιου αρχοντοτζίπ μέρα-μεσημέρι, για να ξεχωρίζουν πάση θυσία: «Δείτε μας!». «Στην άκρη, να περάσουμε!». Εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το αυτοκίνητο είναι εκ των ων ουκ άνευ στα κοινωνικά διαπιστευτήρια του Έλληνα. Παλαιότερα, δεν έβλεπες στον δρόμο παρκαρισμένες Μερσεντές, γιατί όποιος είχε τέτοιο αυτοκίνητο διέθετε μονοκατοικία και γκαράζ. Τώρα, βλέπεις παντού, ακόμα και σε υποβαθμισμένες γειτονιές, παρκαρισμένες Μερσεντές πάνω σε πεζοδρόμια και σε γωνίες, όπως όπως... Και αυτά τα Καγιέν, πια, κατάντησαν ψωμοτύρι κάθε οικογένειας που σέβεται τον νεόπλουτο εαυτό της. Την ίδια ώρα, 2,1 δισ. ευρώ σε καταναλωτικά δάνεια, διαβάζω, βρίσκονται σε καθυστέρηση και 250.000 ελληνικά νοικοκυριά αδυνατούν να πληρώσουν τις δόσεις τους προς τις τράπεζες. Γεμάτες οι μάντρες στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης με πολυτελή αυτοκίνητα, που πήγαν πακέτο πίσω, όταν δεν πληρώθηκαν οι δόσεις... Είναι αλήθεια ότι τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως διάβασα σε συζήτηση του Ευρωκοινοβουλίου, πλησιάζουν οι δανεισμοί των πολιτών στην Ελλάδα; Κάθε σπίτι δηλαδή και δάνειο, κάθε... πρώτη του μηνός και καημός- για να παραφράσουμε τα τραγούδια μιας άλλης Ελλάδας και να αυτοσαρκαστούμε... Κουτί μού φαίνεται να μας ταιριάζει το σύνθημα που άκουσα στις πορείες του Δεκεμβρίου από μαθητές και φοιτητές: «Φονιάδες των λαών νοικοκυραίοι, φαντάζετε ωραίοι πνιγμένοι μες στα χρέη!».

Αλληλεγγύη της γειτονιάς

«Είναι τρομερό», έλεγε μια νέα κοπέλα στο κινητό της τηλέφωνο, ενώ περιμέναμε στην ουρά της ΔΕΗ για λογαριασμούς που είχαν λήξει. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι κάνω αυτήν τη στιγμή! Περιμένω στην ουρά να πληρώσω τον λογαριασμό της ΔΕΗ! Όχι, όχι, δεν είναι δικός μου παιδάκι μου, εγώ έχω βάλει να εξοφλείται από την τράπεζα, θα μου το είχαν κόψει σαράντα φορές, αφού ξέρεις ότι πάντα τον ξεχνάω! Μιας γειτόνισσας, ναι, όχι, δεν είναι φίλη μου, αυτό θέλω να σου πω (γκριμάτσα στο κενό), κάθε άλλο παρά φίλη μου, δεν το πιστεύω αυτό που κάνω. Είναι μία, τι να πω (σκύψιμο κεφαλιού), μια απαίσια γριά, φωνακλού, αντιπαθητική, α-πε-ρίγρα-πτη (γέλια) κι εγώ τώρα περιμένω στην ουρά για χάρη της! Μα, μήπως είμαι τρελή; Γιατί το κάνω; Δεν ξέρω. Με έχει βρίσει επανειλημμένως όλα αυτά τα χρόνια που μένω εδώ, πότε στάζουν οι γλάστρες στο κεφάλι της, πότε την ξυπνά η μουσική, μια γκρινιάρα, ναι, και άκου τι έγινε χτες βράδυ: είχε την πόρτα ανοιχτή, μένει στο ισόγειο, και καθώς έμπαινα στο ασανσέρ βάζει μια φωνή. Λέω μέσα μου, ωχ, τι θα ακούσω πάλι; Πάω να φύγω, δυναμώνει τη φωνή, και να, λέει «σε παρακαλώ, άντε να μου πληρώσεις τη ΔΕΗ, θα μου κόψουν το φως, δεν μπορώ να περπατήσω!». Τι να έκανα; Τη λυπήθηκα, λυπήθηκα το τέρας! Ολομόναχη στον κόσμο, να μην μπορεί να κουνηθεί, να παρακαλά εμένα που με έβριζε, κατάντια! Και όχι τίποτε άλλο, σκέφτηκα αν βρεθώ ποτέ στη θέση της γερνώντας, εμένα ποιος θα βρεθεί να με βοηθήσει, που δεν τα βάζω με κανέναν; Μήπως αυτό είναι η περίφημη αλληλεγγύη των γειτόνων; Να ξεκινήσω να τσακώνομαι στη γειτονιά, να αρχίσουν να με προσέχουν;

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Έχουμε τρελαθεί...

Θράσος. Θέλετε να μάθετε τον ορισμό της λέξης; Εγώ το έζησα στο πετσί μου, με αποκορύφωμα το τελευταίο τηλεφώνημα που δέχτηκα την Κυριακή το απόγευμα και με έβγαλε εκτός εαυτού. Ποιοι είναι οι εκφραστές του θράσους και της απαράδεκτης συμπεριφοράς; Οι μετρ των κλαμπ που πιστεύουν πως είναι οι θεοί της νυχτερινής διασκέδασης. Προσγειωθείτε, πατήστε λίγο έδαφος! Εμφάνιση γνωστού DJ είναι προγραμματισμένη γι΄ αυτό το Σάββατο. Εγκαίρως, απευθυνθήκαμε στο «τυχερό» κλαμπ, ζητώντας ένα τραπέζι. Μπήκαμε σε λίστα αναμονής. Έχουμε ξημερώσει πολλάκις στα γνωστά στέκια της πόλης που πάσχουν από αϋπνία και συνεπώς γνωρίζαμε πως η κατάσταση θέλει λίγο «σπρώξιμο»- αν είναι δυνατόν. Ακόμη και για να κλείσεις τραπέζι χρειάζεσαι μέσον! Αθάνατη Ελλάδα. Ξαφνικά, βγήκαμε από τη λίστα αναμονής την περασμένη Παρασκευή. Και πάλι, όμως, η τύχη μας να βρούμε «στασίδι» απείχε όσο και να βρεθεί λύση στο Μεσανατολικό. Η ερώτηση της υπεύθυνης με έκανε να σαστίσω: «Το τραπέζι σας θα είναι ομοιόμορφο;». Ό,τι καταλαβαίνετε, κατάλαβα! Με τα πολλά, αυτό που με ρωτούσε ήταν εάν ο αριθμός των αρσενικών θα ισούται με τον αριθμό των θηλυκών. Με μαθηματική ακρίβεια της απάντησα, πως αυτό που με ρωτά είναι- το λιγότερο- γελοίο. Το επόμενο τηλεφώνημα το δέχτηκα την Κυριακή. Μόνο συγχαρητήρια δεν μου είπε, επειδή το τραπέζι μάς περίμενε. Τέτοια χαρά δεν μπορούσα να την αντέξω. Και η κεραμίδα έπεσε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. «Σας παρακαλώ, να περάσετε να μου αφήσετε προκαταβολή 600 ευρώ». Ναι, η έκπληξη της βραδιάς δεν ήταν ο DJ, αλλά τα δύο μπουκάλια σαμπάνιας που έπρεπε να πιούμε θέλουμε δεν θέλουμε. Και φυσικά κανείς δεν μπήκε στο κόπο να μας ενημερώσει... Εννοείται, πως με επέπληξαν, επειδή εργαζόμουν και δεν μπορούσα να σπεύσω αμέσως να τους προπληρώσω. Δεν νομίζω να αναρωτιέται κανείς ύστερα από αυτά, πού θα πάω το Σάββατο το βράδυ!