Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Χαρισμένο εισιτήριο

«Μήπως έχετε ένα εισιτήριο;» ρώτησε η νεαρή την πρώτη επιβάτιδα του τρόλεϊ, μόλις μπήκε μέσα. Ψιθυριστά το είπε, σαν να έκανε κάτι κακό, ήταν και κοντά στον οδηγό, ντρεπόταν που είχε μπει μέσα χωρίς εισιτήριο. «Έχω» λέει αμέσως η άλλη, χαμογελώντας κιόλας, κι αρχίζει να ψάχνει την τσάντα της. Βρίσκει το εισιτήριο, της το δίνει, πάει η νεαρή να την πληρώσει, δεν ήθελε με τίποτα. «Δεν το χρειάζομαι εγώ, της εξηγεί, εγώ έχω κάρτα, αλλά παίρνω και κανένα εισιτήριο μαζί μου μήπως το χρειαστεί κανείς... Αν θυμηθώ δηλαδή» είπε κοκκινίζοντας λίγο, σα να έκανε κι αυτή κάτι κακό που αγοράζει εισιτήρια για να τα προσφέρει σε άλλους, οι οποίοι μπορεί να είναι και άγνωστοι. Ίσως να έχει απαυδήσει από τις χοντράδες των ελεγκτών όταν σε βρίσκουν χωρίς εισιτήριο και να αποφάσισε να προσφέρει εκείνη ένα σε κάποιον που θα ζήταγε. Ακραίο; «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, πραγματικά το χρειάζομαι, έψαξα στα περίπτερα της γειτονιάς μου και δεν είχαν, πρέπει να αγοράζω από το κέντρο πάντα... Όμως πρέπει να το πληρώσω...». Η γυναίκα που είχε προσφέρει το εισιτήριο πήρε αγκαλιά την τσάντα της, να απασχολεί τα χέρια της, ίσως για να μη δεχτούν το ευρώ, και κούνησε το κεφάλι συνεχίζοντας να χαμογελάει.«Όχι, δεν πρέπει, αφού σας λέω το είχα για αυτό τον σκοπό!» η άλλη επέμενε, «εντάξει, αλλά γιατί δεν με αφήνετε να σας δώσω λεφτά; Δεν είναι σωστό... Αισθάνομαι άσχημα!». Ο διάλογος συνεχίστηκε κάμποση ώρα χαμηλόφωνα. Στο τέλος νίκησε η επιμονή της γενναιοδωρίας. Η κοπέλα, έχοντας κοκκινίσει, πήρε το χαρισμένο εισιτήριο και πήγε να το χτυπήσει. Από δίπλα ένας νεαρός σηκώθηκε και προσέφερε τη θέση του σε μια ηλικιωμένη. Ίσως να είναι μεταδοτική η ευγένεια. Δοκιμάστε.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Κουρασμένο παλικάρι

Το είχαμε καταλάβει πως είναι κουρασμένο το παλικάρι, δεν χρειαζόταν δήλωση. Το ξέραμε από την πρώτη μέρα, που είχε πάει να συζητήσει το Κυπριακό κι έτρωγε πίτσες κλεισμένος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Δεν είναι ο μόνος, πολλοί άνθρωποι που υποχρεώνονται να κουβαλάνε στους ώμους τους τη βαριά κληρονομιά ενός ονόματος, μιας οικογένειας, μιας παράδοσης, γεννιούνται κουρασμένοι και δεν μπορούν να ζήσουν για να ξεκουραστούν, δεν τους αφήνουν. Πρέπει ντε και καλά να γίνουν διάδοχοι, να παίξουν έναν ρόλο που δεν ξέρουν αν τους πάει. Μα, θα πείτε, δεν έχουμε κληρονομική βασιλεία, κανένας δεν ανάγκασε τον Καραμανλή να γίνει αρχηγός της Ν.Δ. ούτε τους άλλους γιους και θυγατέρες (γιατί δεν είναι μόνο αυτός κουρασμένος, είναι και οι υπόλοιποι. Να μην πω ότι είμαστε όλοι, ως τέκνα των γονιών μας και εγγόνια των παππούδων μας...). Πράγματι δεν έχουμε κληρονομική βασιλεία, αλλά έχω αρχίσει να αμφιβάλλω λίγο. Εσείς είστε σίγουροι; Κάτι σαν εκείνη τη διπλή βασιλεία της Σπάρτης δεν σας θυμίζει η φάση που περνάμε; Με συναίνεση και πάθος να έχουμε βαλθεί να στήσουμε από το μηδέν την κληρονομική εξουσία, ξεχνώντας τον νόμο της κούρασης. Χρειαζόμαστε κάποιον σαν τον Ομπάμα, παιδί πατέρα φευγάτου, μας λείπει η ορμή του ανερχόμενου με τα δικά του ποδαράκια, και έχουμε γιους κι εγγόνια, κόρες κι εγγονές θερμοκηπίων, με εγκατάσταση τζακιών. Είναι κουρασμένος ο Πρωθυπουργός, αλλά δεν έχει το θάρρος να υποκύψει στην παρακμή, να το ευχαριστηθεί τουλάχιστον, γιατί- όπως και τόσοι άλλοι μικροί και μεγάλοισκέφτεται μπακάλικα: εντάξει, είναι βαρετό, αλλά πού θα βρω καλύτερα; Πρωθυπουργός είμαι στο κάτω κάτω, ό,τι καλύτερο είχε να μου δώσει αυτή η βαλκάνια ψωροπερήφανη πατρίδα μου το έδωσε. Πλήττω, αλλά τι να γίνει; Υπομονή.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Σκοτεινή πόλη

Η Αθήνα δεν χρειαζόταν την Ώρα της Γης για να σκοτεινιάσει. Είναι σκοτεινή διαρκώς, κακοφωτισμένη και μελαγχολική τα βράδια. Πάλι καλά που έχουν παρασυρθεί κι ανοίξει μερικά ξενοδοχεία γύρω στην Ομόνοια, φωτίζονται, καθαρίζουν τα πεζοδρόμια, φτιάχνουν μια όαση για λίγο, αλλά είναι να λυπάσαι τους τουρίστες που περνάνε με τα πόδια την υπόλοιπη πόλη για να φτάσουν εκεί. Τώρα τελευταία βλέπεις μέσα στις ερημιές και κάτι παρέες εφήβων, μαθητές από σχολεία της επαρχίας, ήρθαν εκδρομή πενθήμερη στην πρωτεύουσα. Ευτυχώς έχουν τους εαυτούς τους τα παιδιά και ευτυχούν μόνο και μόνο επειδή είναι όλα μαζί μακριά από τη ρουτίνα, αλλά αυτή η πόλη που βλέπουν, όσο τη βλέπουν, το κέντρο της χώρας, θα πρέπει να τους απογοητεύει πάρα πολύ. Έρμη και σκοτεινή, αδιάφορη, άσχημη, καμένη, μουντζουρωμένη. Η πόλη που δεν αγαπάμε. Γκράφιτι κακότεχνα, γεμάτα επιθετικότητα πάνω στα κλειστά ρολά των μαγαζιών, βρώμα, σκοτάδι, λινάτσες κουρελιασμένες που καλύπτουν ερείπια εδώ και δεκαετίες. Το Μινιόν, το Ακροπόλ, φαντάσματα στην Πατησίων. Καμένο το γωνιακό θέατρο απέναντι από το Μουσείο, να χάσκει ξεκοιλιασμένο. Στην Πανεπιστημίου τα μαρμάρινα σκαλιά στο Οφθαλμιατρείο, στον Άγιο Διονύση, σπασμένα κομματάκια. Α, θα τα πηγαίνουν στου Ψυρή για στρίμωγμα που βοηθά να ξεχνιέσαι, σε κάποια μέρη για τουρίστες που προσπαθούν να ξεγελάσουν. Αλλά επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, περπατώντας στον δρόμο νιώθουν στον αέρα τα συναισθήματα των απόντων κατοίκων να κυμαίνονται από το μίσος στην αδιαφορία. Τι τα φέρνετε εδώ τα παιδιά; Πηγαίνετέ τα στην Πλάκα τουλάχιστον, στην αρχαία Αγορά, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μην τα απομακρύνετε από εκεί. Εκτός κι αν θέλετε να καταπολεμήσετε την αστυφιλία, γιατί έτσι που την αντικρύζουν σήμερα την Αθήνα αποκλείεται να επιθυμήσουν ποτέ να έρθουν να εγκατασταθούν εδώ. Εμβολιάζονται εναντίον της.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Ρήγα εσύ σούπερ σταρ

Ο τύπος ήταν άπαιχτος. Οχι μόνο επειδή έζησε εκατό ζωές σε είκοσι μόλις χρόνια. Οχι μόνο επειδή σήκωσε πιτσιρικάς το κουμπούρι και έφαγε τον Τούρκο, ούτε επειδή τελείωσε τη ζωή του ως πολιτικός κρατούμενος, η εκτέλεση του οποίου ξεσήκωσε τη διεθνή κατακραυγή. Και τη «Χάρτα» να αφήσει κανείς απ' έξω, και το πάθος του για την ακρίβεια της επιστήμης, και τον έρωτά του για τη γλώσσα και τον πολιτισμό, όλα αυτά τα κολοσσιαία να σβήσουν, να ξεχαστούν και να χαθούν, και ν' απομείνει μόνο ο «Θούριος», πάλι η μορφή του Ρήγα θα πάλλεται από ροκιά μέχρι το τέλος της Ιστορίας. Ο «Θούριος» είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο, βαθύτατα πολιτικό, βίαιο, αλλά ταυτοχρόνως και βαθιά ανθρωπιστικό. Στα «καμένα» από την υποχρεωτική παπαγαλία μυαλά μας, μένει το «ως πότε παλικάρια» και το «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή». Τα SOS, σαν να λέμε. Κρίμα. Εχουμε τέτοιο κείμενο στον πολιτισμό μας και το αγνοούμε. Ενα κείμενο που μιλάει απλά και λαϊκά για την αδελφοσύνη των ανθρώπων, ανεξάρτητα με την καταγωγή, τη σημαία, τη θρησκεία ή το χρώμα τους. Ενα κείμενο που θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα, ή πεντακόσια χρόνια μπροστά στο μέλλον. Οι φιλόλογοι μιλούν για «αντιφάσεις» και ξύνουν τα κεφάλια τους απορημένοι. Μα είναι ακριβώς οι αντιφάσεις του «Θούριου» το καλύτερο μάθημα των αντιφάσεων της Ιστορίας. Είναι η επιμονή του στον διαχωρισμό των εννοιών «ελευθερίας» και «αναρχίας» (που τη λογαριάζει χειρότερη κι από σκλαβιά), ένα συγκλονιστικό σχόλιο στους προβληματισμούς των καιρών μας. Με τους στίχους του «Θούριου» στο στόμα, λένε πως πέθαιναν στη μάχη οι αγωνιστές του 21. Επειδή ήξεραν για ποιο λόγο πεθαίνουν. Σε άλλους καιρούς, όπως οι σημερινοί, το δώρο του Ρήγα είναι εξίσου σπουδαίο: Μ αυτούς τους στίχους μπορούμε σήμερα να ζήσουμε. Και να ξέρουμε γιατί ζούμε.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Ομόνοια

Η ροή των αυτοκινήτων έχει γεννήσει ένα νησί στη συμβολική και όχι μόνο καρδιά της πόλης, στην Ομόνοια. Πάντα από το τζάμι τη βλέπουμε, κι αν είμαστε πεζοί δεν περνάμε ποτέ από τη μέσα μεριά. Εκεί είναι σαν νησί του «Survivor» χωρίς κάμερες, μόνο για ταξιδιώτες. Κάθονται στα σκαλιά, κάτω από τις ελιές, δίπλα στα παρτέρια, σειρές από ξένους και μας κοιτάνε ενώ από την άλλη όχθη τους κοιτάμε εμείς. Σαν να περιμένουν όλοι κάτι να γίνει. Εμείς οι ντόπιοι περιμένουμε να αλλάξει η πλατεία για πολλοστή φορά, να έχουμε πάλι θέμα θλίψης και συζήτησης. Οι ξένοι άλλα πράγματα περιμένουν, δεν ξέρουν ότι έχει αναπλαστεί τόσες πολλές φορές η πλατεία, θα τη νομίζουν μόνιμη. Θα χαζεύουν ίσως το αδικημένο γλυπτό στη γωνία, που έπρεπε να δουλεύει με νερό, αλλά όταν το έβαλαν θυμήθηκαν πως νερό δεν σηκώνει η Ομόνοια. Χτες βράδυ κάπως είχε μαζέψει νερό πάντως, ίσως με τη βροχή κάπου το αποθηκεύει. Έσταζε ώρες μετά δημιουργώντας ένα παράξενο φαινόμενο. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια πέρασα μέσα στο «νησί». Έκανα μια βόλτα νιώθοντας ότι έχω πάει ταξίδι σε άγνωστη χώρα. Ήταν όλα βρεγμένα είχε κρύο, αλλά ήταν όμορφα. Αλήθεια λέω. Είναι ωραία πλατεία τελικά. Αν ποτέ τη δείτε, θα το διαπιστώσετε. Δεν υπήρχε κόσμος, δυοτρεις παρέες μεταναστών μόνο κουβέντιαζαν καθισμένες στα υγρά παγκάκια. Ανάμεσά τους δυο γυναίκες, μιλούσαν κάποια σλάβικη γλώσσα, βολεμένες όσο αναπαυτικά μπορούσαν, δίπλα στη συστάδα δέντρων προς την Αγίου Κωνσταντίνου που έχει εντυπωσιακά αναπτυχθεί. Έδειχναν να έχουν οικειοποιηθεί τον χώρο, να απολαμβάνουν την έξοδο, το άνοιγμα, το κάποιο πράσινο, τη σχετική, νησιώτικη ησυχία, να θεωρούν ότι κάπου είχαν πάει τέλος πάντων. Κάτι που οι ντόπιοι δεν το κάνουμε ποτέ. Και σε καμία πλατεία.

Στο σχολείο ξανά...

Δεν κατάφερα ποτέ να μάθω την Ελληνική Επανάσταση στο σχολείο όπως έπρεπε. Μπέρδευα τους αριθμούς των νεκρών, τους στρατηγούς, τους εμφύλιους, τα πίσωμπρος, κι ακόμα χειρότερα το επιστημονικό πνεύμα του καθαυτού μαθήματος της Ιστορίας με τους ενθουσιασμούς και τις κραυγές, τους χορούς και τις σημαίες των ετήσιων πανηγυρισμών. Δύσκολο να συνδυάσεις και να τα χωνέψεις όλ΄ αυτά. Κι αν αποφάσιζες να ασχοληθείς σοβαρά μετά τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όσο περισσότερα μαθαίνεις τόσο περισσότερα ερωτήματα γεννιούνται για το πώς και το γιατί του τότε, κι ο θόρυβος από τα αεροπλάνα στην παρέλαση μαζί με όλα τα συμπαρομαρτούντα είναι σαν να θέλει να σβήσει τους προβληματισμούς. Πριν από λίγα χρόνια, πηγαίνοντας ξανά στο σχολείο, να πάρω ελέγχους των παιδιών μου τώρα, περίμενα ώρα στην ουρά διαβάζοντας αφηρημένα το ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου, κορνιζαρισμένο στον διάδρομο. «Βλέποντες τα άλλα ευρωπαϊκά έθνη να έχουν την ελευθερίαν τους» έλεγε, «εσυλλογιστήκαμεν κι εμείς γιατί να μην έχωμεν... αποφασίσαμε να αγωνιστώμεν για να αποκτήσωμεν πολιτική υπόστασιν...». Νάτοι λοιπόν οι αγωνιστές τη στιγμή που παίρνουν τη μεγάλη απόφαση. Έχουν σχέδιο, στόχο και πρότυπο. Μιλάνε με ακρίβεια γι΄ αυτό που θέλουν, κι ας είναι δύσκολο να το καθορίσουν στις λεπτομέρειες. Θέλουν πολιτική υπόσταση κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αν είχα φανταστεί ποτέ απλοϊκούς αγωνιστές που ήθελαν ελευθερία γενικά και αόριστα χωρίς κάποιο πρότυπο, ή με πρότυπο την κοινοτική διοίκηση που μπορούσαν να ασκούν στην οθωμανική περίοδο, είχα κάνει λάθος. Μπορεί να μην έμοιαζαν καθόλου με Ευρωπαίους την εποχή εκείνη, αλλά ήξεραν τι ήθελαν να κάνουν, με τι ήθελαν να μοιάσουν. Σωστό ή λάθος, δεν θα μπορούσα ποτέ να τους το πω. Πάντως κατάλαβα ότι ο αγώνας τους συνεχίζεται. Ακόμα.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Σύγχρονες ηρωίδες

Νίκησαν λοιπόν οι κρατούμενες, νίκησε μετά θάνατον η Κατερίνα Γκουλιώτη, που πρέπει να απαιτούμε κάπως να μάθουμε πώς έγινε και πέθανε στο πλοίο της μεταγωγής. Η κολπική εξέταση που τις ταπείνωνε και τις εξευτέλιζε θα αντικατασταθεί με υπερηχογράφημα, όπως είχε ζητήσει εκείνη με διαρκή υπομνήματα και αιτήσεις μέσα από τη φυλακή. Στο τελευταίο της γράμμα πριν πεθάνει, που αξίζει να το βρείτε και να το διαβάσετε στο Διαδίκτυο για να δουλέψει καλύτερα η φαντασία σας σε σχέση με αυτές τις εξετάσεις, επειδή είναι δύσκολο να το συλλάβει ο νους του ελεύθερου ανθρώπου, παρουσιάζει τον εαυτό της με τόση αξιοπρέπεια και ειλικρίνεια που παθαίνει σοκ κάποιος ο οποίος έχει στον νου του τους φυλακισμένους ή τους τοξικομανείς σαν ανθρώπους χωρίς συνείδηση και χωρίς δυνατότητα έκφρασης των αναγκών και των προβλημάτων τους. Εκείνη συνέτασσε υπομνήματαέχει πιαστεί το χέρι μου να γράφει, λέει κάποια στιγμή στο γράμμα- και οι δεσμοφύλακες τι έκαναν; Τι έγινε πάνω στο πλοίο και την οδήγησε σε θάνατο δεμένη; Θα ερευνηθεί, θα μάθουμε ποτέ; Μια ηρωίδα των ημερών που γιορτάζουμε τους ήρωες, και μη σκεφτείτε ότι κάνω ανίερες συγκρίσεις. Για την πολιτική υπόσταση της χώρας, όπως οι επαναστάτες του Εικοσιένα, αγωνίστηκε κι αυτή, για τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της. Και το δικαίωμα που κέρδισαν οι κρατούμενες είναι νίκη όχι μόνο για εκείνες, αλλά για όλους μας σαν πολίτες, γυναίκες και άνδρες. Τι κρίμα να δίνει ακόμα ευκαιρίες για τέτοιες θυσίες η χώρα, να χρειάζεται ακόμα ήρωες για τα βασικά και τα αυτονόητα, όταν τόσο ωραία λόγια ξέρουν όλοι να λένε, τόσο ζυγισμένους νόμους να διαθέτουμε να ρυθμίζουν τις ελευθερίες και τα δικαιώματα...