Πέμπτη 23 Απριλίου 2009
Ζώντας στο μέλλον
Προς το παρόν η Αθήνα παραμένει παράξενα ανθρώπινη, απολαύστε όσο μπορείτε σήμερα, αύριο, το Σαββατοκύριακο. Μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία και να την ξανακάνουν Κόλαση, διότι ζούμε πια στον αστερισμό της μάθησης, αν και δεν μας φαίνεται. Πάσχα, Χριστούγεν- να, καλοκαίρι, μόλις τα σχολεία κλείσουν βρίσκει ξανά η πόλη τις ανθρώπινες διαστάσεις της, στοιχειωδώς τουλάχιστον. Είναι μυστήριο, τόσα πολλά είναι τα σχολικά που κυκλοφορούν; Ή μήπως είναι γονείς με γιωταχί που πάνε τα παιδιά σε μακρινά σχολεία; Και όταν κλείνουν τα σχολεία, οι γονείς τι κάνουν; Πάνε διακοπές κι αυτοί; Δεν δουλεύουν; Πώς τα καταφέρνουν; Μαζί με τα σχολεία ανοίγουν και τα ωδεία; Μήπως αυτά δημιουργούν την κίνηση; Τα αγγλικά, το πιάνο, το μπαλέτο; Τι γίνεται ακριβώς; Πόσα χιλιόμετρα πρέπει να κάνει ο μέσος μαθητής για να ολοκληρώσει τη μόρφωσή του; Γιατί ποτέ κανείς δεν το ερεύνησε;
Πάρτε μια ανάσα πριν ξαναρχίσουμε να ζούμε στη φρενίτιδα του μέλλοντος των παιδιών μας. Τα οποία, θέλουμε να ξεφύγουν και τα στέλνουμε σε μακρινά σχολεία. Τι να κάνουμε, αφού τα σχολεία στις γειτονιές ήταν πολύ ακριβά οικόπεδα και δεν έβγαζαν τα έξοδά τους; Έγιναν τεράστιες πολυκατοικίες τα παλιά σχολεία, εκείνης της παράξενης περιόδου που μπορούσες να πας στο σχολείο με τα πόδια. Όλο και μακρύτερα αναζητούνται οικόπεδα για ωραία σχολεία, θες ένα μικρό ταξίδι κάθε μέρα για να φτάσεις. Δεν φτάνουν οι περιφερειακές Υμηττού, σε λίγο θα χρειάζονται αεροδρόμια. Τα παιδιά φυγαδεύονται όλα, εκτός από όσα δεν μπορούν για οικονομικούς λόγους. Τα πιο φτωχά, τα λιγότερα προνομιούχα, τα παιδιά των μεταναστών, μόνο αυτά έχουν ακόμα το προνόμιο να πηγαίνουν με τα πόδια στο σχολείο τους. Αλλά η διαδρομή είναι δύσκολη και δυσάρεστη, όπως όλων των πεζών, οπότε εξισώνεται το πράγμα.
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
Παράξενες νοσταλγίες
Κάθε 21η Απριλίου, από το ΄74 και μετά, μπορούμε να αναλογιζόμαστε την ευτυχία μας. Δεν έχουμε πια δικτατορία, ο στρατός, αν και δυσανάλογα απαιτητικός, ακριβός και χρονοβόρος για τα αγόρια, δεν απειλεί τη δημοκρατία. Αλλά υπάρχουν πολλοί που δεν συμφωνούν πως πρέπει να χαιρόμαστε, η δημοκρατία δεν τους αρέσει. Υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι τίποτα δεν άλλαξε κατά βάθος, νοσταλγούν εξ αριστερών τη χούντα, θεωρούν μεγάλη ατυχία που έχασαν τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου το ΄73, ή που δεν τον συνέχισαν μέχρι να αναπαραγάγουν πλήρως τη Γαλλική Επανάσταση μαζί με την περίοδο της Τρομοκρατίας και δεν παρηγοριούνται όσες καταλήψεις κι αν κάνουν, όσα γκαζάκια και μολότοφ κι αν ρίξουν.
Υπάρχουν και οι εκ δεξιών νοσταλγοί, αυτοί που ονειρεύονται ότι μια δικτατορία θα ανάγκαζε τους πολίτες να ζήσουν πιο πειθαρχημένα, θα ήταν αυστηρή με τη διαφθορά κ.λπ., κ.λπ.
Πόσο λάθος κάνουν και οι μεν και οι δε... Εμείς που θυμόμαστε τη χούντα ξέρουμε ότι η ζωή ήταν πολύ πληκτική, ότι οι λίγες μέρες της αντίστασης δεν εξαγόρασαν τα χαμένα χρόνια της νιότης μας, που πέρασαν αναγκαστικά μακριά από τα πολύ πιο ενδιαφέροντα πολιτικά, καλλιτεχνικά, κοινωνικά κινήματα που τότε συγκλόνιζαν την Ευρώπη. Όπως ξέρουμε ότι οι χούντες κάθε άλλο παρά αυστηρές είναι με τη διαφθορά. Αντίθετα, την εκκολάπτουν και τη διατηρούν σαν απαραίτητη συνθήκη, ενώ την ντύνουν με αφόρητη, κακόγουστη και άκρως καταπιεστική ηθικολογία. Κανονικά θα έπρεπε να έχουμε μπολιαστεί απέναντι σε αυτήν ακριβώς την άποψη, θα έπρεπε αυτόματα να βγάζουμε σπυριά με τις ηθικολογίες που υπόσχονται πολιτική επικράτηση της αρετής. Αλλά πέρασαν χρόνια, καλομάθαμε, ξεχαστήκαμε και ξεθύμανε το φάρμακο. Άσε που πολύς κόσμος την είχε βγάλει επτά χρόνια με το κεφάλι χωμένο στην άμμο, δεν έμαθε να ξεχωρίζει...
Τρίτη 21 Απριλίου 2009
Πολύ λουστρίνι φέτος
Αν δεν το μάθατε σας πληροφορώ εγκύρως, επειδή τα βήματά μου με τράβηξαν στα παπουτσήδικα, ακολουθώντας περασμένους βιορρυθμούς προφανώς, ότι τα λουστρίνια είναι στη μόδα. Πέδιλα και ξώφτερνα και πιπτόου γυαλίζουν και σφυρίζουν και αντανακλούν χαρούμενα τη μελαγχολική πραγματικότητα, σε χρώματα ανοιχτά και χτυπητά, όχι σαν εκείνα που φορούσαμε τη Λαμπρή όταν ήμασταν παιδιά. Όμως δεν μπορώ να τα συμπαθήσω. Όσο διαφορετικά κι αν είναι, κάτι πάνω τους θυμίζει εκείνο τον πασχαλινό καταναγκασμό του καινούργιου παπουτσιού με την μπαρετούλα, που ενθουσίαζε όλους τους συγγενείς κάθε Πάσχα, ενώ τα πόδια της κτήτορος υπέφεραν από το αλύγιστο υλικό. Συνοδεύονταν συνήθως από ακριβό, άβολο φορεματάκι που μπορεί να είχε και πιέτες οι οποίες σιδερώνονταν και κολλαρίζονταν, κι ήταν και κάτασπρο, οπότε απαγορευόταν να αγγίζεις οτιδήποτε απειλούσε να το λερώσει. Κάτι που σήμαινε ότι στην κωμόπολη όπου πηγαίναμε τότε για Πάσχα, στο ταξίδι εκείνο που το περιμέναμε πώς και πώς για να βρεθούμε λίγο στη φύση, στερημένα παιδιά των διαμερισμάτων όπως ήμασταν (και τότε δεν υπήρχαν τηλεόραση και Ίντερνετ) έπρεπε να προσέχουμε ανά πάσα στιγμή μη λερωθεί το φουστάνι και μη λασπωθεί το στενό και βασανιστικό λουστρίνι. Και περίμενε βέβαια εκεί η σχετική καζούρα των ντόπιων τους οποίους υποτίθεται ότι θα θαμπώναμε ως Αθηναίοι, ενώ κατά βάθος λαχταρούσαμε να μπορούσαμε να τρέξουμε και να αλητέψουμε φρενιασμένα, να κυλιστουμε στα χορτάρια και να κάνουμε πατσαβούρι το καλό φόρεμα, το λουστρίνι να το πετάξουμε, να γίνει ανάμνηση. Σαν αυτή που έρχεται τώρα μπροστά στα μοντέρνα πεδιλάκια που προσπερνώ με φρίκη, να πάω εκεί όπου ψωνίζουν τα σημερινά παιδιά. Αθλητικά, βολικά παπούτσια, ελευθερία και άνεση, εγγυημένο τρεχαλητό ξέδωμα και παιχνίδι. Τυχερές γενιές ετούτες, κι ας μην το ξέρουν.
Παρασκευή 10 Απριλίου 2009
Εαρινές συνάξεις αστυφυλάκων
Δεν τους λένε αστυφύλακες πια, δεν ξέρω γιατί. Θα έπρεπε να το σκεφτεί ο Δημόσιας Τάξης.
Να τους ονομάσει αστυφύλακες ξανά. Θα ήταν πολύ εντυπωσιακό, κι επιπλέον θα έδινε ευκαιρία για νέες προσλήψεις, όπως έγινε με τους αγροφύλα- κες. Θα έκλεινε την καθημερινή ψαλίδα.
Αυτή που ανοιγοκλείνει ψαλιδίζοντας τη σχέση της πολιτικής με την πραγματικότητα. Για μια μέρα πιθανότατα θα την έκλεινε.
Κι οι νέοι αστυφύλακες θα χρειάζονταν νέες στολές, νέες μηχανές, νέα αυτοκίνητα, άλλο χρώμα, άλλο σχέδιο. Θα είχαν κάτι από πασαρέλα όλες αυτές οι συνάξεις τους, το νέο αυτό σκηνικό που στήνεται στην Αθήνα «για να νιώσουμε ασφαλείς». Ενώ τώρα ξανά παίζουν οι ίδιοι αστυνόμοι. Αν και έχουν καταπληκτικά γιλέκα, πρέπει να ομολογήσουμε.
Νιώθετε ασφαλείς; Φάλαγγες αστυνομικών περνάνε μαρσάροντας από την Πατησίων, επιβλητικοί, θορυβώδεις σηκώνουν σκόνη, ξεκουφαίνουν αλλά μεταδίδουν εικόνα κύρους, εικόνα αδίστακτων διωκτών του εγκλήματος. Α, ωραία, επιτέλους οι ιππότες εκστρατεύουν. Πρωί πάνε, μεσημέρι έρχονται. Ενδιαμέσως ξεκαβαλάνε στο Κολωνάκι, που είναι και πιο ενδιαφέρον, να κάνουν και καμιά βόλτα. Σμάρια μαζεύονται μπροστά σε τράπεζες. Σταματάνε νεαρούς, σταματάνε μετανάστες, ζητάνε χαρτιά. Το «κίνημα» τώρα δικαιώνεται. Οι εξεγερμένοι «του Δεκέμβρη» και των υπόλοιπων μηνών, τα άγρια παιδιά που πήραν τον σουρεαλισμό κατά γράμμα και βγήκαν με τα ρόπαλα να τιμωρήσουν τη ζωή μας, κάτι τέτοιο ονειρεύονταν. Με τα μελανότερα χρώματα περιέγραφαν το «σύστημα», κοντεύουν να το βάψουν έτσι. Κατάφεραν να στήσουν το όνειρό τους. Κι από την άλλη πλευρά, εκείνοι που ονειρεύονται να κυνηγούν μέσα στον δρόμο, αυθορμήτως, νεαρούς βοηθώντας την Αστυνομία, να τους πιάνουν και να τους ρίχνουν κάτω, α τι ενδιαφέρον, τι σασπένς, κι αυτοί το έζησαν το δικό τους όνειρο.
Πέμπτη 9 Απριλίου 2009
Αγαπητό παγόβουνο
Ένα παγόβουνο μεγάλο σαν την Τζαμάικα μπορεί να ξεκολλήσει από την Ανταρκτική και να αρχίσει να ανεβαίνει βόρεια, ένα ολόκληρο κομμάτι της παγοκρηπίδας που βρίσκεται εκεί αιώνες. Φαντάζεστε ένα τέτοιο νησί στους ωκεανούς, να σιγολειώνει πλησιάζοντας τον Ισημερινό και να παγώνει τα νερά μέχρι να χαθεί τελείως;
Έχουν κιόλας λειώσει κάμποσα παγόβουνα, κι ίσως έτσι εξηγείται μια παγωμάρα που κυριαρχεί προϊούσης της ανοίξεως, ή το ότι πουντιάζουμε περιμένοντας το φαινόμενο του θερμοκηπίου να μας ζεστάνει. Αυτό είναι το κακό με τις προβλέψεις, δεν υπάρχει καμιά πρωτότυπη ιδέα για το τι θα γίνει μέχρι να λειώσουν όλα αυτά τα παγόβουνα και να φτάσουμε όλοι στο στάδιο του βεδουίνου με τις καμήλες μας στην έρημο. Ενδιαμέσως πώς θα χειριστούμε τόσο περιφερόμενο πάγο; Δεν υπάρχει πρόταση επιστημονική ας πούμε, πώς μπορεί η παγωμένη Τζαμάικα να γίνει κάτι σαν αληθινή Τζαμάικα μέχρι να εξαφανιστεί παγώνοντας τα παγκόσμια νερά και ψυχραίνοντας τις ακτές όλης της Γης, των τζαμαϊκανών συμπεριλαμβανομένων. Πόσα χρόνια θα κρατήσει αυτή η διασπορά πάγου, κανένας δεν μέτρησε. Και στο μεταξύ τα παγάκια δεν περιφέρονται απλώς σε μορφή νεφών στον πρώην ανέφελο ουρανό μας, σκορπίζονται σαν εκείνα τα κομματάκια του διαβολικού καθρέφτη που είχε η Βασίλισσα του χιονιού στο παραμύθι του Άντερσεν, υγροποιούνται και μας συναχώνουν, κόβονται σε μέγεθος οικιακού πάγου για ουίσκι και ντρινγκ- ντρινγκ, κάνουν ποτηράκια τις ψυχές μας και τσουγκρίζουν παγωμένα.
Αγαπητό παγόβουνο, μάλλον αγαπητή παγοκρηπίδα Ουίλκινς με το όνομα, (άσε που θυμίζει κι αυτό ουίσκι) μήπως μπορείς να περιμένεις λίγους αιώνες ακόμα πριν κοπείς, να προχωρήσει η επιστήμη σε κάτι πιο ευφάνταστο, κάτι πιο πολύχρωμο, κάτι πιο θερμό, έστω έναν τρόπο να σε κάνει αποικία για μεταλλαγμένες πολικές αρκούδες που θα μεταμορφωθούν σε αμφίβια όταν λειώσεις;
Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Φοιτητική διασπορά
Ένας από τους διακόσιους τόσους νεκρούς, αλλά είχαμε μάθει το όνομά του και είχαμε δει τη μητέρα του, είχαμε ελπίσει ότι θα τα κατάφερνε ο Βασίλης, νέο παιδί, να επιζήσει στα χαλάσματα μέχρι να τον βγάλουν. Επειδή τον γνωρίσαμε, όχι μόνο επειδή ήταν Έλληνας, αλλά κι επειδή με κάποιον τρόπο ταυτιζόμαστε με την οικογένειά του. Την οικογένεια που σπουδάζει τα παιδιά της στα ξένα, είτε στην Ιταλία είναι, είτε στην Αγγλία και τις ΗΠΑ, είτε στη Ρουμανία, είτε στην Αφρική. Όλοι όσοι έχουν παιδιά ζούνε για χρόνια με τη σκέψη αυτή, πολλές χιλιάδες το κάνουν πράξη. Μόνο στην Ιταλία 15.000 Έλληνες φοιτητές, έγραφαν χθες «ΤΑ ΝΕΑ», γιατί ό,τι και να προγραμματίζουν τα υπουργεία, και ό,τι και να λένε οι διάφοροι σοφοί και άσοφοι, ότι υπάρχουν πολλοί πτυχιούχοι κ.λπ., θέλουμε όλοι, οι περισσότεροι, να τα σπουδάσουμε τα παιδιά μας. Και καλά κάνουμε. Δεν έχουμε περίσσευμα μόρφωσης στη χώρα μας.
Όσοι κάνουν κριτική σε αυτή την επιθυμία βγάζουν απέξω τα δικά τους παιδιά. Των άλλων να μη σπουδάζουν. Να έχουμε λίγες σχολές, λες και δεν ξέρουμε πως ξενιτεύονται τόσες χιλιάδες. Λίγες και «εκλεκτές»...
Ακούστηκε ήδη η ιδέα για μετεγγραφή των σεισμοπλήκτων, αλλά ίσως είναι ευκαιρία να γίνει μια άλλη συζήτηση. Αυτά τα χιλιάδες παιδιά που σπουδάζουν έξω, ας αναγνωριστούν απλώς.
Υπάρχουν. Γι΄ αυτό πρέπει να ιδρυθούν ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Να σταματήσει η υποκρισία πια. Να δεχτεί και η Εφορία την ύπαρξη των φοιτητών στα ξένα, που δεν καταλαβαίνει ότι στοιχίζουν και πολύ περισσότερο στις οικογένειες από τους φοιτητές στην Ελλάδα, τους μόνους που δέχεται. Να έχουν πάσο κι αυτοί και όλα τα προνόμια των εν Ελλάδι. Από τη μία κάνουμε πως δεν τους ξέρουμε, από την άλλη σεβόμαστε τα ξένα πτυχία πιο πολύ, κατά βάθος.
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
Αβάσταχτες κληρονομιές
Κανείς δεν μας καταλαβαίνει. Κι ο Ομπάμα, το είχαμε μαντέψει, δεν θέλει να το παίξει Μεγαλέξανδρος, όχι με τη δική μας περικεφαλαία πάντως. Διότι θέλει να συνομιλήσει λέει με το Ιράν και να κοιτάξει σοβαρά το Αφγανιστάν, θέματα εξόχως μακεδονικά, αφού ο πρόγονός μας Μεγαλέξανδρος τα είχε αντιμετωπίσει πρώτος, εξού και η Μαρία Κάλλας, όχι συγγνώμη, οι Καλάς ήθελα να πω, αλλά δεν σκοπεύει να εξαναγκάσει τους βόρειους γείτονες να μη λέγονται Μακεδόνες. Σου λέει, τι με νοιάζει εμένα, πατέρα Κενυάτη είχα, καμία σχέση με Μακεδόνες, ούτε καν του Αμαζονίου. Κι εδώ εμείς να πρέπει να μοιραστούμε την κληρονομιά του Μεγαλέξανδρου με τους ακατονόμαστους. Και την άλλη κληρονομιά, της δεκαετίας του ΄90 να μην έχουμε κανέναν να τη μοιραστούμε, αυτή να την καταναλώνουμε μόνοι μας. Εκείνη τη δεκαετία που ο κόσμος γκρεμιζόταν γύρω μας κι εμείς αρνούμασταν να το δεχτούμε. Κι είχαμε τον Σαμαρά υπουργό Εξωτερικών, μαθητευόμενο μάγο στην ορμή της νιότης του να ονειρεύεται επανάληψη των επαναλήψεων που είχε μάθει στα σχολικά βιβλία της Ιστορίας. Τώρα είναι υπουργός Πολιτισμού και χαμογελά σεμνά, γιατί να μη χαμογελά; Συμβολίζει τον πεδικλωμένο μας πολιτισμό καλύτερα από τον καθένα. Μπορεί να είναι περήφανος. Τον βλέπω να δίνει ένα μετάλλιο στην Ειρήνη Παπά, εις ανάμνηση των ωραίων ημερών, τότε που είχαμε ωραία δίκια και συγκινητική ταυτότητα και ξεσήκωνε τον κόσμο το «Ζ» και συγκινούσε ο «Ζορμπάς». Τελείωσαν οι δικτατορίες αλλά το παράπονο μας το έκαναν εμφύτευση να μας συνοδεύει και στις καλύτερες μέρες κάτι τύποι σαν τον Σαμαρά, να το σέρνουμε βαριά μυλόπετρα σε κάθε μας βήμα, να μη βλέπουμε πέρα από τη μύτη μας, να μη μπορούμε να χαρούμε. Κανείς δεν μας καταλαβαίνει, είναι αθεράπευτη κατάσταση...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)