Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Ραντεβού τον Σεπτέμβριο

«Θα δεις τι έχει να γίνει από το φθινόπωρο...». Μια πικρή φράση, που την ακούω όλο και συχνότερα σε παρέες, χώρους εργασίας, ακόμα και ανάλαφρες κοινωνικές εκδηλώσεις. Κουβεντιάζει ο κόσμος για την τρέχουσα κατάσταση και πάντα θα βρεθεί κάποιος να το πει:
«Αυτά που βλέπετε δεν είναι τίποτα, από τον Σεπτέμβριο και μετά θα γίνει χαμός».

Πείσμωσα. Οταν ακούω αυτό το απόφθεγμα-καραμέλα, σπρώχνω τη συζήτηση μέχρι προβοκάτσιας. «Τι εννοείτε; Τι θα γίνει τον Σεπτέμβριο; Θέλετε να γίνετε πιο σαφής;».
Ανακαλύπτω ότι ο κάθε ένας από μας ζει έναν υποθετικό, μελλοντικό (και πολύ διαφορετικό) Σεπτέμβριο. Ενα ορόσημο, κυρίως ψυχολογικό, όπου τα πράγματα από άσχημα, θα γίνουν πολύ χειρότερα. Αλλος εννοεί ότι πρέπει να πάρει το παιδί του από το ιδιωτικό και να το βάλει σε δημόσιο. Αλλος λαχταράει για τις δόσεις του δανείου του. Αλλος φοβάται για τη δουλειά του, την επιβίωση της οικογένειάς του κι άλλος πάλι (μη νομίζετε υπάρχουν κι αυτοί) ανησυχεί μήπως υποχρεωθεί να αναβάλει το ταξίδι στο εξωτικό νησί όπου περνάει τις γιορτές των Χριστουγέννων!
Ενας διαφορετικός «Σεπτέμβρης» περιμένει κάθε ελληνικό νοικοκυριό. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση αναμονής. Δεν είναι ακριβώς ότι ανησυχούμε πώς θα τα καταφέρει συνολικά η χώρα, γιατί αυτό το παιχνίδι αισθανόμαστε ότι είναι πέρα και έξω από τις δικές μας δυνάμεις. Τα προσωπικά μας όρια είναι που ετοιμαζόμαστε να τεστάρουμε. Ο επερχόμενος «Σεπτέμβριος» είναι η πριβέ Νέμεση του καθενός, κάτι σαν τον Κρόνο στο ζώδιό μας, αν έχετε πιστέψει ποτέ στην αστρολογία. Μπορεί να σε διδάξει ή μπορεί να σε συντρίψει, εξαρτάται πώς θα τον χειριστείς.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Κυριλλικό αλφάβητο

Να είχαµε και στην Αθήνα έναν πεζόδροµο σαν αυτόν που βρέθηκα απόψε, µετά από ταξίδι που αποφασίστηκε χωρίς πρόγραµµα, σε µια πόλη που δεν θυµάµαι το αληθινό της όνοµα.

Περπατώ και χαζεύω γύρω µου χωρίς να φοβάµαι ότι θα πέσει πάνω µου µηχανάκι, αυτοκίνητο, ούτε καν ποδήλατο, ούτε καν πατίνι, και δεν ξέρω να πω το όνοµα της πόλης στη δική της γλώσσα. Αν είναι δυνατόν! Ευτυχώς στα ελληνικά είναι εύκολο, τη λέµε Φιλιππούπολη, και βρίσκεται στη Βουλγαρία.
Προσπαθώ να διαβάσω το όνοµά της µε το κυριλλικό αλφάβητο και πάλι δυσκολεύο- µαι, δεν ξέρω ούτε να συλλαβίζω το αλφάβητο αυτό, κι ας το χρησιµοποιούν γειτονικές χώρες. Βγάζω οδηγό, φοράω γυαλιά, µε τα πολλά µαθαίνω τα κεφαλαία, λείπουν ακόµα τα µικρά. Θαυµάσια εγκεφαλική άσκηση, να προσπαθείς να διαβάσεις γρήγορα άγνωστες λέξεις σε αλφάβητο που µόλις έµαθες και που έχει µερικά γράµµατα ίδια µε το ελληνικό, οπότε το µυαλό πρέπει να πηγαίνει µπρος - πίσω στην οικειότητα µαζί τους.
Γιατί παρασέρνοµαι από τα γράµµατα όµως, και διαβάζω λέξεις που δεν καταλαβαίνω, αντί να χαζεύω τις προσόψεις απλώς, να ξεχνιέµαι για µια µέρα, αφού αύριο κιόλας φεύγω; Αντί να απολαύσω τη βόλτα, τη γλώσσα των κτιρίων που είναι παγκόσµια, γιατί σε όλους αρέσουν τα αναπαλαιωµένα κτίρια σε ήσυχους δρόµους µε αγάλµατα, παιδιά που παίζουν και νεολαία που πίνει µπίρες, κολλάω στις επιγραφές, στις ταµπέλες, και προσπαθώ να καταλάβω το νόηµά τους. Θα πρέπει να είναι η κλίση προς τους κρυπτογραφικούς κώδικες, όλα τα παραµύθια µυστηρίου που διαβάσαµε παιδιά και συνηθίσαµε να πιστεύουµε ότι µέσα στο ακατανόητο κρύβονται οι αλήθειες. Τελικά καταλαβαίνω ότι οι άγνωστες λέξεις κρύβουν διαφηµίσεις µπίρας, εκπτώσεις µαγαζιών και ονόµατα δηµοσίων υπηρεσιών. Δηλαδή κοινότοπες αλλά παγκόσµιες αλήθειες

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Θυµωµένοι υπάλληλοι, φοβισµένοι ταξιδιώτες


Πήγα στον σταθµό Λαρίσης να αγοράσω εισιτήρια.

Εκατοµµύρια έχει καταπιεί ο ΟΣΕ, δεν έχει καταφέρει να εκδίδει εισιτήρια µέσω Ιντερνετ. Είχε κόσµο, ουρές στα εκδοτήρια, κίνηση. Οι υπάλληλοι είχαν ύφος κουρασµένο, τόσο δυσαρεστηµένο, τόσο ενοχληµένο, που ντρεπόσουν να τους απασχολήσεις.
Ειδικά όταν έφτασα στο γκισέ και πέταξα το χαρτάκι προτεραιότητας η γκριµάτσα της υπαλλήλου χειροτέρεψε.
Ζήτησα σεµνά εισιτήριο, µου το έδωσε τσαντισµένη, το πήρα σεµνά, δεν της έφυγε η τσαντίλα. Δεν τόλµησα να ρωτήσω αν ήταν θέση στο παράθυρο, τράπηκα σε φυγή. Ολοι, πελάτες και υπάλληλοι, ήταν θυµωµένοι και δυστυχείς, σαν έτοιµοι να βάλουν φωνές για κάτι.
Μου θύµισαν πάλι το πρώτο ταξίδι µε τρένο της ζωής µου, αρκετές δεκαετίες πριν. Το βαγόνι ήταν γεµάτο, οι θέσεις δεν έφταναν, υπήρχαν όρθιοι φαντάροι, και φυσικά όρθια παιδιά, όπως εγώ. Ενας φαντάρος είχε βρει µια θέση από αυτές που ανοίγουν, µε πήρε στα γόνατα να έχει δικαιολογία να καθήσει. Πέρασα καλά, έλεγε παραµύθια σε όλο το ταξίδι, µόνο που δίπλα µια γυναίκα κρατούσε ανάποδα δυο κότες ζωντανές. Δεµένες από το πόδι, φτερούγιζαν κάθε τόσο και κακάριζαν, µέχρι να µπορέσει να τις ησυχάσει, καθώς όλοι γύρω την αγριοκοίταζαν. Ηταν τόσο φανερό ότι τις προόριζε για σφαγή, έπρεπε και να τις εξευτελίζει έτσι δηµόσια;
Τώρα δεν γίνονται τέτοια, κανείς δεν µεταφέρει κότες ζωντανές, και θα προτιµούσε να σκοτώσει τον φαντάρο ένας πατέρας, παρά να τον αφήσει να πάρει στα γόνατα την κόρη του. Αλλά κάθε φορά που αντικρύζω αυτά τα θυµωµένα και τα παραιτηµένα µούτρα σε τρένα και σταθµούς, θυµάµαι εκείνο το ταξίδι. Νιώθω σαν να είµαι εγώ η κότα που φτερουγίζει τροµαγµένη, και θέλει απεγνωσµένα να κακαρίσει. Χωρίς ελπίδα δε να βρω τίποτε γόνατα φαντάρου, να γείρω.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

η πίτα αφάγωτη


Μάλλον ένα διακριτικό ευχαριστώ για τη δωρεάν αγγελία θα έπρεπε να πει η κυβέρνηση στην «Guardian», αντί να διαµαρτύρεται και να ζητά να ανακαλέσει για την ιδέα της πώλησης νησιών. Το κράτος είναι χρεωµένο, τα νησιά είναι πολλά και όσοι τα αγοράσουν δεν µπορούν να τα πάρουν και να φύγουν. Κάτι σαν µίσθωση µπορούν να κάνουν, να φτιάξουν µια βίλα, ένα λιµανάκι, δεν µπορούν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος. Ενα σωρό βραχονησίδες ακατοίκητες έχουν τα µεγάλα νησιά δίπλα τους και η ανθρώπινη παρουσία κάτι µπορεί να τους προσφέρει, πέρα από το χρήµα της αγοράς. Γιατί τόση σπουδή πια να µπουν και τα νησιά στα ταµπού του πατριωτισµού, λες και έχουµε έλλειψη; Ολα ιερά και όσια είναι πλέον στη χώρα αυτή, από το θωρηκτό «Αβέρωφ» µέχρι τις βραχονησίδες, περνώντας κι από ένα σωρό µέρη. Ονόµατα, χρονολογίες, σύµβολα, λέξεις, έµµονες ιδέες, αυταπάτες συλλογικές. Ολα είναι ταµπού και µην αγγίζετε, µε εξαίρεση τα δάση που καίγονται κάθε χρόνο, την Πάρνηθα, το πολύτιµο βουνό της Αθήνας που δεν µπορεί να συνέλθει από την καταστροφή, τα αυθαίρετα που χτίζονται στα δάση, τα όµορφα κτίρια που γκρεµίζονται σε πόλεις και χωριά για να χτιστούν άσχηµα, παράνοµα, τα πεζοδρόµια που γεµίζουν σκουπίδια, τις παραλίες που καταπατούνται, τα ποτάµια που µολύνονται, τις λίµνες που ξεραίνονται, τα ζώα που χάνονται, τα φυτά που εξαφανίζονται, διάφορα τέτοια.

Αλίµονο. Αυτά είναι δικά µας, η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες για να την κάνουν ό,τι θέλουν και να την καταστρέφουν µόνοι τους. Κι ακούγεται πιο λογικό να κόβονται µισθοί και συντάξεις, να καταργούνται σχολές, παρά να πουληθεί ένα νησί που δεν χρησιµοποιείται από κανέναν. Θα δώσουµε το αίµα µας, την ποιότητα ζωής µας, αλλά τα ταµπού µας τα κρατάµε.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Τι κάνει η φύση;

Το Συµβούλιο της Επικρατείας µάς εκπλήσσει ξανά. Μέχρι τώρα το ξέραµε κυρίως για την οικολογική του ευαισθησία. Ισως και η νέα του απόφαση για το παλιό αεροδρόµιο στο Ελληνικό να είναι οικολογικά ευαίσθητη κατά βάθος, αφού µας θυµίζει αυτή την ξεχασµένη ιστορία, το Μητροπολιτικό Πάρκο.

Δεν έλεγε ακριβώς ότι δεν θα πρέπει το Ελληνικό να γίνει ποτέ ξανά αεροδρόµιο ο νόµος που ίδρυσε το «Ελ. Βενιζέλος», λέει το ΣτΕ, άρα οι ιδιοκτήτες µικρών αεροσκαφών που προσέφυγαν για να µπορούν να το χρησιµοποιούν έχουν δίκιο. Κι εδώ που τα λέµε, ποιον ενοχλούν τα αεροπλάνα τη στιγµή που τα τσιµέντα και η άσφαλτος των διαδρόµων προσγείωσης και απογείωσης είναι στη θέση τους; Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ξεκίνησε η συζήτηση για το πάρκο και το µη πάρκο; Στο µεταξύ κανένα φυτό δεν κατάφερε να σπάσει το υλικό αυτό, να σκάσει µύτη από µια χαραµάδα της ασφάλτου και του τσιµέντου.
Τι κάνει η φύση; Δεν τα βγάζει πέρα µε την ανθρώπινη επέµβαση; Δεν µπορεί να επινοήσει ρίζες µε πριόνι, κορµούς µε τρυπάνι, να υποσκάψει αυτή τη στέρεη κατασκευή; Είδατε τι καλά υλικά χρησιµοποιούνται καµιά φορά στα δηµόσια έργα; Ηταν ο παλιός καλός καιρός µε τους τίµιους εργολάβους. Τώρα έχουµε χρεοκοπήσει και δεν µπορούµε να ασχολούµαστε µε πάρκα. Αυτό είναι το κακό µε τις χρεοκοπίες, δεν µπορείς να ασχολείσαι µε ωραία πράγµατα. Εδώ όταν πλουτίζαµε, έστω µε δανεικά αλλά δεν το ξέραµε, το τσιµέντο του Μητροπολιτικού Πάρκου ήταν αδιαπέραστο, τώρα που φτωχαίνουµε θα στραφούµε στο πράσινο; Μόνο εκείνο το Φύλλο του Βασιλικού, που αυτοβούλως πληµµυρίζει πράσινο την πολυκατοικία σε µια από τις πρώτες του νουβέλες, θα µπορούσε να µας σώσει, κατακτώντας µέσα στο καλοκαίρι δρόµους και διαδρόµους.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Οι εξερευνητές δεν υπάρχουν πια

Κάτω από τα αλουµινένια πόδια της ξαπλώστρας, το παλιό λευκό βοτσαλάκι της πρώην αγαπηµένης παραλίας υπάρχει ακόµα. Εκείνο είναι ίδιο, εµείς έχουµε αλλάξει. Δεν µπορούµε πια να κάνουµε επικύψεις µέχρι το έδαφος, να απλώνουµε την ψάθα και να καθόµαστε επάνω της χωρίς άλλο χώρο ανάµεσα. Κάτι πάθαµε σαν άνθρωποι, σαν σώµατα, σαν λαός, και πρέπει σώνει και καλά να µεσολαβούν είκοσι ή τριάντα πόντοι από τα βότσαλα µέχρι τον χώρο που το σώµα θα ξαπλώσει. Και για να υπηρετήσουν τη νέα αυτή διαµόρφωση του ανθρωπίνου είδους, οι ενοικιαστές ξαπλώστρας πήγαν παντού. Στις πιο απόµακρες παραλίες, εκεί που κάποτε έφτανες µε ποδαρόδροµο µέσα από µονοπάτια και καθώς κατηφόριζες προς τη θάλασσα ένιωθες εκείνη την ανείπωτη ευχαρίστηση του εξερευνητή που ανακαλύπτει και κατακτά ένα κοµµάτι γης έστω και για λίγο, το κυριαρχεί µε µια πετσέτα και το ανακαλύπτει πόντο πόντο µε όλες τις αισθήσεις του, τώρα βρίσκεις να σε περιµένει η ξαπλώστρα φρεσκαρισµένη, ξεσκονισµένη, έτοιµη να µεσολαβήσει ανάµεσα σε σένα και όλα τα προηγούµενα.

Τέσσερις σειρές οµπρέλες και ξαπλώστρες, κι ο νεαρός µε την ποδιά έτοιµος να εισπράξει το αντίτιµο.
Οσο φτάνει το χειµέριο κύµα οι ξαπλώστρες. Νέα χρήση, κύµα χειµέριο και αλεξίλιο θερινό µετά ανακλίντρων. Αδικα, λοιπόν, τα χιλιόµετρα στην Εθνική και η βενζίνη η πανάκριβη, η αίσθηση του εξερευνητή εξαφανίστηκε, πνίγηκε µέσα στο πλαστικό ποτηράκι του φραπέ όπου σερβίρεται καφές για να συµπληρωθεί η πανδαισία των νέων κοµφόρ που προσφέρουν οι παραλίες. Καλύτερα στον Μπάτη του Φαλήρου µε το τραµ, τουλάχιστον δεν περιµένεις ώρες στο λιοπύρι να ανοίξουν οι δρόµοι, κι εκεί, κάτω από τις πολυκατοικίες, µέσα στην πόλη, ανακαλύπτεις ότι το ανθρώπινο σώµα µπορεί ακόµα να ξαπλώνει καταγής, τι θαύµα!

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Γιορτή στο θωρηκτό


Οι κατάλληλες στρατιωτικές κυρώσεις επιβλήθηκαν σε όσους τόλµησαν να χρησιµοποιήσουν το θωρηκτό «Αβέρωφ» για δεξιώσεις και γιορτές ειρηνικές που αλλοίωσαν τον στρατιωτικό του χαρακτήρα. Κρίµα, γιατί τουλάχιστον αυτοί που οργάνωσαν τις γιορτές απέδειξαν ότι διαθέτουν φαντασία. Να δώσεις λίγο ανάλαφρη και χαρούµενη όψη σε αυτά τα ένδοξα σιδερικά, να τα χρησιµοποιήσεις σαν σκηνικό γάµου, τι θα δήλωνε βαθύτερη πίστη στην αξία τους; Προσωπικά, σαν άνθρωπος που απεχθάνοµαι τον πόλεµο και τα τιµαλφή του δεν θα το έκανα ποτέ, αλλά να που η πρωτοβουλία ουδόλως εκτιµήθηκε. Δεν σκέφτηκαν οι θιγµένοι ούτε το ίδιο το θωρηκτό που οπωσ δήποτε θα έχει έξοδα συντήρησης και ένας καλός τρόπος να τα καλύψει είναι να νοικιάζεται για δεξιώσεις. Τώρα που φτωχαίνουµε, οι γαµήλιες δεξιώσεις είναι η µόνη σπατάλη που θα κοπεί δύσκολα, και είναι καλή ιδέα να αξιοποιηθούν γενικότερα τα µνηµεία εφόσον δεν υπάρχουν και πολλοί άλλοι κατάλληλοι χώροι. Υπήρξαµε δυστυχώς λαός πολεµικός και διαθέτουµε καινούργια και παλιά τανκς, θωρηκτά, υποβρύχια, βοµβαρδιστικά. Αχαρα πράγµατα, γκρίζα, µεταλλικά, άσχηµα, αλλά µε λίγο ροζ, µπαλόνια, γιρλάντες και µια τούρτα στη µέση βελτιώνονται ση µαντικά.

Βέβαια υπάρχουν πολλοί που θεωρούν πολύ σοβαρά αντικείµενα τα κανόνια, τα βλέπουν πάντα τυλιγµένα στην πανοπλία της στρατιωτικής ιεραρχίας και αυστηρότητας, της απαραίτητης στον πόλεµο πειθαρχίας και λιτότητας, όλων αυτών των καταθλιπτικών. Θα τους έκανε καλό λίγη προσγείωση στην πραγµατικότητα της ειρήνης, λίγη προκλητική χαρά πάνω στα κανόνια ενός πολέµου που έχει πάψει να συµβαίνει αλλά όχι και να µας καταπιέζει ιδεολογικά και εξοπλιστικά. Η πολεµική αρετή των Ελλήνων είναι γνωστή, η ειρηνική δυσκολεύεται. Στολίστε χαρούµενα τα σκουριασµένα όπλα κορί τσια κι αγόρια. Μην απολογείστε, µη σκύβετε το κεφάλι, χορέψτε να πάµε παραπέρα, η ζωή που τραγουδάτε συνεχίζεται.