Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Θαύµατα στην Τήνο

Είναι κάτι νεαροί πολύ παράξενοι. Αντί να πάνε διακοπές έπειτα από έναν χειµώνα σκληρής δουλειάς, να ξεκουράζονται ακίνητοι µπροστά στη θάλασσα, σηκώθηκαν και πήγαν στην Τήνο να φτιάξουν µονοπάτια. Για την ακρίβεια, να τα επιδιορθώσουν, γιατί φαίνεται ότι τα µονοπάτια είναι σαν τα ποδήλατα (κι ας µην µπορείς να κάνεις ποδήλατο σε µονοπάτι), χρειάζονται διαρκώς συντήρηση. Πήγανε λοιπόν στο νησί, επιδιορθώνουν κάθε πρωί τα µονοπάτια, κάνοντας µια δουλειά που υποθέτει κανείς ότι φυσιολογικά ανήκει στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλµατα, µέσα στο λιοπύρι κ.λπ., και είναι κι ευχαριστηµένοι από πάνω. Τώρα γιατί όλα αυτά συµβαίνουν στην Τήνο και όχι αλλού, ας πούµε στο Πήλιο όπου τουλάχιστον θα µπορούσαν να έχουν τη σκιά των δέντρων; Και µάλιστα, γιατί να ανήκει το πρόγραµµα αυτό σε µια διεθνή δικτύωση εθελοντών και να µπορεί κανείς να έρχεται, ας πούµε, από τον Καναδά για να φτιάχνει µονοπάτια στην Τήνο, κι όχι στο Πήλιο (επιµένω); Διότι, έµαθα από τους µυστήριους αυτούς νεαρούς, υπάρχει εκεί πέρα µια αρχιτέκτονας που κατάγεται από το νησί, η οποία αφού σπούδασε την Αρχιτεκτονική της και δούλεψε µερικά χρόνια σε πόλεις, φαντάζοµαι, εγκαταστάθηκε στον τόπο καταγωγής της και αποφάσισε να κάνει ό,τι µπορεί για να προωθήσει τον τουρισµό του. Τουρισµό τέτοιου τύπου δηλαδή, µε περπάτηµα στα παλιά µονοπάτια, οικο-τουρισµό, ο οποίος χρειάζεται συντήρηση µονοπατιών. Καµιά φορά η αποφασιστικότητα ενός µόνο ανθρώπου φτάνει για να γυρίσει ο ήλιος, που λένε. Αυτή τη στιγµή πολλοί παράξενοι νέοι, που δεν είναι και τόσο παράξενοι αν το καλοσκεφτείτε, µπορούν να µπουν στο Ιντερνετ και να αποφασίσουν να περάσουν τις διακοπές τους σε διάφορα µέρη προσφέροντας εθελοντική εργασία. Υπάρχουν προτάσεις από όλον τον κόσµο. Από την Ελλάδα οι επιλογές είναι ελάχιστες. Τυχερή η Τήνος.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Ραντεβού τον Σεπτέμβριο

«Θα δεις τι έχει να γίνει από το φθινόπωρο...». Μια πικρή φράση, που την ακούω όλο και συχνότερα σε παρέες, χώρους εργασίας, ακόμα και ανάλαφρες κοινωνικές εκδηλώσεις. Κουβεντιάζει ο κόσμος για την τρέχουσα κατάσταση και πάντα θα βρεθεί κάποιος να το πει:
«Αυτά που βλέπετε δεν είναι τίποτα, από τον Σεπτέμβριο και μετά θα γίνει χαμός».

Πείσμωσα. Οταν ακούω αυτό το απόφθεγμα-καραμέλα, σπρώχνω τη συζήτηση μέχρι προβοκάτσιας. «Τι εννοείτε; Τι θα γίνει τον Σεπτέμβριο; Θέλετε να γίνετε πιο σαφής;».
Ανακαλύπτω ότι ο κάθε ένας από μας ζει έναν υποθετικό, μελλοντικό (και πολύ διαφορετικό) Σεπτέμβριο. Ενα ορόσημο, κυρίως ψυχολογικό, όπου τα πράγματα από άσχημα, θα γίνουν πολύ χειρότερα. Αλλος εννοεί ότι πρέπει να πάρει το παιδί του από το ιδιωτικό και να το βάλει σε δημόσιο. Αλλος λαχταράει για τις δόσεις του δανείου του. Αλλος φοβάται για τη δουλειά του, την επιβίωση της οικογένειάς του κι άλλος πάλι (μη νομίζετε υπάρχουν κι αυτοί) ανησυχεί μήπως υποχρεωθεί να αναβάλει το ταξίδι στο εξωτικό νησί όπου περνάει τις γιορτές των Χριστουγέννων!
Ενας διαφορετικός «Σεπτέμβρης» περιμένει κάθε ελληνικό νοικοκυριό. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση αναμονής. Δεν είναι ακριβώς ότι ανησυχούμε πώς θα τα καταφέρει συνολικά η χώρα, γιατί αυτό το παιχνίδι αισθανόμαστε ότι είναι πέρα και έξω από τις δικές μας δυνάμεις. Τα προσωπικά μας όρια είναι που ετοιμαζόμαστε να τεστάρουμε. Ο επερχόμενος «Σεπτέμβριος» είναι η πριβέ Νέμεση του καθενός, κάτι σαν τον Κρόνο στο ζώδιό μας, αν έχετε πιστέψει ποτέ στην αστρολογία. Μπορεί να σε διδάξει ή μπορεί να σε συντρίψει, εξαρτάται πώς θα τον χειριστείς.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Κυριλλικό αλφάβητο

Να είχαµε και στην Αθήνα έναν πεζόδροµο σαν αυτόν που βρέθηκα απόψε, µετά από ταξίδι που αποφασίστηκε χωρίς πρόγραµµα, σε µια πόλη που δεν θυµάµαι το αληθινό της όνοµα.

Περπατώ και χαζεύω γύρω µου χωρίς να φοβάµαι ότι θα πέσει πάνω µου µηχανάκι, αυτοκίνητο, ούτε καν ποδήλατο, ούτε καν πατίνι, και δεν ξέρω να πω το όνοµα της πόλης στη δική της γλώσσα. Αν είναι δυνατόν! Ευτυχώς στα ελληνικά είναι εύκολο, τη λέµε Φιλιππούπολη, και βρίσκεται στη Βουλγαρία.
Προσπαθώ να διαβάσω το όνοµά της µε το κυριλλικό αλφάβητο και πάλι δυσκολεύο- µαι, δεν ξέρω ούτε να συλλαβίζω το αλφάβητο αυτό, κι ας το χρησιµοποιούν γειτονικές χώρες. Βγάζω οδηγό, φοράω γυαλιά, µε τα πολλά µαθαίνω τα κεφαλαία, λείπουν ακόµα τα µικρά. Θαυµάσια εγκεφαλική άσκηση, να προσπαθείς να διαβάσεις γρήγορα άγνωστες λέξεις σε αλφάβητο που µόλις έµαθες και που έχει µερικά γράµµατα ίδια µε το ελληνικό, οπότε το µυαλό πρέπει να πηγαίνει µπρος - πίσω στην οικειότητα µαζί τους.
Γιατί παρασέρνοµαι από τα γράµµατα όµως, και διαβάζω λέξεις που δεν καταλαβαίνω, αντί να χαζεύω τις προσόψεις απλώς, να ξεχνιέµαι για µια µέρα, αφού αύριο κιόλας φεύγω; Αντί να απολαύσω τη βόλτα, τη γλώσσα των κτιρίων που είναι παγκόσµια, γιατί σε όλους αρέσουν τα αναπαλαιωµένα κτίρια σε ήσυχους δρόµους µε αγάλµατα, παιδιά που παίζουν και νεολαία που πίνει µπίρες, κολλάω στις επιγραφές, στις ταµπέλες, και προσπαθώ να καταλάβω το νόηµά τους. Θα πρέπει να είναι η κλίση προς τους κρυπτογραφικούς κώδικες, όλα τα παραµύθια µυστηρίου που διαβάσαµε παιδιά και συνηθίσαµε να πιστεύουµε ότι µέσα στο ακατανόητο κρύβονται οι αλήθειες. Τελικά καταλαβαίνω ότι οι άγνωστες λέξεις κρύβουν διαφηµίσεις µπίρας, εκπτώσεις µαγαζιών και ονόµατα δηµοσίων υπηρεσιών. Δηλαδή κοινότοπες αλλά παγκόσµιες αλήθειες

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Θυµωµένοι υπάλληλοι, φοβισµένοι ταξιδιώτες


Πήγα στον σταθµό Λαρίσης να αγοράσω εισιτήρια.

Εκατοµµύρια έχει καταπιεί ο ΟΣΕ, δεν έχει καταφέρει να εκδίδει εισιτήρια µέσω Ιντερνετ. Είχε κόσµο, ουρές στα εκδοτήρια, κίνηση. Οι υπάλληλοι είχαν ύφος κουρασµένο, τόσο δυσαρεστηµένο, τόσο ενοχληµένο, που ντρεπόσουν να τους απασχολήσεις.
Ειδικά όταν έφτασα στο γκισέ και πέταξα το χαρτάκι προτεραιότητας η γκριµάτσα της υπαλλήλου χειροτέρεψε.
Ζήτησα σεµνά εισιτήριο, µου το έδωσε τσαντισµένη, το πήρα σεµνά, δεν της έφυγε η τσαντίλα. Δεν τόλµησα να ρωτήσω αν ήταν θέση στο παράθυρο, τράπηκα σε φυγή. Ολοι, πελάτες και υπάλληλοι, ήταν θυµωµένοι και δυστυχείς, σαν έτοιµοι να βάλουν φωνές για κάτι.
Μου θύµισαν πάλι το πρώτο ταξίδι µε τρένο της ζωής µου, αρκετές δεκαετίες πριν. Το βαγόνι ήταν γεµάτο, οι θέσεις δεν έφταναν, υπήρχαν όρθιοι φαντάροι, και φυσικά όρθια παιδιά, όπως εγώ. Ενας φαντάρος είχε βρει µια θέση από αυτές που ανοίγουν, µε πήρε στα γόνατα να έχει δικαιολογία να καθήσει. Πέρασα καλά, έλεγε παραµύθια σε όλο το ταξίδι, µόνο που δίπλα µια γυναίκα κρατούσε ανάποδα δυο κότες ζωντανές. Δεµένες από το πόδι, φτερούγιζαν κάθε τόσο και κακάριζαν, µέχρι να µπορέσει να τις ησυχάσει, καθώς όλοι γύρω την αγριοκοίταζαν. Ηταν τόσο φανερό ότι τις προόριζε για σφαγή, έπρεπε και να τις εξευτελίζει έτσι δηµόσια;
Τώρα δεν γίνονται τέτοια, κανείς δεν µεταφέρει κότες ζωντανές, και θα προτιµούσε να σκοτώσει τον φαντάρο ένας πατέρας, παρά να τον αφήσει να πάρει στα γόνατα την κόρη του. Αλλά κάθε φορά που αντικρύζω αυτά τα θυµωµένα και τα παραιτηµένα µούτρα σε τρένα και σταθµούς, θυµάµαι εκείνο το ταξίδι. Νιώθω σαν να είµαι εγώ η κότα που φτερουγίζει τροµαγµένη, και θέλει απεγνωσµένα να κακαρίσει. Χωρίς ελπίδα δε να βρω τίποτε γόνατα φαντάρου, να γείρω.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

η πίτα αφάγωτη


Μάλλον ένα διακριτικό ευχαριστώ για τη δωρεάν αγγελία θα έπρεπε να πει η κυβέρνηση στην «Guardian», αντί να διαµαρτύρεται και να ζητά να ανακαλέσει για την ιδέα της πώλησης νησιών. Το κράτος είναι χρεωµένο, τα νησιά είναι πολλά και όσοι τα αγοράσουν δεν µπορούν να τα πάρουν και να φύγουν. Κάτι σαν µίσθωση µπορούν να κάνουν, να φτιάξουν µια βίλα, ένα λιµανάκι, δεν µπορούν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος. Ενα σωρό βραχονησίδες ακατοίκητες έχουν τα µεγάλα νησιά δίπλα τους και η ανθρώπινη παρουσία κάτι µπορεί να τους προσφέρει, πέρα από το χρήµα της αγοράς. Γιατί τόση σπουδή πια να µπουν και τα νησιά στα ταµπού του πατριωτισµού, λες και έχουµε έλλειψη; Ολα ιερά και όσια είναι πλέον στη χώρα αυτή, από το θωρηκτό «Αβέρωφ» µέχρι τις βραχονησίδες, περνώντας κι από ένα σωρό µέρη. Ονόµατα, χρονολογίες, σύµβολα, λέξεις, έµµονες ιδέες, αυταπάτες συλλογικές. Ολα είναι ταµπού και µην αγγίζετε, µε εξαίρεση τα δάση που καίγονται κάθε χρόνο, την Πάρνηθα, το πολύτιµο βουνό της Αθήνας που δεν µπορεί να συνέλθει από την καταστροφή, τα αυθαίρετα που χτίζονται στα δάση, τα όµορφα κτίρια που γκρεµίζονται σε πόλεις και χωριά για να χτιστούν άσχηµα, παράνοµα, τα πεζοδρόµια που γεµίζουν σκουπίδια, τις παραλίες που καταπατούνται, τα ποτάµια που µολύνονται, τις λίµνες που ξεραίνονται, τα ζώα που χάνονται, τα φυτά που εξαφανίζονται, διάφορα τέτοια.

Αλίµονο. Αυτά είναι δικά µας, η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες για να την κάνουν ό,τι θέλουν και να την καταστρέφουν µόνοι τους. Κι ακούγεται πιο λογικό να κόβονται µισθοί και συντάξεις, να καταργούνται σχολές, παρά να πουληθεί ένα νησί που δεν χρησιµοποιείται από κανέναν. Θα δώσουµε το αίµα µας, την ποιότητα ζωής µας, αλλά τα ταµπού µας τα κρατάµε.