Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008
Υποδειγματικός ζήλος
Oμολογώ ότι τέτοιο ζήλο δεν έχω διαπιστώσει σε κανέναν άλλο τομέα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης- για να μην πω γενικά στον χώρο των υπηρεσιών αυτής της χώρας. Κάθε- μα κάθε- φορά που παρκάρω σε κάποιο στενάκι του Κολωνακίου ή αλλού στο κέντρο, ξύνοντας με μανία τα χαρτάκια του Δήμου για το πάρκινγκ, να σου και βλέπω μπροστά μου τους δημοτικούς αστυνόμους (δυο-δυο, σαν τους Χιώτες), να ψάχνουν εξονυχιστικά τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων και να κόβουν τις κλήσεις τους. Τέτοια υποδειγματική τυπικότητα στην εκτέλεση του (συγκεκριμένου και μόνον) καθήκοντος με έχει πραγματικά εντυπωσιάσει...
Τρία λεπτά είχε αργήσει η συνάδελφος και επέμεναν να της γράψουν τη λυπητερή. «Μα, τρία μόνο λεπτά», διαμαρτυρήθηκε. «Και ένα!», της απάντησε με στόμφο ο δημοτικός υπάλληλος. Τέτοια ακρίβεια, βρε παιδί μου, και τέτοια σχολαστικότητα, είναι για την Ελλάδα πραγματικό θαύμα. Αλλά τόσο μονομερώς... Η Δημοτική Αστυνομία δεν έχει ποτέ, φαίνεται, δει τα αυτοκίνητα που καθημερινά παρκάρουν θρασύτατα σε νευραλγικά σημεία της πόλης, π.χ. στην αριστερή πλευρά της Πανεπιστημίου, στις δυο μεριές της Σόλωνος, στην αριστερή της Ιπποκράτους, δημιουργώντας κομφούζιο, φωνές, καθυστερήσεις και ταχυπαλμίες. Δεν έχει φαίνεται ποτέ παρατηρήσει ούτε τα σταθμευμένα, φαρδιά-πλατιά αυτοκίνητα και τις μοτοσυκλέτες πάνω στους πεζόδρομους- που μόνο πεζόδρομοι δεν είναι. Ούτε τα κάθε λογής οχήματα να φράσσουν τις ράμπες των αναπήρων. Εκεί, όμως, δεν έχει παρκοθέσεις- γιατί, αλήθεια, να ενδιαφέρει;
Ο πρώτος Δήμος της χώρας δεν θα έχει προφανώς, επίσης, ποτέ δει τα σπασμένα και επικίνδυνα για τα πόδια μας πεζοδρόμια σε όλη την επικράτειά του, ούτε τις καρέκλες από τις καφετέριες να εμποδίζουν τη διάβαση στους πεζούς. Και μάλλον θα πιστεύει ότι έχει κατορθώσει να επιδείξει στους κατοίκους και στους επισκέπτες μια καθαρή πόλη. Θεωρεί, λοιπόν, ότι όλα βαίνουν καλώς στην πρωτεύουσα και αποκλειστικό μέλημά του είναι να μαζέψει τα φράγκα.
Είδα τυχαία ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ από τη Βόρεια Ελλάδα, με τους Θεσσαλονικιούς να αγανακτούν για τα τσουχτερά πρόστιμα και την έλλειψη πάρκινγκ. Δημότες- Βόρειοι και Νότιοι- ενωθείτε!
Κίτρινος κίνδυνος
Στη Σταδίου ανέβαιναν οι λιμενεργάτες συντεταγμένοι. Παρέλαση κανονική, με επικεφαλής την ελληνική σημαία. Κράνη στο κεφάλι, γιλέκα κίτρινα πάνω από τα ρούχα, στολές εργασίας δηλαδή και πίσω πλήθος από μαύρες σημαίες. Μπερδεμένη μαυρίλα. Πατριωτισμός σαν ξεχασμένο φύκι σε βρώμικα νερά. Κινέζοι στο λιμάνι; Που άλλο δεν βρίσκω τρελή να μ΄ έχει κάνει; Θα μου πεις, λιμάνι είναι, όλος ο κόσμος καταπλέει. Ναι, μα Κινέζοι; Αυτοί που δεν ήξεραν τι θα πει αυτοκίνητο πριν λίγα χρόνια; Που είχαν τις λεωφόρους τους γεμάτες ποδήλατα; Που δεν τους περίσσευε ένα πιάτο ρύζι να φάνε; Που τους έβλεπες μικροσκοπικούς και περνούσαν από τις τρύπες, και άντεχαν τα πάντα, και δούλευαν με τα μάτια σιωπηλά, και έσκυβαν το κεφάλι και δεν μιλούσαν. Και δεν τους έπιανε το μάτι σου, ενώ το δικό τους κατέγραφε, σκανάριζε, αποτύπωνε, παρήγαγε φτηνές απομιμήσεις, μέχρι που καζάντισε και μισθώνει αληθινό Πειραιά. Το λιμάνι που τρελαίνει, το λιμάνι της αγωνίας, κ.λπ. Και πραγματικά δεν βρίσκεις όσο κι αν ψάξεις άλλο λιμάνι έτσι να σε τρελάνει. Το κίτρινο γιλέκο των λιμενεργατών θυμίζει κίτρινο κίνδυνο. Ναι, μα «κίτρινο κίνδυνο» δεν έλεγαν κάποτε τους Κινέζους;
Παλιά, πολύ παλιά, τότε που οι Ευρωπαίοι κατέστρεφαν τις κινέζικες πορσελάνες των ανακτόρων τους με τόση μανία που δεν πρόλαβε τίποτα να βρει ο Μάο να καταστρέψει κι εκείνος.
Πολύ μπλέξαμε με τους παλιούς φόβους και τις καινούργιες καταστάσεις.
Και πώς να το πεις τώρα αυτό, ιδιωτικοποίηση; Που ήρθε κοτζάμ πρόεδρος της χώρας για την παραλαβή, ηγέτης ενός δισ. ανθρώπων; Βουτώντας σε όλα οι λιμενεργάτες έπιασαν τις σημαίες. Το κέντρο της Αθήνας τούς υποδέχτηκε με επάρκεια αστυνομίας και δακρυγόνων. Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, όπως έλεγε και κάποιος που τον έχουν οι Κινέζοι κορώνα στο κεφάλι τους.
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008
Το δράμα πουλάει όσο και τα Μanolo
«Η κρίση; Ποια κρίση, αγάπη μου; Περίμενα μισή ώρα στο ταμείο της Louis Vitton για να πληρώσω. Πήγα να πάρω ένα ζευγάρι Μanolo Βlahnik που είχα δει την προηγούμενη εβδομάδα και δεν υπήρχαν νούμερα. Ποια κρίση;». Δεν είναι απορία της Sarah Jessica Ρarker σε ένα υποθετικό επεισόδιο του «Sex and the City». Ήταν η πρώτη αγανακτισμένη αντίδραση και η εύλογηόπως προέκυψε από τη ροή της κουβέντας- απορία μιας ξανθιάς κυρίας με καμπαρτίνα Βurberry΄s που συνάντησα την προηγούμενη εβδομάδα. «Και δεν σας έχει επηρεάσει καθόλου η παγκόσμια κρίση; Έστω ψυχολογικά... Μέχρι και ο Αμπράμοβιτς έχει χάσει πολλά λεφτά...», έκανα το λάθος να τη ρωτήσω. Υπερβολικό το παράδειγμα, σχεδόν ατυχές, σκέφτηκα με το που ξεστόμισα την ερώτηση. Κι όμως, είχα χτυπήσει φλέβα χρυσού. «Ε, όχι. Ομολογώ ότι κάνουμε κάποιες περικοπές με τόσα που ακούμε στην τηλεόραση», μου είπε με πλήρη ειλικρίνεια. «Αποφασίσαμε να κόψουμε τα ταξίδια. Δεν είναι ότι δεν έχουμε χρήματα, απλώς είναι προκλητικό σε χαλεπούς καιρούς».
Δεν ήξερα τι να κάνω. Να γελάσω ή να πω κάποια συγκαταβατική ατάκα συμπαράστασης; Η ξανθιά κυρία είχε συμπυκνώσει με τον πιο εύστοχο, ή μάλλον αστείο τρόπο, αυτό που παρατηρούσα σε όλα τα τελευταία ρεπορτάζ για την κρίση που είχα κάνει: ότι τελικά τα μίντια έχουν μια τάση υπερβολής. Προεξοφλούν τις συνέπειές της και προκαλούν- ακόμη και σε όσους δεν έχουν επηρεαστεί- φόβο. Η κυρία που αγόρασε Louis Vitton σίγουρα δεν έχει γίνει φτωχότερη. Κι όμως, ένιωθε έτσι. Το ίδιο και μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα των Ελλήνων που ανησυχούν για το μέλλον και περιορίζουν κάποια έξοδα, χωρίς όμως η κρίση να έχει αγγίξει στο πορτοφόλι τους. Και το παραδέχονται. Αν μάλιστα συζητήσεις λίγο μαζί τους, δεν θα διστάσουν να επισημάνουν- και όχι άδικα- ότι χάριν θεαματικότητας και κυκλοφορίας τα Μέσα καταφεύγουν στην εύκολη λύση: τον εντυπωσιασμό. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, την καταστροφολογία, αφού το δράμα πουλάει, όσο και τα Μanolo.
Κάνε το σταυρό σου και προχώρα
Δεν είναι ανακρίσεις και έρευνες αυτά που παρακολουθούμε τόσες μέρες, δεν είναι προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Δεν είναι καν θέατρο παραλόγου, είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, είναι εντατικό οικονομικό φροντιστήριο.
Στην ουσία παρακολουθού- με μαθήματα αντιμετώπισης της κρίσης. Ακόμα κι αν οι τράπεζες όλες φαλιρίσουν, η Ελλάδα έχει τις λίμνες. Θα βρεθεί κάποιο χρυσόβουλο να αναγνωρίζει ότι δόθηκαν σε μοναστήρια, ναούς, εκκλησίες, θα βρεθεί κάποια εκκλησία να θελήσει να τις ανταλλάξει με τόσα δημόσια ακίνητα που ακόμα περισσεύουν. Κι αν εξασφαλίσεις τα συμβόλαια της ανταλλαγής δεν θα βγεις χαμένος, άσε που και η Παναγία αυτοπροσώπως θα σε φυλάει στο εξής από κάθε πτώση του Χρηματιστηρίου. Κι αν γνωριστείς με τους δικηγόρους που είναι στο νταραβέρι, όλο και κάτι θα βγάλεις. Κάνε το σταυρό σου και προχώρα. Και με τους γραμματείς τους που ίσως υπήρξαν καλλιτέχνες νυχτερινών κέντρων, όπου και εκεί βρίσκεται στάδιο δόξης. Και οι νομάρχες έχουν πολλές ανάγκες και μια αστείρευτη πηγή πλούτου, αν καταφέρεις να είσαι κοντά εκεί όπου κυκλοφορούν, να κρατάς μια μπέρτα, ένα ψαλίδι που κόβουν κορδέλες, ένα μαχαίρι για πίτες, κάτι τέλος πάντων. Ευελιξία χρειάζεται, να αρπάζεις τις ευκαιρίες, αλλά με τον ελληνικό τρόπο. Αυτός ο τόπος έχει πολλά βουνά, πολλά νερά ακόμα, ας έγινε ο Κηφισός λεωφόρος (και τι λεωφόρος, πάντα κλειστή), πολλά στοιχεία πατριδογνωσίας να ανταλλαγούν με δημόσια ακίνητα, που κι αυτά δεν λείπουν. Στριμώξου στον σωστό πρόναο. Φροντιστήριο ελπίδας αυτή η Επιτροπή, πώς τη λένε, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, από το χώμα της και το νερό της αναδύεται νέα και φλογερή, έχει και τόσα βουνά, μέχρι να αποδώσουν έχουμε καιρό, μην απελπίζεστε. Προπάντων να μην πείτε ότι η φαντασία σας εξαντλήθηκε, μην αφήσετε των άλλων μόνο να αφηνιάζει.
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008
Το παλιό μου κασκόλ
Σ΄ όποιον δεν δίνει ο Θεός παιδιά, του δίνει ο Διάολος πολλά κασκόλ. Το πιο καινούργιο μου το έχασα τις προάλλες από το στριμωξίδι σε μια μικρή μουσική σκηνή της Αθήνας όπου έκανε την πρώτη της περφόρμανς μια πιτσιρίκα, κόρη φίλων μου, χαλάλι της και τα υπόλοιπα. Τον βρόχο που συντηρώ χρόνια τώρα τον πήρε και τον σήκωσε με τη μια ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι- μα πώς τα καταφέρνουν τα διαβολόπαιδα και εκτίθενται έτσι, φόρα παρτίδα, χωρίς την παραμικρή κρίση αγοραφοβίας;
Εμείς στην ηλικία τους πού να σταθούμε στη μέση της σκηνής χωρίς να ιδρώσει η πατούσα μας και η καρδούλα μας να χάσει τον ρυθμό της και να πάρει ανάποδες. Άσε δε τα περί δημιουργικότητας και προσωπικής έκφρασης. Όσα δεν μας ροκάνισαν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά των γονιών μας, τα έκαναν μια χαψιά οι πολιτικές νεολαίες. Από αυτής της απόψεως και μόνον, συγχαίρω τη μαμά της δωδεκάχρονης Λένας που της επιτρέπει να παίζει σαξόφωνο μέρα μεσημέρι κι ας ωρύονται διαχειριστής και τα κάτω διαμερίσματα. Σφίγγω επίσης το χεράκι του δεκαπεντάχρονου Στέλιου που συνομιλεί με το μπάσο του όποτε του καπνίσει, χαιρετίζω και συμπαρίσταμαι στον μπαμπά του προέφηβου ντράμερ Γιώργου και τον προτρέπω να συνεχίσει να αγνοεί τα απειλητικά σημειώματα που βρίσκει κάθε μέρα κολλημένα στην πόρτα του ασανσέρ: «Κύριε Κώστα, ο γιος σας είναι γαϊδούρι».
Ένα ζωντανό μνημείο
Με τις πρώτες βροχές, και τις δεύτερες, και τις τρίτες, τρέμει το φυλλοκάρδι της πολυκατοικίας. Είναι του 55, κομμάτι άξιο να ανθολογηθεί, μοναδική στο είδος της αρχιτεκτονικά και χωροταξικά, αλλά θεμελιακά μοιάζει με πολλές, από ό,τι λένε. Τότε δεν υπήρχε δίκτυο αποχέτευσης στον δρόμο. Επίσης, υπήρχε νόμος που απαγόρευε τις υπόγειες κατοικίες και επέτρεπε τις αποθήκες. Ο κατασκευαστής έφτιαξε 8 (οκτώ)
υπόγεια διαμερισματάκια και έναν σωλήνα αποχέτευσης που έβγαζε σε αχαρτογράφητα υπόγεια νερά.
Δέκα χρόνια μετά ήρθε το αποχετευτικό δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, ένα μέτρο ψηλότερα. Τριάντα χρόνια μετά κανείς δεν έμενε στα υπόγεια, αλλά ούτε σκέφτηκε να τα αχρηστέψει. Πενήντα χρόνια μετά τα υπόγεια κατοικήθηκαν ξανά, από μετανάστες. Οι κληρονόμοι του κατασκευαστή, μαζί με μεγάλη περιουσία πήραν κι αυτά τα ανήλιαγα κελιά και δεν τους πείραξε να βγάλουν κάτι. Εξήντα χρόνια μετά ο πρώτος αγωγός είχε εντελώς καταστραφεί. Έγινε καινούργιος, πιο βαθύς από της ΕΥΔΑΠ, λόγω υπογείων, με μηχανική αντλία. Όλα τα είχε η Μαριορή, απέκτησε κι από αυτό. Αλλά οι παράνομες κατοικίες είναι στο έλεος της διαφοράς επιπέδου και πάντα κινδυνεύουν.
Ποιος φταίει άραγε για την κατάσταση; Η πολιτεία είχε κάνει νόμο, άρα δεν φταίει. Δεν είχε κάνει δίκτυο, αλλά πόσα να προλάβει κι αυτή; Ο μηχανικός παρανόμησε, αλλά όλοι έτσι έκαναν τότε. Ποιος ήταν αυτός που θα πήγαινε κόντρα στο ρεύμα, να βγει από την πιάτσα, να γίνει νούμερο;. Η ΕΥΔΑΠ έκανε ψηλότερα τον αγωγό, δεν είχε υποχρέωση να καλύψει παρανομίες.
Κανείς δεν φταίει. Μόνο οι μετανάστες που μένουν εκεί και πρόθυμα δίνουν νοίκια. Δεν μας αφήνουν να προοδεύσουμε. Χωρίς αυτούς θα τα αφήναμε να πλημμυρίσουν. Θα είχαμε μια ωραία υπόγεια δεξαμενή, ένα ζωντανό μνημείο της μεταπολεμικής οικοδομικής ιστορίας.
Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008
«Χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις,… ΠΟΝΗΡΕ ΠΟΛΙΤΕΥΤΗ» (Διονύσης Σαββόπουλος)
Μήνες τώρα, σχεδόν χρόνος, γιατί όχι, χρόνια τώρα, ολόκληρη η πολιτική και η κοινωνική ζωή βοθρίζεται (κυλιέται στο βόθρο) μέσα στα σκάνδαλα.
Νέοι φερέλπιδες πολιτικοί, της Ν(έας) Δ(ιακυβέρνησης), του κήρυκα του «σεμνά και ταπεινά», απεδείχθησαν, πολλαπλασίως καπάτσοι και πλέον αετονύχηδες και μακροχέρηδες και πιο αλαζόνες και αναιδείς, από τους χειρότερους της εκσυγχρονιστικής διαχείρισης.
Σε λιγότερο από πέντε χρόνια, ετούτοι έμαθαν (οξύνοες; Παλιά μου τέχνη κόσκινο;) όλες τις καλπουζανιές, τα κόλπα, την κάλπικη διαχείριση της εξουσίας, προς ίδιον συμφέρον, που στους άλλους πήρε, σχεδόν, είκοσι χρόνια για να τα μάθουν.
Δομημένα, κουμπάροι, νταβατζήδες, Ζήμενς, βατοπέδια και βατοπαιδία πνευματικά.
Υπουργός-αναψυκτηριούχος, φιλάνθρωπος Μαικήνας, αναξιοπαθούντων Ινδών.
Υπουργός-επιχειρηματίας, (κότερο, πλήθος διαμερισμάτων), δηλώνει «ευθαρσώς» πλούσιος και επαίρεται διότι αυτή του η ιδιότης τον καθιστά, λέει, άτρωτο στο δέλεαρ της κατάχρησης της εξουσίας!
Ο Δούξ της Βιστωνίδος, υπογράφει την παραχώρηση μέρους του λιμναίου δουκάτου του στον αναιδή Εφραίμ-καλόγερο, πνευματικό πατέρα πλείστων όσων, τρανών (πρώην, νυν και αεί).
Αλαζών υπουργός της επικρατείας, εκλαμβάνει τους πολίτες ως ηλιθίους υπηκόους και τους δημοσιογράφους ως μικρόνοες υποτελείς, ή μήπως και επιτελείς (;), της κυβερνητικής προπαγάνδας.
Κι ο κόσμος, οι άνθρωποι που οικίζουν το κενό αυτής της χώρας, την οποία οιακίζει (κυβερνά. Οίαξ: τιμόνι, δοιάκι), εδώ και πέντε, σχεδόν, χρόνια η Ν(εα) Δ(διακυβέρνηση), αισθάνονται:
Παρίες. Ξένοι, στον τόπο τους. Πελαγωμένοι. Αδύναμοι.
Φθαρμένοι κι αυτοί και διεφθαρμένοι, από φθαρμένους και διεφθαρμένους κυβερνήτες.
Ο Εργάτης, μεροδούλι μεροφάι, κάθε μέρα στο λεωφορείο αξημέρωτα, κοιτάζει πώς θα τα φέρει βόλτα, κάνοντας δυο και τρεις δουλειές.
Ο υπάλληλος, μισθοσυντήρητος, μουτζουρώνοντας χαρτιά, σε μια δουλειά που ποτέ δεν αγάπησε, προσπαθεί να επιβιώσει. Δεν ζει.
Ο άνεργος, στοιβάζεται στην ουρά για μια πρόσκαιρη απασχόληση, που τη βαφτίσανε stage για να κρύψουν πως σημαίνει ανακυκλούμενη ανεργία.
Ο νέος, μισεί το σχολειό, το πανεπιστήμιο. Που τον μισεί. Και αδιαφορεί, όταν δεν ξεφεύγει στο περιθώριο.
Οι δάσκαλοι, ανήμποροι, πια, να εκπαιδεύσουν και να εμπνεύσουν, (με τρεις κι εξήντα για την παιδεία, τι εκπαίδευση να κάνουν; Πώς να εμπνευστούν και να εμπνεύσουν;),
«τους ανήλικους παίρνουν στον ώμο/ ενώ κι αυτοί ψάχνουν τον δρόμο» (Διονύσης Σαββόπουλος.)
Ο γέροντας ψωμοζεί με μια σύνταξη, που, όταν την πάρει, η διεύθυνσή του έχει αλλάξει σε: Αγίου Πέτρου, Παράδεισος. (Μόνο στον Παράδεισο μπορεί να πάει με τέτοια σύνταξη).
Κι αν την πάρει, τη σύνταξη, τα λεφτά έχουν τελειώσει την πρώτη βδομάδα.
Γιατί ο κύριος διοικητής της ΔΕΚΟ, ο δείνα Αθανασόπουλος, του τάδε ευγενούς ταμείου, σοδιάζοντας 4 με 5 χιλιάρικά ευρώ το μήνα, ο χρυσοκάνθαρος, πρέπει να αυξήσει τα έσοδα της εταιρίας του, αυξάνοντας τα τιμολόγιά της, τις εισφορές, τα έσοδά της, να βάλει και «ρήτρα ρύπανσης» στο πορτοφόλι των πελατών του, για τις βρωμιές που η επιχείρησή του εκπέμπει, για να καλύψει τα ελλείμματα, που αυτός και τα χρυσαγόρια του έχουν δημιουργήσει και να τσεπώσει αυτός και τα χρυσαγόρια του τον παχυλό μισθό και τα bonus.
«Και συ πήδα μαϊμού/ φουκαριάρα μαϊμού/ γερασμένη» (Διονύσης Σαββόπουλος). Και συ λαέ βασανισμένε, πάντοτε ευκολόπιστε και πάντα προδομένε; Θα τα ανέχεσαι όλα αυτά;
Να σου κλέβουν το ψωμί και τη σύνταξη;
Να σε περιφρονούν και να σε θεωρούν μια ψήφο μέσα στην κάλπη; Με αντάλλαγμα ανεκπλήρωτες, προεκλογικές, υποσχέσεις;
Να σε ταπεινώνουν; Να σε λοιδορούν οι χρυσοκάνθαροι, οι λιμασμένοι για χρήμα και εξουσία;
Φτάνει πια! Δεν πάει άλλο!
Γίνε Δήμος που την πόλη δυναμώνει: Δήμος την πόλιν κρατύνει.
Γίνε πολίτης-οπλίτης της Δημοκρατίας σου, που απαιτεί και διακηρύσσει, με τη φωνή του Περικλή των Αθηναίων, ανά τους αιώνας:
─ «Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μπροστά στο νόμο: μέτεστι δε κατά μεν τους νόμους… πάσι το ίσον)».
─ «Για τα δημόσια αξιώματα προτιμούνται όχι εκείνοι που ανήκουν σε μια ορισμένη τάξη, αλλά εκείνοι που είναι ικανοί και τα αξίζουν: κατά δε την αξίωσιν,… ουκ από μέρους το πλείον ες τα κοινά ή από αρετής προτιμάται)».
Ακούτε πρασινογάλαζοι ρουσφετολόγοι;
─ «Ο πλούτος είναι για μας αφορμή για έργα και όχι αιτία για κομπασμό και λόγια: πλούτου τε έργω μάλλον καιρό ή λόγου κόμπω χρώμεθα».
Ακούτε επιχειρηματίες-Υπουργοί;
─ «Αγαπάμε το ωραίο και μένουμε απλοί: Φιλοκαλούμε μετ ευτελείας».
Ακούτε αλαζόνες πρασινογάλαζοι και ροζ καλαμοκαβαλάρηδες;
Σπουδαιογελοίοι;
─ «Έχουμε πολίτευμα που δεν ζηλεύει τίποτα από τα πολιτεύματα των άλλων και πιο πολύ είμαστε παράδειγμα παρά μιμούμαστε τους άλλους: χρώμεθα γαρ πολιτεία ου ζηλούση τους των πέλας νόμους. Παράδειγμα δε μάλλον αυτοί όντες ή μιμούμενοι εταίρους».
Ακούτε Ευρωπαιόπληκτοι παγκοσμιοχτυπημένοι;
Δεν τα μάθατε ακόμη τα μαντάτα, τα εξ Εσπερίας;
Η μετανεωτερικότητα πνέει τα λοίσθια και η ελεύθερη, ασύδοτη, αγορά, άπληστα φουσκωμένη, εξερράγη, αυτοαπορρυθμιζόμενη. Σκορπίζοντας θύματα, παγκοσμιοποιημένα, παγκοσμίως.
Και ο Πλανητάρχης-Σπουδαρχίδης, αποχωρεί με την κατακραυγή και των συμπατριωτών του (δεν είναι όλοι οι Αμερικανοί, αμερικανάκια). Που τώρα φωνάζουν «αλλαγή».
«Vote for mavro. The other one’s malaka: ψηφίστε τον μαύρο ο άλλος είναι μαλάκας».
Οι Αμερικανοί πολίτες, αλλά και ο κόσμος ολόκληρος, ψήφισε το όραμα, την ελπίδα, την αλλαγή του «μαύρου» Ομπάμα, μπας και δει άσπρη μέρα.
Καταδίκασε τον κυνισμό και τη μικρόνοια του θάμνου (bush).
Ένα κράτος που σάπισε πριν καν ωριμάσει, αναζητεί φρέσκο χυμό στις ρίζες του, για να δώσει ανθρώπινους καρπούς. Να ξεχάσει το Ιράκ και τη Γιουγκοσλαβία (αν ποτέ το έγκλημα ξεχνιέται).
Να ξαναβρεί την έννοια του συμμάχου. Να ξαναγίνει μεγάλη δύναμη κι όχι παγκόσμιος δυνάστης.
Το πόσο θα τα καταφέρει ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, εξαρτάται και από το στρατιωτικό-βιομηχανικό κατεστημένο της χώρας του. Πάντως, στους συμπολίτες του, για την ώρα, αναπτέρωσε την ελπίδα.
Ας ξανακάνουμε, λοιπόν, κι εμείς, όλοι μαζί (πολίτες και πολιτικοί), με λογισμό και όνειρο, την πατρίδα μας, εκπαιδευτήριο για όλους.
Τόπο, που, πολίτες ελεύθεροι, αυτάρκεις θα αγωνίζονται για την ατομική τους προκοπή και το κοινό συμφέρον.
Ελευθερία δεν είναι να κινείσαι «ελευθέρα» μέσα στον ορίζοντα που σου έχουν ορίσει.
Να μεγαλώνεις και να διευρύνεις τον ορίζοντα, είναι η ελευθερία σου, που πρέπει να την κερδίσεις.
«Δεν επιτρέπεται να παραμένει ο άνθρωπος πάνω σ’ αυτήν τη γης με τα τέσσερα» (Ο. Ελύτης)
Κι αυτά όλα δεν είναι προγονολατρείες και κομπασμοί προγονοπλήκτων, αρχαιολάγνων.
Το έπος της Ελλάδας συνεχίστηκε.
Απόδειξη, οι άνθρωποι που έφτιαξαν αυτήν τη νεοελληνική Πατρίδα.
Οι Μαχητές της:
Αρματολοί και Κλέφτες. Καραϊσκάκηδες, Κολοκοτρώνηδες, Αθανάσιοι Διάκοι και άλλοι, τότε.
Οι σαλπιγκτές του «ΑΕΡΑ», στο αλβανικό έπος, που έκαναν τον Τσόρτσιλ να διακηρύσσει:
«μέχρι τώρα λέγαμε πως οι Έλληνες πολεμούσαν σαν ήρωες, τώρα θα λέμε πως οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες», και τα
«τα παιδιά που τα έλεγα αλήτες», της κατοχής.
Οι Ποιητές της, κι αυτοί που την τραγούδησαν:
Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, και τόσοι άλλοι.
Όλοι αυτοί έφεραν την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου. Ελληνική. Ατόφια.
Αυτοί δεν φράγκεψαν.
Κανείς τους δεν στραβώθηκε από το φως της Εσπερίας (Δύσης).
Διαφέρουμε από τους Ευρωπαίους, και οι νεοέλληνες, χωρίς να σημαίνει πως είμαστε κατώτεροι ή ανώτεροι.
Έχουμε την ιδιοπροσωπία μας.
Το δικό μας, νεοελληνικό πρόσωπο, που στα χαρακτηριστικά του φέγγει το φως της Ακρόπολης.
Κι ας το έχουν καταφάει, αυτό το πρόσωπο, τα μαλάματα του παγκοσμιοποιημένου τίποτα.
Κι ας το έχει αλλοιώσει, αυτό το πρόσωπο, η νεοφιλελεύθερη ασύδοτη και αυτοαπορρυθμιζόμενη (τα είδατε τα πρόσφατα κατορθώματά της και τα golden boys σφουγγοκώλια της) αγορά.
Κι ας το έχει σκάψει, αυτό το πρόσωπο, το ξεπούλημα της γης, της χώρας, της ιστορίας, της φυσικής ομορφιάς, αυτού του τόπου, που το βάφτισαν επενδύσεις.
Πρόσωπα σπαταλημένα. Πρόσωπα που λεηλάτησαν τη ζωή μας. Την ελπίδα μας για ένα καλύτερο αύριο.
Καιρός να ξαναγίνουμε άνθρωποι.
Να σταματήσουμε να ζούμε «μια ζωή ψυχρή ψαρίσια». (Σεφέρης).
«Ας ξαναμπαρκάρουμε έστω και με τα κουπιά σπασμένα» (Σεφέρης)
Οι ποιητές χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό.
Για να ονειρευτούμε, ξανά.
Να ανασάνουμε καθαρό αέρα κι όχι τον μολυσμένο του Αθανασόπουλου.
Να ξαναμυρίσουμε την ευωδιά του δάσους και όχι του καμένου δέντρου.
«Όλοι μπορούν να σκεφτούν λογικά: Ξυνόν έστι πάσι το φρονέειν», φωνάζει ο Ηράκλειτος.
«Δεν πρέπει να ενεργούμε και να μιλάμε σαν κοιμισμένοι: Ου δει ώσπερ καθεύδοντας ποιείν και λέγειν», προειδοποιεί ο Ηράκλειτος.
Τ’ ακούσατε κύριε Πρωθυπουργέ;
«Αν δεν ελπίζεις το ανέλπιστο δεν πρόκειται να βρεις: Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει.», σου δίνει ελπίδα ο Ηράκλειτος.
Τ’ άκουσες λαέ μου «ευκολόπιστε και πάντα προδομένε»;
Ψάξε, και βρες τους ηγήτορές σου, τους πολιτικούς σου, που νοιάζονται για σένα.
Υπάρχουν. Διάλεξέ τους.
Κλείσε τ’ αυτιά σου στους σοβαρογελοίους πολιτικάντηδες.
«Και μην ανοίγεις όσο κι αν χτυπούν
Φωνάζουν μα δεν έχουν τι να πουν»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)