Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Η οργή της ανημπόριας

Αυτό το γραπτό θέλει να είναι πριν απ΄ όλα έκφραση του συναισθήματος οργής που διακατέχει χιλιάδες, ενήμερους, πολιτικοποιημένους πολίτες, που τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούν ανήμποροι τον εκφυλισμό, τη σπέκουλα, τη δημαγωγία και τον κυνισμό να βασιλεύουν χωρίς αντιστάσεις, χωρίς φραγμούς, χωρίς αιδώ. Είναι σύμπτωμα των καιρών. Κάθε τόσο έρχεται ένα γεγονός, αυτήν τη φορά ιδιαίτερα τραγικό όπως η δολοφονία του μαθητή, για να φωτίσει σαν αστραπή, ξαφνικά και για λίγο, την ευκολία με την οποία μπορεί να οδηγηθεί στο πολιτικό- κοινωνικό ξεχαρβάλωμα αυτή η χώρα. Θάνατος προαγγελθείς, που μπορούσε να συμβεί οποτεδήποτε στον χώρο της ενδημικής βίας ο οποίος ορίζεται από τα Εξάρχεια και το συλημένο άσυλο των όμορων πανεπιστημιακών κτιρίων. Δεν θα μιλήσω για την πολιτική κρίση, τη βλέπουμε. Μια κυβέρνηση που έχει πάψει να κυβερνά αφήνοντάς μας να δούμε τη φθορά που έχει προκαλέσει στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών. Μια διαχείριση της κρίσης από αθεράπευτα ενοχικούς δεξιούς που αισθάνονται ανεπανόρθωτα «εγγονοί του Γκοτζαμάνη». Ένα κομματικό σύστημα που οργάνωσε εννέα ξεχωριστές διαδηλώσεις μέσα σε τρεις ημέρες για να «τιμήσει» τον νεκρό. Σαν η τιμή να ήταν συλλυπητήριο μπιλιέτο που το υπογράφει ο καθένας μόνος του. Η μικροκομματική πολιτική τεμάχισε ώς και την κοινωνική συγκίνηση. Αυτό που ζήσαμε και ζούμε δεν είναι επίπτωση της κρίσης. Προηγείται της κρίσης. Είναι το κύμα ενός «τσουνάμι» που έχει ως επίκεντρο την κρίση αυθεντίας των κεντρικών θεσμών που ξεφτιλίστηκαν τα τελευταία χρόνια. Ο ένας μετά τον άλλον. Δικαστικό σύστημα, Εκκλησία, Πανεπιστήμια και Δημόσια Εκπαίδευση, Κοινωνικές Υπηρεσίες. Μαζί φυσικά και το πολιτικο-κομματικό-μιντιακό σύστημα, όπως και η κρατούσα ιδεολογία της ιστορικής Αριστεράς. Οτιδήποτε δηλαδή μπορούσε να παραγάγει κυβερνησιμότητα, ασφάλεια και προσανατολισμό. Το κύμα λοιπόν έφτασε και πλημμύρισε όλους τους πόρους μιας κοινωνίας που ζει σε συνθήκες υποβόσκουσας έντασης. Όχι γιατί φτώχυνε ξαφνικά ή γιατί βίωσε μια δυσβάστακτη όξυνση των ανισοτήτων. Δεν ζούμε το ξέσπασμα μιας τέτοιας κοινωνίας. Η ένταση πηγάζει από τη διαίσθηση του εύθραυστου της ευμάρειας, από την εμπειρία μιας πραγματικής ή την αγωνία μιας πιθανής καταναλωτικής- κοινωνικής υποβάθμισης, από το βίωμα μικρών προς το παρόν «ταξικών εκπεσμών» και οπωσδήποτε από το μπλοκάρισμα της ανοδικής κινητικότητας για τους πολλούς. Από τη συνειδητοποίηση ότι η συναίνεση που όλοι δώσαμε στον συνδυασμό ιδιωτικού πλουτισμού και δημόσιας φτώχειας, γυρνάει τώρα και μας εκδικείται. Το κύμα έφτασε και στο εσωτερικό της ελληνικής οικογένειας. Εκεί όπου ώς τώρα εξομαλύνονται οι μεγάλες οικονομικέςκοινωνικές αντιφάσεις του «μοντέλου ανάπτυξης». Εξομαλύνονται τρόπος του λέγειν. Στην ουσία πρόκειται για έναν «διαγενεακό συμβιβασμό» που έχει επιτευχθεί εις βάρος των νέων. Οι νέοι στερούνται επί μακρόν τα μέσα αυτονόμησής τους από τους γονείς (εργασία, ικανοποιητική εκπαίδευση, υποστηρικτικές κοινωνικές πολιτικές) και οι γενιές των γονέων «ανταποδίδουν» με την παράταση της «προστασίας». Για το μεγαλύτερο μέρος των χαμηλών- μεσαίων στρωμάτων, πρόκειται για την παράταση μιας επίπλαστης συμμετοχής στην καταναλωτική κοινωνία με άγνωστο μέλλον. Το μεγαλύτερο όμως κόστος που πληρώνουν οι νέοι δεν είναι οικονομικό- κοινωνικό αλλά ψυχολογικό. Η κοινωνία των «μεγάλων» τους στερεί τη δυνατότητα ομαλής ενηλικίωσης, τους δίνει προσδοκίες χωρίς ρεαλισμό, δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις, κατανάλωση χωρίς μόχθο, αυταπάτες επιλογών χωρίς οριοθετήσεις. Αν οι νέοι καταλάβαιναν το κόστος που πληρώνουν στον «διαγενεακό συμβιβασμό» με την παράταση της εξάρτησης, θα εξοργίζονταν πραγματικά. Σε πείσμα της διάχυτης «νεολαγνείας», το «κίνημα» που βλέπουμε σήμερα δεν εκφράζει ούτε πηγάζει από αυτήν τη δύσκολη νεολαιίστικη κατάσταση. Πρόκειται για την κοινωνικοπολιτική παθογένειά του. Θα ήταν μακροπρόθεσμα δραματικό οι νεώτερες γενιές των Γυμνασίων και των Λυκείων να πολιτικοποιηθούν με βάση τους κώδικες των Εξαρχείων και των «μπαχαλάκηδων», θεωρώντας ότι έτσι θα αποκαταστήσουμε τρόπους επικοινωνίας και μελλοντικού επηρεασμού. Το βλέπουμε ήδη μπροστά μας. Θέλουμε να «πολιτικοποιήσουμε» μια γενιά με την εντύπωση ότι το Κράτος είναι το Αστυνομικό Τμήμα; Ότι η πεμπτουσία της πολιτικής είναι το απολίτικο, σχεδόν φασιστικό «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι»; Ζούμε το ξέσπασμα μιας πολιτικά πληγωμένης κοινωνίας που έχει συσσωρεύσει εντάσεις πριν ακόμα από την κρίση. Προτού επανέλθουμε στην πολιτική ρουτίνα, προτού υποταχτούμε και πάλι στους απατεώνες λαϊκιστές των μίντια που ντύθηκαν την προβιά του «αντιεξουσιαστή», ας εκμεταλλευτούμε το πρόσκαιρο φως της αστραπής για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος του ξεχαρβαλώματος και το κόστος της γενικευμένης δημαγωγίας. Γιατί έρχονται πιο δύσκολοι καιροί, καθώς μόλις τώρα μας αγγίζουν οι επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης. Παρά το αριστερό στερεότυπο, συχνά οι κρίσεις λειτουργούν «πειθαρχικά», επιβεβαιώνουν την ισχύ των ισχυρών και την αδυναμία των αδύναμων. Τα δραματικά γεγονότα μάς έδειξαν μεταξύ πολλών άλλων πραγμάτων, πόσο αναγκαίο είναι να ανοίξουμε τον «φάκελο νεολαία» μαζί με τον «φάκελο φτώχεια» και ένα αξιοπρεπές ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ως «κάτω όριο» στο κοινωνικό κόστος της κρίσης. Τουλάχιστον έτσι δεν θα πάει χαμένο το πένθος, οι καταστροφές και η οργή της ανημπόριας μιας συντριπτικής κοινωνικής πλειοψηφίας.

Το Πνεύμα των Χριστουγέννων

Oι χριστουγεννιάτικες βιτρίνες φέτος έβγαλαν αντί να βάλουν τα γιορτινά τους στην Αθήνα. Έτσι, το δώρο που σκεφτόμουν να πάρω τα Χριστούγεννα, άκυρο. Το κατάστημα κάηκε. Ο ΑϊΒασίλης έχασε τον δρόμο του και τα ξύλινα στρατιωτάκια έπεσαν από τον σάκο του, καθώς οι τάρανδοι ζαλισμένοι από τα δακρυγόνα φρέναραν απότομα στην Πανεπιστημίου. Τα φετινά Χριστούγεννα κάηκαν, πληγώθηκαν, αιμορραγούν και θρηνούν για το δεκαπεντάχρονο αγόρι, που τόλμησε να σταθεί όρθιο απέναντι σε αυτούς που επιβάλλουν τον νόμο και την τάξη και το πλήρωσε με τη ζωή του. Δύο μέρες μετά τα όργανα της τάξης σφύριζαν αδιάφορα στις πορείες, τις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις. Αυτοί που εύκολα τραβούν τη σκανδάλη και σημαδεύουν, δυσκολεύονται αίφνης να συνοδεύσουν τα πυροσβεστικά οχήματα για να σβήσουν τις φωτιές στα καταστήματα και παρακολουθούν απτόητοι τις λεηλασίες. Είναι το ίδιο παραμύθι που πουλάνε κάθε φορά μετά την κατάχρηση εξουσίας. Φορούν την προβιά και στέκονται εκ νέου ανίκανοι να επιτελέσουν το έργο της προστασίας της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Δεν ξέρω ποιος μπορεί να σκέφτηκε πως αν φανούν κακοί οι διαδηλωτές στα μάτια του κόσμου, εκείνοι αυτόματα θα φανούν καλύτεροι. Αυτή η αλληλουχία γαλόνια και καδρόνια, φωτιές και δακρυγόνα, άνοιξε μαγαζιά και έκλεισε σπίτια. Νισάφι πια. Ας σεβαστούν, αν μη τι άλλο, το Πνεύμα των Χριστουγέννων!

Οι «βεντέτες» και τα «γκέτο»

Έχουν, λέει, βεντέτα τα ΜΑΤ με τους αναρχικούς στα Εξάρχεια! Άκου να δεις! Τι είναι δηλαδή τα ΜΑΤ για να έχουν βεντέτες; Τάγματα ατάκτων είναι, τίποτα φίλαθλοι ή οικογένεια Μανιατών οχυρωμένη στον πύργο της; Δεν είναι ελληνικό κράτος τα ΜΑΤ; Σε αυτό το κράτος, οι ηγέτες του οποίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Πρωθυπουργός, εξέφρασαν τη βαθύτατη οδύνη τους στην οικογένεια του παιδιού που σκότωσε ο ΜΑΤατζής; Δεν υπάγονται σε υπουργείο τα ΜΑΤ, δεν πληρώνονται από το κρατικό ταμείο; Κι αν δεν έχουν καταλάβει τα ίδια τι ρόλο παίζουν και πιάνουν βεντέτες από παρεξήγηση, τους εξαφανίζεις από την κυκλοφορία μέχρι να τους περάσει και η βεντέτα και οι βεντετισμοί. Δεν είναι δυνατόν ούτε να δεχόμαστε να ακούμε τέτοιες φράσεις. Ή την άλλη εξυπνάδα, το «γκέτο των Εξαρχείων». Εκτός αν αποφασίζεις, εσύ το κράτος, να ζήσεις με βεντέτες που ανθούν όχι απλώς στην επικράτειά σου, αλλά στα ίδια σου τα μισθωτά όργανα, οπότε έχεις αυτοκτονήσει ως κράτος. Δεν υπάρχεις, καταργείς την κρατική κυριαρχία αν επιτρέπεις σε ΜΑΤ ή οτιδήποτε άλλους να χρησιμοποιούν όπως τους καπνίσει τα όπλα που τους έχεις δώσει για να υπερασπίζονται τη νομιμότητα. Κλείσ΄ το το μαγαζί, δεν έχει νόημα. Αλλά θα μου πεις, όταν γίνεται η δίκη «της ζαρντινιέρας» και μόνο που δεν τον ξαναδέρνουν τον νεαρό επειδή τις έφαγε τότε από την Αστυνομία, ξεχνάνε τα ΜΑΤ τι ρόλο παίζουν και ξεχνάμε κι οι υπόλοιποι τι ρόλο παίζουν κι αυτοί κι εμείς. Παύουμε να είμαστε πολίτες, παύουμε να είμαστε Πολιτεία, παραδινόμαστε μοιραίοι στον νόμο της ζούγκλας και του ισχυροτέρου, πίσω στην καθυστέρηση, στον Μεσαίωνα, στην αυθαιρεσία, στον αυταρχισμό, στη σύγχυση και την ανομία. Για συνέλθετε λίγο, μην τρελαθούμε τελείως.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

Ντρέπομαι...

Στη γωνιακή κολόνα της ΔΕΗ στον δρόμο μας, το κολλημένο χαρτί έγραφε: «Ντρέπομαι που ζω ανάμεσα σε ανθρώπους που σκοτώνουν ανυπεράσπιστα ζώα». Την προηγουμένη, το αγαπημένο γατάκι της γειτονιάς, ο Κεφάλας για το δικό μας σπίτι, ο Τίγρης για τους διπλανούς, άφησε με σπασμούς την τελευταία του πνοή στην άκρη του πεζοδρομίου, με φρικτό θάνατο. Κάποιοι το είχαν δηλητηριάσει. Τους ενοχλούσε. Η κτηνίατρος που φωνάξαμε επειγόντως μάς είπε πόσο επώδυνο είναι για τα ζωάκια ένα τέτοιο τέλος. Μαζευτήκαμε οι γείτονες και το θάψαμε συγκινημένοι σε έναν κήπο. Λίγες ώρες μετά, το χαρτί είχε ξεκολλήσει βίαια από την κολόνα. Και μερικές ημέρες μετά, κάποιοι «φύλακες της τάξης» και «προασπιστές των νόμων», που τους πληρώνω από τον μισθό μου και τους δίνω ένα όπλο για να με προστατεύουν από τους εγκληματίες, πυροβολούν με ευκολία- στις 9 το βράδυ μιας ζεστής δεκεμβριανής ημέρας- ένα γλυκό παιδί, που ζει την εφηβική επανάστασή του στη δύσκολη ηλικία των δεκαπέντε. Και ενοχλεί. Θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε παιδί: Ο Παναγιώτης, ο Βασιλάκης, ο Λεωνίδας, ο Άγγελος... Οποιοσδήποτε μαθητής της Α΄ Λυκείου, που το έχει σκάσει από το σχολείο ή που γυρνά από μια συναυλία μέταλ, εκφράζοντας έτσι- έστω και με λάθος τρόπο- την αιώνια αντίθεση των εφήβων προς τον κόσμο των μεγάλων. Ορισμένοι προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον φόνο. Δεν υπάρχει δικαιολογία. Μόνο τσαμπουκάς και θρασυδειλία για τζάμπα μάγκες. Υπάρχει μόνο έλλειψη εκπαίδευσης (τεχνικής και ψυχολογικής) των λεγόμενων σωμάτων ασφαλείας, επικίνδυνα επιπόλαιη επιλογή προσώπων για το επάγγελμα, λανθασμένος προσανατολισμός της Αστυνομίας όλης. Σε όλες τις κολόνες της Αθήνας, θέλω να κολλήσω ένα χαρτί που να λέει: «Ντρέπομαι που ζω ανάμεσα σε ανθρώπους που σκοτώνουν ανυπεράσπιστα παιδιά»...

Σταματήστε τα όλα!

Μούδιασε το μυαλό μας και το σώμα μας ξεράθηκε. Δεν έχουμε πόλη πια, αλλά δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε καλύτερο από το να οργανώσουμε καινούργιες πορείες, ειρηνικές, στην οποία θα έρθουν πάλι οι επαγγελματίες της βίας και θα οργανώσουν την πυρά για ό,τι έχει μείνει όρθιο. Το χριστουγεν- νιάτικο δέντρο και την Εθνική Βιβλιοθήκη τα χαρήκαμε που κάηκαν; Τι θα κάψουν τώρα, το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία, τη Βουλή; Δεν είναι όλα δείγματα του αστικού κράτους; Γιατί όχι την Αρχαία Αγορά και την Ακρόπολη; Η αρχαία κοινωνία ήταν πολύ χειρότερη, ήταν δουλοκτητική. Τίποτα να μη μείνει, λίθος επί λίθου... τέλειο έργο της ενδιαφέρουσας μηδενιστικής ιδεολογίας η πόλη μας. Άβουλοι, σαν υπνοβάτες, συνεχίζουμε στον δρόμο μας. Τις πορείες μας, τις απεργίες μας, δεν μας ξυπνάει τίποτα. Η κυβέρνηση δεν καταλαβαίνει ότι γύμνωσε από νόημα τους θεσμούς με το πλιάτσικο που άφησε να γίνει. Τα άλλα κόμματα δεν καταλαβαίνουν ότι είναι στιγμή που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι μας συμβαίνει. Ποιος θα καταλάβει; Η ΓΣΕΕ θα κάνει πορεία αύριο. Μήπως η ΓΣΕΕ νιώσει ότι αντί για πορεία πρέπει να μαζέψει συνεργεία ειδικευμένων να πάνε για επισκευές στα κατεστραμμένα κτίρια; Τι θέλουν οι εργαζόμενοι δηλαδή, να ζήσουν ο καθένας οχυρωμένος σε ένα μικρό ιδιωτικό κάστρο; Θέλουμε την πόλη μας πίσω, ναι ή όχι; Θα την αφήσουμε στη μοίρα της; Αυτά τα μαγαζιά που κάηκαν θα τα αφήσουμε στη μοίρα τους; Δεν είναι δικά μας, οι πεζόδρομοι, οι βιτρίνες, η ελπίδα για τις γιορτές, οι δημόσιοι χώροι; Έχουμε εντελώς τρελαθεί; Δεν ήταν και Παρίσι, να την κάνουμε νεκροταφείο λοιπόν; Να χάσουμε και τον ελάχιστο χώρο δημόσιας ζωής που είχαμε, πριν συνέλθουμε, τα τελευταία ψίχουλα;

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

Το καζάνι βράζει

ΘΥΜΑΣΤΕ πριν από μερικούς μήνες τα γαλάζια παπαγαλάκια που άφηναν να διαρρεύσει ότι «ο Πρωθυπουργός έχει μόνο μια σφαίρα και γράφει το όνομα Τατούλης»; Πολύ φοβάμαι ότι η σφαίρα του ειδικού φρουρού που δολοφόνησε τον 15χρονο στα Εξάρχεια γράφει το όνομα του ίδιου του Πρωθυπουργού. Η συσσωρευμένη κοινωνική οργή μπορεί να εκραγεί τόσο ξαφνικά όσο... τυχαία «εκπυρσοκρότησε» το όπλο του αστυνομικού. Και η πολιτική και οικονομική κρίση να μετατραπεί σε κοινωνική. Δεν είναι η πρώτη φορά που η αστυνομική αυθαιρεσία αποτελεί τη θρυαλλίδα ευρύτερης αναταραχής. Το 1985, πάλι ένας 15χρονος έπεφτε νεκρός από την πισώπλατη σφαίρα άνδρα των ΜΑΤ. Το 1980, ένας φοιτητής και μια εργάτρια, οι Ιάκωβος Κουμής και Σταματίνα Κανελλοπούλου έχαναν τη ζωή τους από τα αστυνομικά κλομπ. Στις εξεγέρσεις στα προάστια του Παρισιού- που ξεκίνησαν από δολοφονία Αφρικανού μετανάστη- οι διαμαρτυρόμενοι μετέτρεψαν επί εβδομάδες σε κόλαση την «αστική ηρεμία». Φυσικά οι περιπτώσεις ποικίλλουν ως προς τις αιτίες. Και ουδείς μπορεί να επικροτήσει την ωμή βία απ΄ όπου και αν προέρχεται. Ωστόσο, όλες οι περιπτώσεις διάχυσης της οργής του πλήθους είχαν ως αφορμή μια αστυνομική αυθαιρεσία. Τα όργανα της τάξης μετατράπηκαν σε όργανα αταξίας. Από θεματοφύλακες της αίσθησης δικαίου και ασφάλειας του πολίτη, για τα οποίαυποτίθεται ότι- έχουν εκπαιδευτεί, μεταμορφώθηκαν σε κοινούς ταραξίες. Αφαίρεσαν ανθρώπινες ζωές είτε από εκδικητικό αίσθημα επιπέδου χουλιγκάνου είτε από φόβο (απαράδεκτο για εκπαιδευμένους) είτε λόγω ενός τονισμένου «υπερεγώ» από κηρύγματα του τύπου «το κράτος είστε εσείς». Και στις τρεις περιπτώσεις, η πολιτεία έχει αποτύχει στην αποστολή της. Ούτε την ασφάλεια των πολιτών διαφυλάττει ούτε τη ζωή τους προστατεύει ούτε τους φύλακες του νόμου προφυλάσσει. Το πώς θα χειριστεί από εδώ και πέρα τη διαμορφούμενη κατάσταση η πολιτεία μένει να αποδειχθεί- αν και τα ώς τώρα δείγματα δεν είναι ιδιαιτέρως θετικά. Τουναντίον. Οι Παυλόπουλος και Χηνοφώτης επέδειξαν ευθιξία, υποβάλλοντας τις παραιτήσεις τους- πράγμα ανήκουστο μέχρι τώρα για τη Νέα Διακυβέρνηση... Ο Πρωθυπουργός, άφαντος, αρνείται και πάλι να αναλάβειέστω τυπικά- τις πολιτικές ευθύνες. Και το καζάνι βράζει...

Υπάρχει η μέση οδός

Τι θα έκανα αν είχα παιδί; Εάν ήταν σε ηλικία που θα μπορούσε να κατέβει μόνο του να διαδηλώσει; Θα το άφηνα, εν μέσω χάους, να ασκήσει το δικαίωμά του να διαμαρτυρηθεί; Και πώς θα μπορούσα να του το αρνηθώ; Με ποιο επιχείρημα: ότι ανησυχώ; Μήπως θα με άκουγε; Μήπως θα ήθελα ένα πειθήνιο παιδί; Μόλις τρία 24ωρα πριν, η απάντηση που θα έδινα θα ήταν άμεση- αν και ομολογώ πως μιλώ θεωρητικά: «Μα φυσικά και θα το άφηνα...». Αυτό όμως ήταν «χθες», πριν από τη δολοφονία του Αλέξη. Σήμερα, που ο Αλέξης έχει πεθάνει, το πρόβλημα δεν είναι ούτε τα δακρυγόνα ούτε οι μικροφασαρίες ούτε η ελεγχόμενη ένταση. Η εκτέλεση ενός παιδιού- γιατί παιδί ήταν- είναι το ζητούμενο. Η είδηση που έσκασε σαν κρότος, συμπαρασύρει το αίσθημα της αδικίας, της ανασφάλειας, του φόβου. Μαθητές και φοιτητές ξεσηκώνονται κατά της βίας. Και οι γονείς; Τους βλέπω ανήσυχους. Παίρνουν κάθε πέντε λεπτά στο κινητό, μόνο και μόνο για να ακούσουν τη φωνή της κόρης ή του γιου τους. Ρωτάνε πού είναι. Τους ενημερώνουν για όσα ακούνε: πού πέφτουν δακρυγόνα, ποιον δρόμο να πάρουν για να αποφύγουν τις οδομαχίες. Κάποιοι χάνουν την ψυχραιμία τους. Λυγίζουν από την αγωνία. Ουρλιάζουν στα τηλέφωνα, απαιτώντας να γυρίσει το παιδί τους σπίτι. Και να μη θέλουν να είναι καταπιεστικοί, μετατρέπονται σε αυτό που απεχθάνονται. Άκουσα κάποιον στον δρόμο να λέει πως εάν χρειαστεί θα κλειδώσει τον γιο του. Μονόπλευρη προσέγγιση σε ένα τέτοιο θέμα δεν υπάρχει. Είναι από αυτές τις- ελάχιστεςπεριπτώσεις που όλοι έχουν δίκιο. Μέχρι στιγμής πάντως, φαίνεται πως ο κανόνας της δράσης και της αντίδρασης δεν έχει εξαιρέσεις. Απλά, επιδέχεται παραλλαγές σε ό,τι αφορά την αντίδραση και οι μαθητές έδειξαν χθες πως υπάρχει η μέση, «καθαρή» οδός.