Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Σοκ και δέος στα ελληνικά τρένα

Δεν είχα καμία εμπειρία από τα ελληνικά τρένα. Είχα, όμως, λατρέψει τα υπέροχα τρένα της Ιταλίας, της Ελβετίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας και τους παραμυθένιους σιδηροδρομικούς σταθμούς της Ζυρίχης, της Λυών και του Μονάχου. Έτσι, αποφασίσαμε, σπρωγμένοι από την παρεΐστικη διάθεση και παραπλανημένοι από τις πομπώδεις εξαγγελίες για «εκσυγχρονισμό του ΟΣΕ», να πάμε έως τη Θεσσαλονίκη με το τρένο, φορτώνοντας και το αυτοκίνητο, για να συνεχίσουμε μετά οδικώς προς τη χιονισμένη Λίμνη Κερκίνη. Την πρώτη βάρβαρη επαφή με τον σταθμό στον Ρουφ, που φάνταζε μέσα στην κρύα νύχτα της τριακοστής Δεκεμβρίου σαν μάντρα σιδερικών, είπα να την παρακάμψω. Όταν, όμως, κατέφθασε η αμαξοστοιχία, τα πράγματα σοβάρεψαν. Σοκ και δέος! Παλιά βαγόνια χωρίς θέρμανση, βρώμικες ταπετσαρίες, σκισμένες μαξιλαροθήκες, ξεχαρβαλωμένοι διακόπτες. Όχι μόνο δεν υπήρχε εστιατόριο για να φας σαν άνθρωπος ή να πάρεις την άλλη μέρα πρωινό, αλλά ούτε ένα μηχάνημα για ζεστό ρόφημα. Περάσαμε όλη τη νύχτα ξύπνιοι, με τα ρούχα μας, μετρώντας τις ώρες. Δεν ξέραμε, όμως, ακόμα ότι «όλα τα λεφτά» θα ήταν η «υποδοχή» στη συμπρωτεύουσα. Έξι παρά τέταρτο το πρωί μάς άφησαν να περιμένουμε έξω όρθιοι, για μια ολόκληρη ώρα στους δύο βαθμούς Κελσίου, για να πάρουμε τα αυτοκίνητα. Ούτε ένα πρόχειρο γυάλινο κατασκεύασμα να σε προστατεύει από τον χιονιά, ούτε ένα παγκάκι! Στεκόμασταν εκεί τρέμοντας, για να ανοίξει ο μοναδικός υπάλληλος με τη χειροκίνητη αντλία τα βαγόνια με τα οχήματα! Φύγαμε τρέχοντας, για να επιστρέψουμε στον πολιτισμό... Δεν χρησιμοποιήσαμε φυσικά ποτέ τα εισιτήρια της επιστροφής, προτιμώντας να περάσουμε με αυτοκίνητο, βροχή και σκοτάδι το θανατηφόρο πέταλο του Μαλιακού. Δεύτερη φορά δεν παίζεται! Γυρνώντας στην Αθήνα, άνθρωπος που γνωρίζει καλά τα πράγματα στον ΟΣΕ μού μίλησε για την τέλεια αδράνεια της πολιτικής εξουσίας («μόνο... χαρτί τουαλέτας και πετρέλαιο αγοράζουν», μου είπε χαρακτηριστικά), τη μεγάλη καθυστέρηση της ηλεκτροκίνησης, τις ελλείψεις νέων μηχανικών και την απόφαση να ξεπουλήσουν το προϊόν όπως όπως και όχι να το κάνουν ελκυστικό στον καταναλωτή: «Μόνο να στηλιτεύουν τα προβλήματα και όχι να τα διορθώνουν». Ελληνικέ σιδηρόδρομε, «Καληνύχτα και Καλή Τύχη»!

Κρύο, πολύ κρύο

Απ΄ έξω μαυροφόρα συννεφιά, βροχή ημερών, μουλιασμένη άσφαλτος, θάλασσα που σ΄ ανατριχιάζει, αλλά μέσα από τα τζάμια της καφετέριας οι εγκαταστάσεις της θέρμανσης δουλεύουν φουλ και οι ταξιδιώτες μπορούν να βγάζουν μπουφάν, κασκόλ και γάντια, να τα ακουμπούν στις πολυθρόνες. Μέσα από τη χειμερινή πανοπλία αποκαλύπτονται καλοντυμένοι και περιποιημένοι σαν να είναι στο σπίτι τους, σαν να δέχονται κόσμο στο σαλόνι τους, ενώ είναι καθ΄ οδόν. Μια νεαρή φοράει κάτι σαν φόρμα γκρίζα με ροζ στρασάκια, πιάνει το κινητό της αγκαλιά στο αυτί και με ύφος ανήσυχο βγαίνει έξω, να μιλήσει. Τη μουλιάζει η βροχή, της παίρνει τα μαλλιά ο κρύος αέρας, και καθόμαστε όλοι από μέσα από το τζάμι της καφετέριας και την κοιτάμε άναυδοι να αφοσιώνεται τόσο στη συζήτηση από το κινητό που να μην καταλαβαίνει ότι το γκρι της φόρμας της γίνεται μαύρο σιγά σιγά, καθώς βρέχεται. Κάτι πολύ συνταρακτικό φαίνεται ότι ακούει από το τηλέφωνο, δεν δίνει σημασία στο κρύο και στα ρούχα που επιλέχτηκαν για κάποια πολύ οικεία εμφάνιση, για σουίτα σε σαλέ όπου μπορείς δίπλα στο τζάκι να φοράς και πιτζάμες αφού δεν σε βλέπουν, ή ένα πολύ φιλελεύθερο και άνετο γιορτινό σπιτικό που επιτρέπει στα παιδιά ακόμα και τις επίσημες μέρες να κυκλοφορούν με μοντέρνα εσω-εξώρουχα που δίνουν άνεση και σιγουριά αιλουροειδούς, δεν σφίγγουν και δεν εξαναγκάζουν να περπατάς ποζάτα. Βέβαια, ανήκει στις ηλικίες που αψηφούν τις καιρικές συνθήκες. Κρίμα που δεν είναι η Ευρώπη η ίδια που απειλείται να βρεθεί χωρίς φυσικό αέριο μέσα στον παγωμένο χειμώνα, ούτε η Ουκρανία που ήδη παγώνει σιωπηλά από τις ρωσικές πολιτικές επιλογές, είναι κρίμα που δεν είναι παρά ένα νεαρό ερωτευμένο- πιθανότατακορίτσι αυτό που τόσο γενναία περιφρονεί τις καιρικές συνθήκες.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Ποδαρικό με... «θα»

«Θα αρχίσω γυμναστήριο». «Θα αρχίσω δίαιτα». «Θα σταματήσω το κάπνισμα». «Θα σταματήσω να πίνω αλκοόλ κάθε βράδυ». «Θα σταματήσω να γκρινιάζω». «Θα σταματήσω να σκέφτομαι αρνητικά». «Θα χωρίσω». «Θα βρω τον σύντροφο των ονείρων μου». «Θα αλλάξω εμφάνιση». «Θα το ρίξω στη δουλειά». «Θα πάρω νέο αμάξι». «Θα πάψω να λέω πάντα “ναι”». «Φέτος, θα βρω ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό μου». «Θα περνάω περισσότερο χρόνο με τα παιδιά μου». «Θα βάλω χρήματα στην άκρη». «Θα βρω νέα δουλειά». «Θα κάνω τσεκ απ». «Θα βρω χρήματα και χρόνο για να κάνω ταξίδια». «Θα καταφέρω να πάρω προαγωγή και αύξηση». Κάθε χρόνος και μία νέα αρχή- και πάλι στα ίδια μένουμε! Επειδή πολλά άκουσα και πολλά υποσχέθηκα με την αλλαγή του νέου έτους- που τα περισσότερα ήξερα πως δεν θα τα τηρήσουν και δεν θα τα τηρήσω - έχω να κάνω μια αντιπρόταση. Όταν ύστερα από 12 μήνες έρθει και πάλι η Πρωτοχρονιά, ας μη δεσμευτούμε για τίποτα. Γιατί τότε, ποιος ξέρει, ίσως να γίνουν όλα εκείνα που δεν έχουν συμβεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Και τέλος πάντων είναι ολίγον ψυχαναγκαστικό να αρχίζει ο καινούργιος χρόνος με τόσα «πρέπει» και «μη». Άλλωστε, ο Νόμος του Μέρφι καραδοκεί κι αν είναι να πάει κάτι στραβά θα πάει... Εν πάση περιπτώσει είναι αποδεδειγμένο πως όταν προγραμματίζουμε κάτι, συνήθως «στραβώνει». Αντίθετα, τα αυθόρμητα είναι τα καλύτερα. Συνεπώς, δεν χρειάζεται να έρθει η Δευτέρα, αλλά ούτε και η 1η Ιανουαρίου για να αλλάξουν όλα. Καλή χρονιά σε όλους- και στις «κακές» συνήθειες! Και καλή επιτυχία σε όσους έχουν τάξει στον εαυτό τους ένα μάτσο υποσχέσεις...

Κανονικότητα των ταραχών

Σαν να μην είχαμε ξαναδεί χειμώνα, ξεκινήσαμε για την καθιερωμένη επίσκεψη στο χωριό. Αυτό μας έφαγε, το καθιερωμένο. Καλά έλεγαν οι διαδηλωτές την προηγούμενη Τετάρτη (ή μήπως ήταν Πέμπτη;). «Όχι στην κανονικότητα των γιορτών»! Κανονικά κι εμείς, όπως κάθε χρόνο, πήγαμε στο σπιτάκι που μας συγχωρεί για την εγκατάλειψη επί δεκαετίες, αλλά αυτή τη φορά έδειξε τα δόντια του. Παγωμένο, άγριο, αρνούμενο να συμβιβαστεί με τις ανάγκες μας, πέτρα η καρδιά του: μας αρρώστησε για να συμπλεύσει με την κρίση, να μας βγάλει από τον εφησυχασμό, τη ρουτίνα της χρονιάς, όλα αυτά τα ωραία. Μας βύθισε σε αρχαίες ανάγκες για ζέστη και φως που νομίζαμε ότι έχουν ικανοποιηθεί άπαξ διά παντός, και γενικώς σε καταστάσεις που σε κάνουν να θυμάσαι τους παππούδες και τις γιαγιάδες σου. Πόσο θα κρύωναν επί αιώνες πριν εφευρεθεί το καλοριφέρ, πόσο θα βαριόνταν επί αιώνες πριν εφευρεθεί η ηλεκτρική λάμπα, πόσο θα παιδεύονταν να μαγειρέψουν ή να πλύνουν, να περπατήσουν ή να ταξιδέψουν, ακόμα και να κοιμηθούν στα κρύα δωμάτια. Πόσο θα κουράζονταν για το καθετί επί αιώνες πριν μαθευτούν όλες αυτές οι ανέσεις, τις οποίες εμείς θεωρούμε δεδομένες. Συμμάχησε και ο καιρός με όσους θέλησαν φέτος να μας δώσουν ένα μάθημα. Από τη μια «τα παιδιά» από την άλλη η κρίση, ήρθε και η βαρυχειμωνιά να ενισχύσει την περιρρέουσα διάθεση τιμωρίας. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα που μέσα στη γενικότερη αναστάτωση, όπου οι ταραχές έχουν γίνει ρουτίνα, νοσταλγούν κάτι πιο ήσυχο. Αληθινά μαθήματα ας πούμε, σχολείου ή οτιδήποτε άλλου, για μικρούς και μεγάλους, δραματικής τέχνης ή κεραμικής, οδήγησης ή ισπανικών, μια κανονικότητα που φαίνεται ότι θα αργήσουμε να ξαναδούμε.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Το πρώτο ψέμα

Μπήκε από την καμινάδα, μυστηριωδώς πεντακάθαρος κι ανέγγιχτος από τα κάρβουνα και τις βρωμιές. Ηταν ο Αγιος Βασίλης αυτοπροσώπως, για πρώτη φορά στο σπίτι μας. Κοιλαράς, γενειοφόρος, μ έναν τεράστιο σάκο τίγκα στα δώρα. Η καλά σκηνοθετημένη παράσταση για έναν και μόνο θεατή, τον ηλικίας δυόμισι ετών Οδυσσέα μας, εξελίχθηκε σ' έναν πραγματικό θρίαμβο. Χο-χο-χο... Ηπιες το γάλα σου, άλλαζες την πάνα σου, άκουγες τη μαμά σου; Ησουν καλό παιδάκι; Μάλιστα. Τότε, λοιπόν, ο ξέρεις -ποιος- θα σου φέρει δώρο... Την ίδια ώρα η κακιά μάγισσα, η τηλεόραση, ξερνούσε στο σαλόνι μας το παράλογο ψέμα του χορτάτου ανθρώπου. Μια τεράστια αλυσίδα από «καλά παιδάκια» - στη Ζιμπάμπουε, στη Γάζα, στο Κονγκό: Στους καταυλισμούς των προσφύγων, στα νοσοκομεία με τα παρατημένα βρέφη, στους ξενώνες με τα θύματα κακοποίησης. Τι κι αν βάλουν τα δυνατά τους να είναι «καλά παιδάκια» από σήμερα έως τη Δευτέρα Παρουσία; Μάταιος κόπος. Τι είδους βλακείες ταϊζουμε τα παιδιά μας; Τι είδους εφεύρεση είναι αυτός ο διαχωρισμός σε «καλά» και «κακά» παιδάκια, ανάλογα με το αν θα έχουν ή δεν θα έχουν γιορτινά δώρα; Στραβό ξεκίνημα έκανα, μου φαίνεται. Παπαγάλισα στον γιο μου τις ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσα. Δεν υπάρχει λόγος να τις επαναλαμβάνω, αφού δεν τις εγκρίνω. Δηλαδή του χρόνου δεν έχει Αγιο Βασίλη; Μωρέ... έχει και παραέχει! Δεν είμαι γρουσούζηης να καταστρέψω τη χαρά ενός νηπίου. Απλώς αυτή η αηδία με τα «καλά» και τα «κακά» παιδάκια, για μένα, παίρνει τέλος. Τα παιδιά σύντομα θα μεγαλώσουν και θα σε ρωτήσουν για τα «άλλα» παιδιά: Που δεν έχουν ούτε άγιο να περιμένουν, ούτε γάλα να πιουν, ούτε ζωή να ζήσουν. Αυτά είναι τα «κακά παιδιά» που λέγαμε, μπαμπα; Κι άντε μετά να βρεις μούτρα -και επιχείρημα- για να απαντήσεις.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

«2009 μ.Χ.» Το μήνυμα στο μπουκάλι

Πώς θα είν ο κόσμος μας, πώς θα είμαστε εμείς το 2009; Ακόμα κι εσύ, παλιέ φίλε Κώστα Τουρνά, μπορεί να μην φανταζόσουν ότι θα έφτανε η εποχή που το τραγούδι σου, γραμμένο για ένα μέλλον τόσο μακρινό, θα γινόταν αναπόφευκτο παρόν. Πώς θα ζούμε, άραγε, που θα είναι όλα αλλιώς και ποια θα είναι τα νέα το 2009; Το πώς ζούμε, το ξέρεις. Οσο για τα νέα, τα ξέρουμε, τα βλέπουμε, τα διαβάζουμε. Το μόνο μας παράπονο είναι πια ότι οι ειδήσεις, «τα νέα» από τον κόσμο, είναι μερικές φορές περισσότερα απ όσα μπορούμε να αντέξουμε... (...Τότε που εγώ θα μαι 60 χρόνων και συ ελπίζω να φαίνεσαι νέα). Εγινες κιόλας εξήντα, παλιέ μου (και χαμένε στον χρόνο) φίλε; Πώς εξηνταρίζουν οι νεανικοί πρίγκιπες; Οσο για μένα (που έπαιρνα τα τραγούδια σου προσωπικά) ελπίζεις να «φαίνομαι νέος». Ετσι είναι ακριβώς. «Φαίνομαι». Ολοι φαινόμαστε. Αλλά δεν είμαστε. Βάλε την καλοδιατηρημένη μας (με κρέμες και μαντζούνια) μούρη δίπλα στο μπουμπούκι των δεκαοχτώ που είμαστε τότε και η διαφορά σκοτώνει την ψευδαίσθηση. (...Και τα παιδιά μας δεν θα χουν καμιά διαφορά με σένα και μένα...). Κι όμως, τα παιδιά μας έχουν διαφορές μαζί μας. Για την ακρίβεια, είναι έξαλλα μαζί μας. Ούτε που να μας φτύσουν, για να λέμε και την αλήθεια. (...Τότε που ο πλανήτης μας θα ναι οπλοστάσιο και οι δρόμοι θα μοιάζουν μ αρένα). (Σκατά. Γιατί έπρεπε να έχεις δίκιο; Ενα άσχετο πιτσιρίκι ήσουν, που σκάρωνες μουσικές για γεγέδες. Τι ήξερες παραπάνω; Τι είναι αυτό που ξέρουν πάντα τα πιτσιρίκια παραπάνω;). Να σαι αισιόδοξη, όλα θα περάσουνε, μετά τη νύχτα είν η μέρα... Το 2009... Αλλά έτσι είναι τα μηνύματα στα μπουκάλια του χρόνου: Γράφουν και καμιά κουβέντα πιο ευχάριστη, έτσι για να σπάσει η απόγνωση του μελλοντικού παραλήπτη...

Μπαμ ηκούσθη στον αέρα... (και επι γης ειρήνη

Μία από τις τελευταίες μόδες της ειδησεογραφίας, αυτές τις μέρες, είναι να μετράμε αδέσποτες. Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι (και η παγωμένη Ελλάδα αναστενάζει).Εχω χάσει τον λογαριασμό: δεν υπάρχει δελτίο ειδήσεων τις τελευταίες ημέρες που να μην αναφέρει και από ένα-δυο άσχετα μπαμ μπουμ στην Αθήνα. Στο κέντρο. Στου Γουδή. Στον προαστιακό. Στου Ψυρρή, καταμεσής του δρόμου. Τα γεγονότα, είναι πέρα για πέρα αληθινά: Εδώ και χρόνια, κάθε νύχτα, και μερικές φορές μέρα μεσημέρι, πέφτουν πυροβολισμοί: Είναι τόσο συνηθισμένο το φαινόμενο (συμμορίες, μεθυσμένοι, τζάμπα μάγκες, ξεκαθαρίσματα) που, ενώ οι αρμόδιοι συντάκτες τα αναφέρουν επιμελώς, είναι ζήτημα αν ένα στα δέκα «μπαμ» βρίσκει τον δρόμο του προς τα δέκα λεπτά δημοσιότητας που του αναλογούν. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι τα αυτιά της κοινής γνώμης δείχνουν να είναι πιο ευαίσθητα, ειδικά μετά τον τελευταίο πυροβολισμό, τον μοιραίο, που συγκλόνισε τη χώρα. Μπορεί να ακουστώ κυνική, αλλά το θέμα «σφαίρες» πουλάει. Μακάρι η ευαισθησία μας να διαρκέσει. Να αντιδρούμε και οι αρχές και οι πολίτες. Να προβληματιζόμαστε. Τι ήταν αυτό το μπαμ; Ξεκαθάρισμα; Να βρούνε ποιοι ξεκαθαρίζουν τι και να τους μαζέψουν, κι αυτούς και τα κουμπούρια τους. Τι ήταν το μπουμ; Αλλοδαποί που κάνουν σκοποβολή κοντά στις γραμμές του προαστιακού; Η εξήγηση κρίνεται απαράδεκτη - ρωτήστε και τη γυναίκα που κόντεψε να κρεπάρει, ολομόναχη στο βαγόνι που το χτύπησε η σφαίρα. Φοβάμαι όμως ότι όλη αυτή η επιφυλακή, αυτό το ενδιαφέρον των πολιτών, σύντομα θα σβήσει. Ο υπόκοσμος θα λύνει τις διαφορές του, οι «αλλοδαποί» θα αλληλοεξοντώνονται με την ησυχία τους, κι ένα μπαμ από πυροβόλο όπλο σύντομα θα ενταχθεί και πάλι στην αστυνομική ρουτίνα, ανάξιο λόγου αναφοράς. Κι εμείς θα μείνουμε μακάριοι στη λησμονιά μας, μέχρι τον επόμενο κρότο που θα μας βγάλει από τον λήθαργό μας.