Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

Η χώρα των τρελών

Σήμερα θα σας πω ένα ενδιαφέρον παραμυθάκι. Γράφτηκε σαν παραμύθι γιατί είναι μια απίστευτη ιστορία, που δεν είναι εύκολο να πεισθεί κάποιος ότι είναι αληθινή. Σας τη λέω, γιατί είναι απαραίτητο πια να κατανοήσουμε ότι στην Ελλάδα μας, εκτός από τη λογική, λειτουργεί ανάποδα κι η τρέλα. Άνθρωποι που πυροβολούν αναίτια το διπλανό τους, χωρίς να έχουν συναίσθηση, έχουν υπεύθυνη θέση και όπλο. Και από την άλλη, βλέπουμε να τραβάνε στα τρελάδικα μανάδες που έχουν μικρά παιδιά, με δυο ψευδομάρτυρες και μια τυπική διαδικασία. Διαβάστε την ιστορία: Η Ρόζα είναι μια φανταστική μητέρα με δυο φανταστικά παιδιά. Ζει σε μια φανταστική χώρα στην άκρη του πουθενά. Αυτή και τα δυο παιδιά της περνούν έναν φριχτό εφιάλτη, που μόνο μια εντελώς διεστραμμένη φαντασία συγγραφέα μπορεί να συλλάβει. Τη Ρόζα την κυνηγούν ο πρώην άντρας της, ο πατέρας της και η μητέρα της. Όλοι μαζί σε συμμαχία αγωνίζονται να την εξοντώσουν, να την κλείσουν σε τρελλοκομείο και να την μπουκώνουν φάρμακα κατά τις οδηγίες της «ψυχιατρικής επιστήμης». Αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί σε μια πραγματική χώρα σαν τη δική μας. Ποτέ στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσαν οι γονείς να στεγάζουν και να υποστηρίζουν το γαμπρό τους και να καταδιώκουν το παιδί τους που γέννησαν. Αυτά, μόνο σε μια φανταστική χώρα μπορεί να συμβούν. Αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε όποιους γονείς θέλετε. Οι γονείς της Ρόζας την καταγγέλλουν στον εισαγγελέα ως επικίνδυνη τρελή, πόρνη και μητρομανή, που θα πουλήσει το σπίτι της και θ’ αφήσει τα παιδιά της στο δρόμο – αν δεν τα σκοτώσει κιόλας, μιας που τα δέρνει, λένε, καθημερινά. Ζητάνε να πάει δεμένη σε ψυχιατρική «κλινική». Επιστρατεύουν μάλιστα και κάποιους – φανταστικούς πάντα – ψευδομάρτυρες. Και ο εισαγγελέας πείθεται και στέλνει την αστυνομία να την πιάσει, έτσι, χωρίς πολλά πολλά! Βλέπετε, πρόκειται για χώρα φανταστική. Σε καμιά πραγματική χώρα, με νομικό πολιτισμό και εκσυγχρονισμένο και δίκαιο νομικό σύστημα, δεν θα μπορούσαν να συμβαίνουν αυτά. Κι αν δε με πιστεύετε ρωτήστε όποιον εισαγγελέα θέλετε. Αν δε βρίσκετε εισαγγελέα, ρωτήστε ανακριτή, κάνει κι αυτός. Στην ανάγκη, ρωτήστε, μια γραμματέα δικαστηρίου. Καμιά φορά αυτές ξέρουν καλύτερα. Θα ‘λεγα να μη ρωτήσετε στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς σας… Θα τους στενοχωρήσετε με τη δυσπιστία σας. Φυσικά, τα αστυνομικά όργανα πιάνουν τη Ρόζα μπροστά στο σχολείο του παιδιού της, που πάει τότε Γ’ δημοτικού. Όλα τα παιδάκια κι οι δάσκαλοι βλέπουν απ’ τα παράθυρα. Έτσι, η Ρόζα πάει με συνοδεία στο «πλησιέστερο εφημερεύον ίδρυμα αρμόδιον διά υποχρεωτική εξέταση...» κλπ. Εκεί την περιμένουν με «φιλικές διαθέσεις» κάποιοι στημένοι λειτουργοί της «επιστήμης» και βέβαια φίλοι του πατέρα της. Δεν την αφήνουν να επικοινωνήσει με γνωστό της ψυχίατρο, που εργάζεται στο ίδιο νοσοκομείο, και ο οποίος μπορεί να βεβαιώσει ότι η Ρόζα είναι απόλυτα υγιής. Δεν της επιτρέπουν να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της. Δεν την αφήνουν να έρθει σε επαφή με κανέναν. Χωρίς περιστροφές τη βρίσκουν «επικίνδυνη σχιζοφρενή με παραλήρημα, ψευδαισθήσεις και επιθετική συμπεριφορά» – λένε – και διατάζουν τα αστυνομικά όργανα να τη χώσουν – συγνώμη, ήθελα να πω να την παραδώσουν για υποχρεωτική νοσηλεία – σε κάποια αποθήκη ανθρώπων που σε εκείνη την απίθανη φανταστική χώρα λέγεται «ιδιωτικόν θεραπευτήριον» – κοίτα να δεις! Για το καλό της! Αυτά βέβαια δε θα μπορούσαν να συμβούν σε μια πραγματική, σύγχρονη και πολιτισμένη χώρα σαν τη δική μας χώρα. Απαπαπαπά!!! Πρώτον, γιατί στη χώρα μας τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του πολίτη προστατεύονται από το Σύνταγμα. Δεύτερον, διότι οι ψυχίατροι που εξετάζουν τους αναγκαστικά προσαγόμενους «τρελούς», δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτα ικανοί και καταξιωμένοι επιστήμονες, οι οποίοι σκοτώνονται για το καλό των εξεταζόμενων, με πραγματική αγάπη και αυτοθυσία στο καθήκον του λειτουργήματός τους. Και τρίτον, διότι ο νόμος προβλέπει, ότι για να δεχτεί ένα ιδιωτικό θεραπευτήριο ασθενείς για υποχρεωτική νοσηλεία πρέπει να έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις και να έχει ελεγχθεί από τις υπηρεσίες του υπουργείου Υγείας. Αν δε με πιστεύετε, ρωτήστε οποιονδήποτε λειτουργό της ψυχιατρικής επιστήμης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι: Αν ζείτε σε κάποια φανταστική χώρα στην άκρη του πουθενά, μην μπλέκετε με φανταστικούς λειτουργούς της εξουσίας. Είναι λίαν ανθυγιεινό. Σε κάθε περίπτωση, καλή σας τύχη. Αλλά, όσο ζείτε στην πανέμορφη χώρα μας, μην έχετε κανένα φόβο. Αυτά τα πράγματα είναι αδιανόητα. Πάντως, καλού κακού, μη συναναστρέφεστε τρελούς και παιδιά. Λένε επικίνδυνα πράματα! Και προπαντός, απαγορεύεται η συναναστροφή με μεθυσμένους. Κατά τα άλλα, ελεύθεροι!

Η εκδίκηση της ξανθιάς

Καλωσόρισες, Πετρούλα. Πάρ τους τα όλα, κορίτσι μου. Τα συμβόλαια, τα χαρτιά, τα λεφτά και τα σώβρακα. Πες μας τον καιρό (ποιον καιρό;) με τσαχπινιά, κούνημα, νάζι. Ρίξε το βαρομετρικό πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, με την υπόσχεση ενός μικρού, ροζ φαγώσιμου βρακιού. Ακύρωσέ τους όλους. Απόλαυσέ τους: γραβατοφορεμένοι σχολιαστές, έμπειροι πολιτικοί αναλυτές, σιτεμένες τηλεπερσόνες προσκυνούν τα ατελείωτα ποδάρια σου. Τόνοι μελανιού χύνονται για σένα. Υποψιάζομαι ότι όλο αυτό το φαινόμενο δημοσιότητας δεν οφείλεται στον μπανάλ λόγο ότι όλοι θέλουν να σε ρίξουν στο κρεβάτι. Οχι, είναι κάτι βαθύτερο, πιο βιτσιόζικο και πιο απελευθερωτικό. Κατά βάθος, όλοι κρύβουμε μια Πετρούλα μέσα μας. Καιγόμαστε από τη επιθυμία να την απελευθερώσουμε. Πόσους συνταξιούχους ν αντέξουμε να μαζεύουν σάπια μαρούλια στις λαϊκές; Πόσους σκοτωμένους δεκαπεντάχρονους; Πόση κατάντια, πόση απόγνωση; Πόση αλήθεια; Ενα δευτερόλεπτο πριν σαλτάρουμε και βγούμε με τα τάνγκα και τα εξτένσιον στους δρόμους, εμφανίστηκες εσύ και πήρες τις αμαρτίες μας επάνω σου. Είσαι η οξυζενέ βλαξ που δεν επιτρέπεται να είμαστε εμείς. Είσαι το «σκεύος ηδονής» που μπορούμε με ασφάλεια να περιπαίζουμε. Είσαι το πρόσωπο που ποτέ δεν θα ανησυχήσει τι θα απογίνει μετά το λύκειο, αν υπάρχει ζωή, δουλειά ή μια θέση στον κόσμο να την περιμένει. Αν δεν υπήρχες, κορίτσι μου, θα έπρεπε να σε εφεύρουμε. Αν ήσουν κόρη μου, φυσικά θα σε είχα κουρέψει με την ψιλή και θα σε είχα κλείσει εσωτερική στο Μέγαρο να βλέπεις Τανχόιζερ μέχρι να κρεμαστείς με τις χορδές της μπασαβιόλας. Αλλά ευτυχώς δεν είσαι. Δεν είσαι πια κόρη, γυναίκα ή υπάλληλος κανενός. Εχεις ξεφύγει από όλες τις ιδιότητες... Είσαι ένα όνομα, ένα σύμβολο, είσαι απλά η Πετρούλα. Ηρθες πάνω στην ώρα, γλυκιά μου. Κρεατάκι μου γυμνό και φρέσκο, μπουκίτσα στα σάλια των λιγούρηδων, σπαραχτικά κενό μου βλέμμα, καλωσόρισες στην Κόλαση. Κάθε καιρός κι η Ελένη του.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Κύπρου και Πατησίων γωνία

Όπως ισχυρίζεται μειοψηφούσα στον Δήμο της Αθήνας παράταξη, η περιοχή Κύπρου και Πατησίων, όπου και το επίμαχο των ημερών οικόπεδο, δεν χρειάζεται άλλα πάρκινγκ αλλά πράσινο. Μάλλον έχει δίκιο. Γιατί οι πολίτες που παρκάρουν στα πεζοδρόμια δεν το κάνουν επειδή δεν υπάρχουν υπόγεια ή υπέργεια γκαράζ. Παρκάρουν έτσι, γιατί συνήθισαν να ζουν σε μια πόλη όπου η αυθαιρεσία, η υπεξαίρεση του δημόσιου χώρου και η ασχήμια έγιναν ο κανόνας. Ακόμη όμως κι αν η ως άνω παράταξη έχει άδικο, το γεγονός ότι είναι μειοψηφούσα δεν της αφαιρεί το δικαίωμα του λόγου και της δράσης, ούτε βέβαια αυτό την καθιστά αυτομάτως υποχείριο «οργανωμένων κομματικών ή επιχειρηματικών συμφερόντων που με προσχηματικούς λόγους και αυθαίρετες παρεμβάσεις παρεμποδίζουν κάθε προσπάθεια απεγκλωβισμού της πόλης και των κατοίκων της από προβληματικές καταστάσεις, χρόνιες δυσλειτουργίες και αδιέξοδες νοοτροπίες» όπως διατείνεται ο δήμαρχος. Το αντίθετο μάλιστα: στις δημοκρατίες, οι μειοψηφίες είναι που κάνουν τη διαφορά. Γι΄ αυτό και ο νόμος ορίζει ανοιχτές διαδικασίες στα πολεοδομικά ζητήματα και δίνει το δικαίωμα στους πολίτες, αδιακρίτως πολιτικών φρονημάτων ή ιδεολογικών προσανατολισμών, να λαμβάνουν γνώση των αποφάσεων της διοίκησης, να αποφαίνονται επ΄ αυτών και αν διαφωνούν να τις προσβάλλουν στα αρμόδια δικαστήρια. Η πρόβλεψη αυτή έχει ακριβώς αυτό το νόημα: να προστατεύσει την κοινωνία των πολιτών, η οποία δεν κυβερνά, από τυχόν αυθαιρεσίες των κυβερνώντων. Οι οποίοι, αν και έχουν πάρει τη «λαϊκή εντολή», δεν έχουν λευκή επιταγή και υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας. Αυτό άλλωστε ήταν και το πνεύμα της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου που διαπίστωσε την παράλειψη στην προθεσμία των 30 ημερών που όριζε ο νόμος για την «κοινωνική διαβούλευση». Αντί της οποίας η δημοτική αρχή διάλεξε, άγρια χαράματα, να στείλει τις μπουλντόζες και τα αλυσοπρίονα για να προλάβουν τις πιθανές αντιδράσεις αντιτιθέμενων δημοτών ΑΥΘΟΡΜΗΤΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ «Αν υπάρχει κάτι ελπιδοφόρο σ΄ αυτή την αδιέξοδη και αβίωτη πόλη είναι οι αυθόρμητες επιτροπές πολιτών» και περιοίκων, αυτών που ο δήμαρχος χαρακτηρίζει συλλήβδην ανεύθυνους και επαγγελματίες (sic) οικολόγους. Και στη συνέχεια να στείλει (ή να παραγγείλει) και τα ΜΑΤ για να προστατέψουν τους εντεταλμένους υπαλλήλους- επιδρομείς από τους δημότες, εν ονόματι των οποίων ο δήμαρχος ασκεί την εξουσία. «Θα γκρεμίσω τις πολυκατοικίες για να κάνω πράσινο», είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο σημερινός δήμαρχος. Αντ΄ αυτού όμως γκρέμισε και τα λιγοστά δέντρα σε μια ασφυκτικά δομημένη περιοχή για να φυτέψει τσιμέντο. «Δεν θα πω πολλά, θα κάνω πολλά» ήταν το προεκλογικό σύνθημα του κ. Κακλαμάνη. Τώρα έγινε κατανοητό το βαθύτερο νόημα των δηλώσεων εκείνων που μέσα στην αμφισημία τους γοήτευσαν το εκλογικό σώμα. Η κίνηση του αιφνιδιασμού και της εν συνεχεία καταστολής είχε και συμβολικό χαρακτήρα. Η κοπή των απροστάτευτων δέντρων μέσα στην καρδιά της πόλης μαζί με την επίδειξη της πυγμής είχε κάτι από το μεγαλείο του ΄60, τότε που ο αείμνηστος Καραμανλής ξήλωνε με τη βοήθεια του γκασμά και με τη συνοδεία φωτογράφων τις τελευταίες γραμμές του τραμ και μας έβαζε ολοταχώς στην εποχή της αντιπαροχής και των δημόσιων έργων. Που στη συνέχεια κατέστησαν συνώνυμα της οδοποιίας, των πλακοστρώσεων, των επιχωματώσεων, των εκβραχισμών, των ισοπεδώσεων, των εθνικών και των κάθε λογής ΠΑΘΕ, έτσι που να καταποντιστεί μέσα στο οποιοδήποτε συλλογικό υποσυνείδητο το αγροτικό παρελθόν της μετεμφυλιακής κοινωνίας. Αν υπάρχει κάτι ελπιδοφόρο σ΄ αυτή την αδιέξοδη κι αβίωτη πόλη δεν είναι σίγουρα οι γνωμοδοτήσεις των κρατικών ρυθμιστικών, πολεοδομικών, αρχιτεκτονικών κ.τ.λ. οργανισμών, που τά ΄χουν κάνει μούσκεμα και που υποτάσσονται αμαχητί στις διαθέσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Είναι οι αυθόρμητες επιτροπές πολιτών, που χωρίς μολότοφ και άσκοπη βία, χωρίς μεγάφωνα και κραυγαλέα συνθήματα, στήνουν τραπεζάκια στις βασανισμένες γειτονιές, μαζεύουν υπογραφές, επιστρατεύουν εθελοντές δικηγόρους, ανοίγουν πηγαδάκια, οργανώνουν με το τίποτα συναυλίες συμπαράστασης, φτιάχνουν τα αυτοσχέδια πανό τους μέσα στο κρύο και τη βροχή υπερασπιζόμενοι το αυτονόητο. Το δικαίωμα, δηλαδή, στην οικολογία της καθημερινότητας.

Ασκήσεις προγραφής

Η κόρη της φίλης μου πάει στο προνήπιο, είναι τριάμισι χρονών. Τους κάνουν ασκήσεις προγραφής. Προσοχή, όχι προγραφής με την έννοια που της έδιναν οι Ρωμαίοι, όταν έβγαζαν καταλόγους ανθρώπων που έπρεπε να σκοτώσουν. Προγραφή, πριν από τη γραφή δηλαδή. Αρχίζεις να προ-γράφεις ως προ-νήπιο, και την επόμενη χρονιά βγαίνει το προ- και από τα δύο. Γίνεσαι κανονικό νήπιο και μαθαίνεις κανονική γραφή. Διευκρινίζω, γιατί έκανα μια ώρα να καταλάβω. Τους δίνουν λοιπόν χαρτιά και φτιάχνουν τα γράμματα σαν μεγάλα σχέδια, να εξοικειώνονται με αυτό το δύσκολο πράγμα. Και πρέπει μερικές από αυτές τις ασκήσεις να τις κάνουν και στο σπίτι. «Πρέπει να γράψω» είπε στη μαμά της η μικρή όταν γύρισε από το προνήπιο. Της κακοφάνηκε της μητέρας. Από τα τριάμισι μελέτη στο σπίτι; Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία παίζουν, τρέχουν, βγαίνουν έξω, είναι ανέμελα. Πάμε μια βόλτα καλύτερα; Πήγαν τη βόλτα, αλλά την άλλη μέρα η μικρή γύρισε πολύ δυσαρεστημένη από το προνήπιο. «Όλα τα παιδάκια είχαν κάνει τις ασκήσεις στο σπίτι, μόνο εγώ δεν είχα!» Τι να κάνει η μητέρα; Να επιμείνει και να απομονώσει το παιδί, να συμπλεύσει με το προ-νηπιαγωγείο αντίθετα στις απόψεις της; Αγωνίστηκε για λίγους μήνες, δεν το έβαλε κάτω, το έβγαζε βόλτα κι ύστερα την έπιασε αγωνία: κι αν συνηθίσει έτσι να πηγαίνει κόντρα στο πνεύμα του σχολείου, κι αν συνεχίσει στο Δημοτικό; Και αν πιστέψει ότι η μαμά θα της επιτρέπει και μεθαύριο να είναι κακή μαθήτρια; Υποχώρησε στο τέλος και κάθεται να προ-γράφουν μαζί στο σπίτι. Της εύχομαι να είναι η κόρη της καλή μαθήτρια, αλλιώς θα την τρώει η ενοχή δώδεκα χρόνια. Ποιος της φταίει; Ας προ-πρόσεχε...

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Τα «καλά παιδιά» με τρομάζουν

Τα ήσυχα «καλά παιδιά» μού προκαλούν τόση θλίψη. Δεν φωνάζουν πολύ, δεν αγανακτούν όταν πρέπει, δεν διεκδικούν όσο πρέπει, δεν συγκρούονται. Κι όλοι τα θεωρούν όλα αυτά πολύ θετικά στοιχεία. Μπορεί να βράζουν μέσα τους, αλλά δεν επιτρέπουν συνήθως στον θυμό τους να εκφραστεί, ούτε στον πραγματικό εαυτό τους να φανερωθεί. Κι αν κάποια στιγμή ξεσπάσουν εκρηκτικά, όλοι ξαφνιάζονται. Δεν μπορεί, οι άλλοι φταίνε. Ποτέ η δική τους η «χύτρα» που χάλασε. Αυτά τα μοναχικά «καλά παιδιά» με το απόμακρο βλέμμα και το γλυκό αφηρημένο χαμόγελο. Τους μιλάς κι έχεις συνεχώς μιαν αίσθηση παράξενη, σαν να βρίσκεσαι σε κενό αέρος. Είναι αλλού, αλλά δεν σου λένε, «συγγνώμη, δεν μπορώ να σ΄ ακούσω τώρα» γιατί, είπαμε, είναι «καλά παιδιά» και δεν απογοητεύουν κανέναν. Κάνουν, όμως, κάτι πιο απογοητευτικό: σ΄ αφήνουν να κρέμεσαι, μόνος, ματαιωμένος, πείθοντας τους άλλους αλλά και τον εαυτό τους ότι είναι ευγενικοί, όχι αδιάφοροι. Αυτά τα ουδέτερα «καλά παιδιά» μού ξυπνάνε τόσο θυμό όταν φοράνε διάφορα «πουκάμισα» λογικής για να μην ανακατευτούν πουθενά- δεν με νοιάζει, δεν μου αρέσουν οι καβγάδες, όλοι δίκιο έχουν, τι σημασία έχει, ο καθένας ας κάνει ό,τι θέλει, κι άλλα τέτοια. Αυτά τα δυστυχισμένα «καλά παιδιά» που στρέφουν την αγωνία τους στη σκληρή δουλειά καπνίζοντας ατέλειωτα πακέτα τσιγάρα ή, ακόμη χειρότερα, πνίγουν τον πόνο τους στο αλκοόλ ή στα ναρκωτικά και λένε «αν βλάπτω κάποιον, είναι ο εαυτός μου». Κι αν δεν ξεσπάσει κάποιο μεγάλο δράμα μ΄ αυτούς πρωταγωνιστές, όπου όλοι θα δηλώνουν μπροστά στις κάμερες «μα, ήταν τόσο καλό παιδί», όλα θα μοιάζουν «φυσιολογικά». Και ήσυχα. Πολύ ήσυχα. Τραγικά ήσυχα.

Επικράτεια του τσαμπουκά

Στα γήπεδα η Ελλάδα δεν αναστενάζει πια, παίζει ξύλο. Αλλά δεν της φτάνουν τα γήπεδα, παίζει ξύλο σε δρόμους και πλατείες, λες και είναι το μόνο πράγμα που της έχει απομείνει. Σε λιμάνια επίσης, στον Πειραιά που κάποτε έψαχνες να βρεις άλλο λιμάνι τόσο να σε τρελάνει. Τώρα ψάχνεις να βρεις άλλο λιμάνι να σαλπάρεις και πίσω να μην κάνεις. Πιάνεις τόπο στο πεδίο της καθημερινής μάχης που έχει γίνει η χώρα σου. Αλλά είναι κλειστοί οι δρόμοι με τρακτέρ και στα λιμάνια τα δακρυγόνα απαντούν σε εκτοξευόμενες πατάτες. Εντάξει, στην Παιδεία δε λέω, είναι πιο πολιτισμένα τα πράγματα, απλώς όλοι φεύγουν ακατάδεχτοι από τον διάλογο της tabula rasa, όπως είχαν φύγει ακατάδεχτοι από τον διάλογο της Μαριέττας Γιαννάκου. Μορφωμένοι άνθρωποι, όχι σαν τους άλλους. Αν δεν έχεις παιδιά να πηγαίνουν σχολείο, δεν θέλεις να ταξιδέψεις, δεν είσαι καθαρίστρια που συνδικαλίζεται, δεν τρελαίνεσαι να πας στη Λυρική που τελεί υπό κατάληψη, δεν σου αρέσει το ποδόσφαιρο και τα γήπεδα γενικά, δεν είσαι άρρωστος να χρειάζεσαι νοσοκομείο και να πέσεις στην ένδεια του ΕΣΥ, καλά θα κάνεις να μην περνάς κοντά από τα αστυνομικά τμήματα που βάζουν στόχο οι επαναστάτες. Δηλαδή αυτοί που ονομάζουν εαυτούς επαναστάτες, διότι έτσι που έγινε η βία καθημερινή και ανέξοδη, επανάσταση κάνει όποιος την αρνείται. Αυτοί που προσπαθούν να συμβιβαστούν με τους αντίθετους, να συζητήσουν, να συμφιλιωθούν, παζαρεύουν και υποχωρούν λίγο προσπαθώντας να πείσουν και τους άλλους να υποχωρήσουν άλλο λίγο, αυτοί είναι οι σιωπηλοί και άδοξοι επαναστάτες στη χώρα του τσαμπουκά. Αλλά δεν τους δοξάζουμε, δεν τους αναγνωρίζουμε, προκαλούν αμηχανία τόσο διαφορετικοί που είναι από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τόσο φιλόδοξοι και απαιτητικοί από τον εαυτό τους και τους άλλους.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

«... Φαντάζετε ωραίοι, πνιγμένοι μες στα χρέη»!

Oι γείτονες απέναντι έμαθα ότι πήραν και άλλο δάνειο, για να αγοράσουν το δεύτερο τζιπ (τρίτο αυτοκίνητο) στην οικογένεια- κι ας μένουν στο νοίκι. Μπορεί και αυτοί, όπως και τόσοι άλλοι τελευταία, που οδηγούν φανταχτερά οχήματα στους δρόμους της Αθήνας, να κυκλοφορούν με αναμμένα τα φώτα του καινούργιου αρχοντοτζίπ μέρα-μεσημέρι, για να ξεχωρίζουν πάση θυσία: «Δείτε μας!». «Στην άκρη, να περάσουμε!». Εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το αυτοκίνητο είναι εκ των ων ουκ άνευ στα κοινωνικά διαπιστευτήρια του Έλληνα. Παλαιότερα, δεν έβλεπες στον δρόμο παρκαρισμένες Μερσεντές, γιατί όποιος είχε τέτοιο αυτοκίνητο διέθετε μονοκατοικία και γκαράζ. Τώρα, βλέπεις παντού, ακόμα και σε υποβαθμισμένες γειτονιές, παρκαρισμένες Μερσεντές πάνω σε πεζοδρόμια και σε γωνίες, όπως όπως... Και αυτά τα Καγιέν, πια, κατάντησαν ψωμοτύρι κάθε οικογένειας που σέβεται τον νεόπλουτο εαυτό της. Την ίδια ώρα, 2,1 δισ. ευρώ σε καταναλωτικά δάνεια, διαβάζω, βρίσκονται σε καθυστέρηση και 250.000 ελληνικά νοικοκυριά αδυνατούν να πληρώσουν τις δόσεις τους προς τις τράπεζες. Γεμάτες οι μάντρες στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης με πολυτελή αυτοκίνητα, που πήγαν πακέτο πίσω, όταν δεν πληρώθηκαν οι δόσεις... Είναι αλήθεια ότι τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως διάβασα σε συζήτηση του Ευρωκοινοβουλίου, πλησιάζουν οι δανεισμοί των πολιτών στην Ελλάδα; Κάθε σπίτι δηλαδή και δάνειο, κάθε... πρώτη του μηνός και καημός- για να παραφράσουμε τα τραγούδια μιας άλλης Ελλάδας και να αυτοσαρκαστούμε... Κουτί μού φαίνεται να μας ταιριάζει το σύνθημα που άκουσα στις πορείες του Δεκεμβρίου από μαθητές και φοιτητές: «Φονιάδες των λαών νοικοκυραίοι, φαντάζετε ωραίοι πνιγμένοι μες στα χρέη!».