Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Τo σύνδρομο της Ψωροκώσταινας

Δεν ξέρω άλλη χώρα που να διατηρεί για τον εαυτό της το αμφίβολο προνόμιο να έχει, εκτός από την ονομασία της, και ένα υποτιμητικό παρατσούκλι. Μια κωδική ονομασία, που χρησιμοποιούν κατ αποκλειστικότητα οι κάτοικοι της χώρας αυτής, όταν θέλουν να περιγράψουν την άσχημη, τη μίζερη εκδοχή της πατρίδας τους. Αυτός ο κωδικός για τους Ελληνες είναι η «Ψωροκώσταινα». Σημαίνει ένα έθνος φριχτά ταλαιπωρημένο και κακομοιριασμένο, ένα έθνος που δεν μπορεί να βγει από τη μαύρη του τη μοίρα και τη μαύρη του τη φτώχεια. Κάτι σαν χώρα με ψώρα. Μπλιαχ. Ακόμα και οι πιο ανοιχτόμυαλοι Ελληνες κρύβουμε έναν κάτοικο της Ψωροκώσταινας. Η Ψωροκώσταινα στη δημόσια ζωή είναι ακόμα η έμμονη ιδέα με το κλείσιμο του ημιυπαίθριου, η παγανιστική σχεδόν λατρεία του όρου «υπό ένταξιν». Ψωροκώσταινα είναι η λιγουριά του φθηνού ΙΧ ως μέσου εξόδου από την οικονομική κρίση, η καταστροφή και η εκμετάλλευση κάθε τετραγωνικού εκατοστού φυσικής ομορφιάς με σκοπό το προσωπικό κέρδος. «Είμαστε φτωχοί, δεν έχουμε την πολυτέλεια να έχουμε πολιτισμό και αισθητική - αυτή είναι για τους πλούσιους», γκρινιάζει και ψηφίζει επιμόνως ο υπήκοος της Ψωροκώσταινας. Ακόμα κι όταν -για λίγο- πλουτίζαμε, αυτό που μας ένοιαζε ήταν η εμετική επίδειξη της χλιδής μας: να καταλάβουν οι άλλοι ότι «δραπετεύσαμε» από την κακομοιριά. Με το πρώτο «μπαμ» της κρίσης, όμως, δείτε τους πώς επαναπατρίζονται σε «ψωροκωστικά» κλισέ, σε «σίγουρες αποταμιεύσεις» και σιγανές συμβουλές «μην ανοίγεσαι - μην ανοίγεσαι». Δεν αποκλείεται να αρχίσουν να ανθούν οι ασχημούλες νύφες με μεγάλη προίκα, τα πανωσηκώματα στις οικοδομές (για να μείνουν τα παιδιά μαζί μας), πιθανόν και μεταμοντέρνες εκδοχές του «Λουστράκου». Ιχνη από εμφυλιακά Παλούκια θολώνουν τις πανάκριβες μαρίνες του Σαρωνικού, μια εσάνς από Λούτσα γλείφει τα κύματα των πεντάστερων ριζόρτ της «καλής» παραλιακής. Θυμίστε μου, σε ποια δεκαετία, σε ποιον αιώνα ζούμε; Και τι του λείπει του ψωριάρη; Κρίση με μαργαριτάρι!

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Το πιο φτηνό το γιώτα-χι

Ηταν πάντα ένα λαοφιλέστατο μέτρο το «όνειρο του φτηνού γιώτα-χι». Δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση δίνει κουρσάκια στον λαό για να γίνει πιο συμπαθής. Κάθε φορά, βέβαια, υπάρχει μια ευγενής θεωρία πίσω από τα τζάμπα αμάξια: οι πρώτες αποσύρσεις, ας πούμε, έγιναν για «οικολογικούς» λόγους. Να αντικαταστήσουν οι Ελληνες, έλεγαν, τα «σαπάκια» παλιάς τεχνολογίας με τα νέα, τα καταλυτικά, για να καθαρίσει ο αέρας. Ασχετο που σήμερα η «αλλαγή καταλύτη» στην Ελλάδα είναι το νέο σύντομο ανέκδοτο. Τώρα, το ευγενές κίνητρο είναι η καταπολέμηση της κρίσης. Να κινηθεί η αγορά των αυτοκινήτων, που έχει πάθει μεγάλο στραπάτσο. Να ξεφορτώσουν τα κοντέινερ με τα αζήτητα, που σαπίζουν στα τελωνεία. Να πέσει καμιά παραγγελία, γιατί χανόμαστε. Σχεδόν ανθρωπιστικό το ακούς το μέτρο, κάτι σαν ευεργεσία από την οποία κερδίζουν όλοι. Το ότι τα φτηνά ΙΧ υπήρξαν ένα διαχρονικό προεκλογικό «σιγουράκι» είναι εντελώς συμπτωματικό: άντε καλέ, μην πάει ο νους μας στο πονηρό. Θα αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο, αν πραγματικά τα ελαφρύνουν σημαντικά από τις δυσβάσταχτες κρατικές επιβαρύνσεις. Είμαι υποχρεωμένη να το κάνω. Από κάπου πρέπει να ισοφαρίσω τη φορομπηξία του έκτακτου «φόρου κρίσης» (την οποία υφίσταμαι μαζί με χιλιάδες χαζο-Ελληνες, μόνο και μόνο επειδή διαπράττω το μέγα σφάλμα να είμαι ειλικρινής στις δηλώσεις μου). Αλλο ένα αμάξι, άλλο ένα γκαζάτο λούσο, μερικοί ακόμα τόνοι δηλητηρίου στο περιβάλλον, άλλη μια «παροχή», άλλη μια τετραετία. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, σαν να μην αλλάζει τίποτα, σαν να μη μάθαμε, όλοι μας, τίποτα καινούργιο. Καθώς ξεφυλλίζω με καινούργιο ενδιαφέρον τους καταλόγους των περιοδικών αυτοκινήτων, αισθάνομαι ενθουσιασμένος, αθώος και χαζός, σαν τους ιθαγενείς, που αντάλλασσαν μια ήπειρο για μερικές χρωματιστές χάντρες. Ετοιμος να παραδοθώ, ακόμα μια φορά, χωρίς καμιά διάθεση αντίστασης. Να το πάρουμε με δερμάτινα καθίσματα;

Τα λαμπάκια μου

Να τον κλείσω; Να μην τον κλείσω; Στέκομαι σαν χάνος μπροστά στον γενικό διακόπτη του ρεύματος, ενώ το σώμα μου παραλύει από μια αμφιθυμία που θα ζήλευε μέχρι και ο Αμλετ. Σήμερα είναι αυτό το πώς το λένε, το «κλείστε τα φώτα για μία ώρα». Διαμαρτυρία για το περιβάλλον. Να τον κλείσω: Γιατί όχι; Ακόμα και οι συμβολικές διαμαρτυρίες είναι καλύτερες από την απάθεια και την απραξία. Μία ώρα είναι, θα περάσει. Μία ώρα χωρίς τον βόμβο της τηλεόρασης, χωρίς τον μπέμπη να αλληθωρίζει μπροστά στον Μπομπ τον Μάστορα, μία ώρα χωρίς θερμοσίφωνα, χωρίς υπολογιστή, χωρίς (Παναγιά και Χριστέ μου) Ιντερνετ. Θα την αντέξω. Ετσι κι αλλιώς στη γειτονιά μας κόβεται το ρεύμα, το νερό, το τηλέφωνο, απροειδοποίητα, για ακαθόριστο αριθμό ωρών, χωρίς εξηγήσεις, εδώ και χρόνια. Λόγω «βλαβών». Στη μία ώρα θα κολλήσουμε; Που είναι και πολιτικώς ορθή; Από την άλλη μεριά, γιατί να τον κλείσω; Μου φαίνεται τόσο μάταιη, τόσο ανεπαρκής αυτή η πρωτοβουλία μπροστά στο κολοσσιαίο πρόβλημα της ενέργειας, που αισθάνομαι λίγο καραγκιόζης να ανεβοκατεβάζω γενικούς υπακούοντας σε προστάγματα. Αλυσοδεμένοι στις τσιμινιέρες έπρεπε να ήμασταν ήδη, μαζί με τα παιδιά μας, αν θέλαμε πραγματικά να διαμαρτυρηθούμε για τα ενεργειακά εγκλήματα που συντελούνται στην ανθρωπότητα. Αλλά ας μην το χοντρύνω. Ας κάνω φόκους στον διακόπτη μου. Να τον κατεβάσω ή να τον αφήσω εκεί που είναι; Να «τζιζ» κανείς ή να μην «τζιζ»; Μετά καταλαβαίνω ότι όλη αυτή η τρικυμία στο κρανίο μου άξιζε περισσότερο από την ίδια τη «συμβολική» διαμαρτυρία. Με έκανε να σταματήσω, να σκεφτώ, να θυμώσω. Δεν ξέρω τελικά τι θα κάνω με τα φώτα του σπιτιού, αλλά τουλάχιστον τα λαμπάκια του μυαλού μου αναβόσβησαν θυμωμένα. Πολλές φορές. Κάτι είναι κι αυτό.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Πάρκα σε κατάληψη

Κάνοντας βόλτα ένα βράδυ στου Γκύζη, βλέπω μια μικρή αφίσα σαν αυτές που γέμισαν την Κυψέλη για το πάρκο της Πατησίων και Κύπρου και τα Εξάρχεια για το οικόπεδο του ΤΕΕ. Μπα, ώς εδώ ψάχνουν συμπαράσταση οι Πατησιώτες κι οι Εξαρχιώτες; Όμως όχι, ήταν για ένα άλλο πάρκο, που δεν το ήξερα (πώς μου ξέφυγε αυτό;) εκεί στου Γκύζη, το οποίο οι κάτοικοι φοβούνται ότι θα κτιστεί. Ίσως κι εκεί κάνουν κατάληψη, λοιπόν, και θα έχουν διλήμματα οι περίοικοι: να είναι με τη νομιμότητα, δηλαδή κατά των καταλήψεων, ή να πάνε κι εκείνοι με μια γλαστρούλα να διεκδικήσουν τον ελεύθερο χώρο, τώρα που γυρίζει; Γιατί είναι τέτοια η στιγμή, από τη μια ο προλυτραγουδισμένος «θυμός του Δεκεμβρίου», από την άλλη η πανέξυπνη ενέργεια του Κακλαμάνη να κόψει νύχτα εκείνα τα δέντρα, γεννήθηκε κάτι σαν κίνημα διεκδίκησης χώρων πρασίνου στην Αθήνα. Έχει τα χαρακτηριστικά της εποχής, βέβαια, εμφανίζεται δηλαδή αδιάλλακτο, αλλά μπορεί να φανεί χρήσιμο. Ναι, κάθε κατάληψη παραβιάζει τη νομιμότητα, όμως τόσα χρόνια οι δήμαρχοι έχουν στήσει μια δική τους κατάσταση που κι αυτή παραβιάζει και τη νομιμότητα, και την έννοια της πολιτικής δέσμευσης, και την κοινή λογική. Υπόσχονται απαλλοτριώσεις, ενίοτε βγάζουν και αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, κι ύστερα περιμένουν να περάσει ο καιρός να ξεχαστούν, γιατί συνήθισαν, κυνικά, ποτέ να μην τις πληρώνουν. Κι έχεις τώρα «επαναστατικές πρακτικές», από τη μια καταλήψεις πανεπιστημίων που τα καταστρέφουν, από την άλλη καταλήψεις τετραγώνων πρασίνου με τον αντίθετο στόχο, να μην καταστραφούν. Γίνεται να βγουν κερδισμένα και τα πανεπιστήμια και τα πάρκα, να τακτοποιηθούν όλα με τον νόμιμο και τον επιθυμητό τρόπο; Ας γινόταν, κι ας μείνει κι ο Κακλαμάνης στην Ιστορία, τιμής ένεκεν...

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Χαρισμένο εισιτήριο

«Μήπως έχετε ένα εισιτήριο;» ρώτησε η νεαρή την πρώτη επιβάτιδα του τρόλεϊ, μόλις μπήκε μέσα. Ψιθυριστά το είπε, σαν να έκανε κάτι κακό, ήταν και κοντά στον οδηγό, ντρεπόταν που είχε μπει μέσα χωρίς εισιτήριο. «Έχω» λέει αμέσως η άλλη, χαμογελώντας κιόλας, κι αρχίζει να ψάχνει την τσάντα της. Βρίσκει το εισιτήριο, της το δίνει, πάει η νεαρή να την πληρώσει, δεν ήθελε με τίποτα. «Δεν το χρειάζομαι εγώ, της εξηγεί, εγώ έχω κάρτα, αλλά παίρνω και κανένα εισιτήριο μαζί μου μήπως το χρειαστεί κανείς... Αν θυμηθώ δηλαδή» είπε κοκκινίζοντας λίγο, σα να έκανε κι αυτή κάτι κακό που αγοράζει εισιτήρια για να τα προσφέρει σε άλλους, οι οποίοι μπορεί να είναι και άγνωστοι. Ίσως να έχει απαυδήσει από τις χοντράδες των ελεγκτών όταν σε βρίσκουν χωρίς εισιτήριο και να αποφάσισε να προσφέρει εκείνη ένα σε κάποιον που θα ζήταγε. Ακραίο; «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, πραγματικά το χρειάζομαι, έψαξα στα περίπτερα της γειτονιάς μου και δεν είχαν, πρέπει να αγοράζω από το κέντρο πάντα... Όμως πρέπει να το πληρώσω...». Η γυναίκα που είχε προσφέρει το εισιτήριο πήρε αγκαλιά την τσάντα της, να απασχολεί τα χέρια της, ίσως για να μη δεχτούν το ευρώ, και κούνησε το κεφάλι συνεχίζοντας να χαμογελάει.«Όχι, δεν πρέπει, αφού σας λέω το είχα για αυτό τον σκοπό!» η άλλη επέμενε, «εντάξει, αλλά γιατί δεν με αφήνετε να σας δώσω λεφτά; Δεν είναι σωστό... Αισθάνομαι άσχημα!». Ο διάλογος συνεχίστηκε κάμποση ώρα χαμηλόφωνα. Στο τέλος νίκησε η επιμονή της γενναιοδωρίας. Η κοπέλα, έχοντας κοκκινίσει, πήρε το χαρισμένο εισιτήριο και πήγε να το χτυπήσει. Από δίπλα ένας νεαρός σηκώθηκε και προσέφερε τη θέση του σε μια ηλικιωμένη. Ίσως να είναι μεταδοτική η ευγένεια. Δοκιμάστε.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Κουρασμένο παλικάρι

Το είχαμε καταλάβει πως είναι κουρασμένο το παλικάρι, δεν χρειαζόταν δήλωση. Το ξέραμε από την πρώτη μέρα, που είχε πάει να συζητήσει το Κυπριακό κι έτρωγε πίτσες κλεισμένος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Δεν είναι ο μόνος, πολλοί άνθρωποι που υποχρεώνονται να κουβαλάνε στους ώμους τους τη βαριά κληρονομιά ενός ονόματος, μιας οικογένειας, μιας παράδοσης, γεννιούνται κουρασμένοι και δεν μπορούν να ζήσουν για να ξεκουραστούν, δεν τους αφήνουν. Πρέπει ντε και καλά να γίνουν διάδοχοι, να παίξουν έναν ρόλο που δεν ξέρουν αν τους πάει. Μα, θα πείτε, δεν έχουμε κληρονομική βασιλεία, κανένας δεν ανάγκασε τον Καραμανλή να γίνει αρχηγός της Ν.Δ. ούτε τους άλλους γιους και θυγατέρες (γιατί δεν είναι μόνο αυτός κουρασμένος, είναι και οι υπόλοιποι. Να μην πω ότι είμαστε όλοι, ως τέκνα των γονιών μας και εγγόνια των παππούδων μας...). Πράγματι δεν έχουμε κληρονομική βασιλεία, αλλά έχω αρχίσει να αμφιβάλλω λίγο. Εσείς είστε σίγουροι; Κάτι σαν εκείνη τη διπλή βασιλεία της Σπάρτης δεν σας θυμίζει η φάση που περνάμε; Με συναίνεση και πάθος να έχουμε βαλθεί να στήσουμε από το μηδέν την κληρονομική εξουσία, ξεχνώντας τον νόμο της κούρασης. Χρειαζόμαστε κάποιον σαν τον Ομπάμα, παιδί πατέρα φευγάτου, μας λείπει η ορμή του ανερχόμενου με τα δικά του ποδαράκια, και έχουμε γιους κι εγγόνια, κόρες κι εγγονές θερμοκηπίων, με εγκατάσταση τζακιών. Είναι κουρασμένος ο Πρωθυπουργός, αλλά δεν έχει το θάρρος να υποκύψει στην παρακμή, να το ευχαριστηθεί τουλάχιστον, γιατί- όπως και τόσοι άλλοι μικροί και μεγάλοισκέφτεται μπακάλικα: εντάξει, είναι βαρετό, αλλά πού θα βρω καλύτερα; Πρωθυπουργός είμαι στο κάτω κάτω, ό,τι καλύτερο είχε να μου δώσει αυτή η βαλκάνια ψωροπερήφανη πατρίδα μου το έδωσε. Πλήττω, αλλά τι να γίνει; Υπομονή.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Σκοτεινή πόλη

Η Αθήνα δεν χρειαζόταν την Ώρα της Γης για να σκοτεινιάσει. Είναι σκοτεινή διαρκώς, κακοφωτισμένη και μελαγχολική τα βράδια. Πάλι καλά που έχουν παρασυρθεί κι ανοίξει μερικά ξενοδοχεία γύρω στην Ομόνοια, φωτίζονται, καθαρίζουν τα πεζοδρόμια, φτιάχνουν μια όαση για λίγο, αλλά είναι να λυπάσαι τους τουρίστες που περνάνε με τα πόδια την υπόλοιπη πόλη για να φτάσουν εκεί. Τώρα τελευταία βλέπεις μέσα στις ερημιές και κάτι παρέες εφήβων, μαθητές από σχολεία της επαρχίας, ήρθαν εκδρομή πενθήμερη στην πρωτεύουσα. Ευτυχώς έχουν τους εαυτούς τους τα παιδιά και ευτυχούν μόνο και μόνο επειδή είναι όλα μαζί μακριά από τη ρουτίνα, αλλά αυτή η πόλη που βλέπουν, όσο τη βλέπουν, το κέντρο της χώρας, θα πρέπει να τους απογοητεύει πάρα πολύ. Έρμη και σκοτεινή, αδιάφορη, άσχημη, καμένη, μουντζουρωμένη. Η πόλη που δεν αγαπάμε. Γκράφιτι κακότεχνα, γεμάτα επιθετικότητα πάνω στα κλειστά ρολά των μαγαζιών, βρώμα, σκοτάδι, λινάτσες κουρελιασμένες που καλύπτουν ερείπια εδώ και δεκαετίες. Το Μινιόν, το Ακροπόλ, φαντάσματα στην Πατησίων. Καμένο το γωνιακό θέατρο απέναντι από το Μουσείο, να χάσκει ξεκοιλιασμένο. Στην Πανεπιστημίου τα μαρμάρινα σκαλιά στο Οφθαλμιατρείο, στον Άγιο Διονύση, σπασμένα κομματάκια. Α, θα τα πηγαίνουν στου Ψυρή για στρίμωγμα που βοηθά να ξεχνιέσαι, σε κάποια μέρη για τουρίστες που προσπαθούν να ξεγελάσουν. Αλλά επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, περπατώντας στον δρόμο νιώθουν στον αέρα τα συναισθήματα των απόντων κατοίκων να κυμαίνονται από το μίσος στην αδιαφορία. Τι τα φέρνετε εδώ τα παιδιά; Πηγαίνετέ τα στην Πλάκα τουλάχιστον, στην αρχαία Αγορά, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μην τα απομακρύνετε από εκεί. Εκτός κι αν θέλετε να καταπολεμήσετε την αστυφιλία, γιατί έτσι που την αντικρύζουν σήμερα την Αθήνα αποκλείεται να επιθυμήσουν ποτέ να έρθουν να εγκατασταθούν εδώ. Εμβολιάζονται εναντίον της.