Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Τροφική δηλητηρίαση


Μετά το δείπνο πήγε στο νοσοκομείο ο καημένος ο Κύρκος, δεν άντεξε. Τροφική δηλητηρίαση έγραψαν πολλοί, αλλά εγώ νομίζω ότι πέρασε στον οργανισμό του το δηλητήριο που είχε στάξει στο Διαδίκτυο τις προηγούμενες μέρες. Ίσως δεν έχει μελετηθεί ακόμα επιστημονικά πώς γίνεται αυτή η διήθηση, αλλά κλινικά πολλοί θα μπορούσαν να τη βεβαιώσουν. Συμβαίνει μια παράξενη αποκάλυψη με την ελευθερία λόγου που επικρατεί στο νέο και μοντέρνο αυτό μέσο. Οι άνθρωποι βρίζουν πολύ περισσότερο από όσο συζητούν. Το έκαναν πάντα και δεν το είχαμε καταλάβει;

Δεν υπήρχαν κάποια προσχήματα σε παλιότερες μορφές διαλόγου; Το να λες επιχειρήματα σε κάποιον όταν διαφωνείς μαζί του, να συζητάς για ένα συγκεκριμένο θέμα κάθε φορά και να μην αρχίζεις τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς, τις επιθέσεις και τις βρισιές, είναι κάτι εντελώς ξεπερασμένο και καταπιεστικό που χάθηκε μαζί με το σαβουάρ βιβρ του εικοστού αιώνα; Βέβαια μια βρισιά σού εξοικονομεί πάντα χρόνο, γι΄ αυτό τη συνηθίζουν και οι οδηγοί οχημάτων που κατά κανόνα βιάζονται. Σου λέει ένας κάτι δυσάρεστο, ή κάτι με το οποίο διαφωνείς, αλλά πού να κάθεσαι να του εξηγείς τώρα τις απόψεις σου. Θέλει προσπάθεια, ενέργεια, υπομονή. Δύσκολη δουλειά και απλήρωτη. Του τραβάς μια βρισιά από το πλούσιο ρεπερτόριο που διαθέτει η γλώσσα, και καθαρίζεις. Σε παρέες δεν συμβαίνει εύκολα, σέβεσαι κάπως τον περίγυρο, τους άλλους, τη ζωντανή παρουσία του ανθρώπου. Στην καθημερινή ζωή με τους δικούς σου σε παρασέρνει καμιά φορά ο θυμός και το κάνεις, το μετανιώνεις τις περισσότερες φορές. Γραπτά ώς τώρα συνέβαινε μόνο σε λίβελλους, και το Διαδίκτυο έχει γίνει ο απευθείας απόγονος της χειρότερης λιβελλογραφικής παράδοσης. Εξ ου και οι δηλητηριάσεις. Ακόμα και δοκιμασμένα πολιτικά στομάχια αποδεικνύονται λιγότερο χαλκέντερα από όσο χρειάζεται.



 

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Φύγε έλατο


Ουφ, επιτέλους επιστροφή στη ρουτίνα ξανά. Να ξεστόλιζε και κάποιος το δεντράκι από το σαλόνι, τι καλά που θα ήταν... Μέχρι το Πάσχα θα μείνει εκεί να με κοιτάει νομίζω, και να το κοιτάω κι εγώ χωρίς να το αγγίζω.
Γιατί αν το αγγίξω οι ελατοβελόνες του τρίβονται κάτω από τα δάχτυλα και πέφτουν βροχή, πράσινη αιχμηρή βροχή, χώνονται παντού. Φαινόταν τόσο ισχυρό και περήφανο, και σε δυο βδομάδες το ξέκανε ο αέρας των διαμερισμάτων. Ή μπορεί και τα ραδιοκύματα, τα ερτζιανά, οι συχνότητες των κινητών, του ασύρματου Ίντερνετ, ποιος ξέρει; Όταν το στολίζαμε είχαμε όλοι άποψη για το πού και το πώς θα μπούνε λαμπάκια, παιχνίδια, μπάλες κι όλα τα αντικείμενα της συλλογής που βγαίνουν από το πατάρι σαν ξεχασμένος θησαυρός και μας χαρίζουν ατόφια παιδική ηλικία, τώρα όμως όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο και περιμένουν να σηκωθεί να φύγει μόνο του, διακριτικά κάποια νύχτα χωρίς να αφήσει ίχνη. Και πού να πάει; Να στηθεί στο πεζοδρόμιο ανάμεσα σε κάδους και σακούλες σκουπιδιών, ξεκοιλιασμένα στρώματα και σπασμένους καναπέδες; Πώς να ανακυκλωθεί ένα ξερό έλατο για να μη μας κάνει να νιώθουμε εγκληματίες;
Τζάκι δεν έχουμε να το κάψουμε, ούτε φουφού, ούτε συσκευή κατασκευής λιπάσματος από οργανική ύλη. Το τέλειο θα ήταν να το μαζεύει ο δήμος μαζί με τις εφημερίδες για χαρτοπολτό, αλλά ούτε η επιστημονική φαντασία δεν θα τολμούσε να διανοηθεί κάτι τέτοιο για την Αθήνα.
Επειδή όμως είναι ιδανική τροφή για ελέφαντες, θα μπορούσε να βγάλει μερικούς βόλτα στον δρόμο ο δήμαρχος, να τρώνε επί τόπου τα πεταμένα έλατα.
Είναι άκρως οικολογικό και αρκετά φαντασμαγορικό.
Αν τους εκπαίδευε και να τα ξεστολίζουν ακόμα καλύτερα.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Εξαφάνιση

Είναι παράξενη η Αθήνα όταν φυσάει και ερημώνει, σαν να πήρε ο αέρας τον κόσμο που προσωρινά την κατοικεί, πάντα προσωρινά. Είχε και λίγο ήλιο χθες, είχε και μερικά βιαστικά αυτοκίνητα, κάπως έμοιαζε αλλοτινή, ξεχασμένη, άδεια, παρατημένη. Σε μια στάση που περίμενα το τρόλεϊ, ένα μικρό αυτοκόλλητο έγραφε «εξαφάνιση» κι είχε τη φωτογραφία ενός ηλικιωμένου. Άρχισα να το διαβάζω, αλλά δεν ήταν όπως θα περίμενε κανείς: «Φίλε Γιώργο, έγραφε, πού χάθηκες;

Γιατί δεν έρχεσαι όπως παλιά, να πάμε σε καμιά ταβέρνα, να παίξουμε χαρτιά, να κουβεντιάσουμε; Θέλουμε να σε ξαναδούμε, να ξέρεις αν διαβάζεις αυτό, ότι κάποιοι άνθρωποι σε αγαπούν και σε σκέπτονται. Υπογραφή, ο φίλος σου Αλέξανδρος».
Δεν είχε άλλα στοιχεία, τηλέφωνα, διευθύνσεις.
Ήταν σαν γράμμα στον ίδιο τον φίλο Γιώργο, κι αν κυκλοφορεί στην περιοχή μπορεί και να το δει. Η φωτογραφία θα ήταν για να τραβήξει την προσοχή. Κάποιος βαρέθηκε να ζηλεύει τους νεώτερους που μπορούν να βρίσκουν τους παλιούς φίλους τους με το Ίντερνετ, και είπε θα δείτε, θα τον ξετρυπώσω εγώ τον Γιώργο. Μου ήρθε ξαφνικά η όρεξη να κολλήσω κι εγώ χαρτάκια: «Φίλη μου Αλίκη γιατί εξαφανίστηκες; Έλα να πιούμε έναν καφέ, να θυμηθούμε τα παλιά, σε έχω πεθυμήσει».
Φωτογραφία από κάτω.
Έτσι, για να κυκλοφορεί το πρόσωπο. «Φίλη μου Κατερίνα τι γίνεσαι; Πότε θα αδειάσεις από την οικογένεια να πάμε μια βόλτα όπως όταν ήμασταν φοιτητές; Ποτέ δεν συνήθισα να μένεις μακριά και να μη μοιραζόμαστε το μαγείρεμα στο σπίτι.
Τηλεφώνησέ μου σε παρακαλώ Κυριακή βράδυ, που είμαι μελαγχολικός».

Θα έφταιγε η ερημιά της πόλης κι ο αέρας που σε κάνει να νομίζεις ότι τα πάντα μπορούν να συμβούν, ή τουλάχιστον να αναζητηθούν με θάρρος και αισιοδοξία για θετικά αποτελέσματα.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Διαδρομή πριν αλλάξει ο χρόνος


Στην τελευταία διαδρομή που έκανα με τον ΗΣΑΠ πριν φύγει ο παλιός χρόνος, στην αποβάθρα του σταθμού Βικτώρια, ένας σεκιουριτάς είχε ανοίξει συζήτηση με έναν επιβάτη, ή τουλάχιστον προσπαθούσε. Ο επιβάτης είχε σκίσει κομματάκια μια τυπωμένη διαφήμιση, από αυτές τις μεγάλες που βάζουν μέσα στις εφημερίδες, και τα είχε σκορπίσει κάτω. Ήταν κάπως ηλικιωμένος, καλοντυμένος, με πρόσωπο ήρεμο, καλοζωισμένο. Ο σεκιουριτάς τού ζήτησε πολύ ευγενικά να μαζέψει τα χαρτάκια. Ο άλλος όμως αντέδρασε θυμωμένα. «Α παράτα με, σιγά μην τα μαζέψω».




Κοίταξε τους υπόλοιπους που περιμέναμε το τρένο, να δει πώς θα αντιδράσουμε. Μια γυναίκα βρήκε το κουράγιο και τον επιτίμησε, «δίπλα είναι το καλάθι, κύριε, γιατί τα πετάτε κάτω;». «Έτσι μ΄ αρέσει να τα πετάω!», απάντησε πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. «Δεν είναι σωστό αυτό», επέμενε ο σεκιουριτάς με πολύ διαλεκτική διάθεση, η οποία όμως ερέθιζε τον τύπο. Έφυγε βρίζοντας τη γυναίκα με διάφορα σεξιστικά. Ο σεκιουριτάς κούνησε το κεφάλι. «Τι άνθρωποι είναι αυτοί», είπε, «του έφταιγαν οι μαύροι που πουλάνε τσάντες, τους έβρισε καλά καλά, ύστερα μας πέταξε και τα σκουπίδια του». Δεν του απάντησε κανείς, οι άνθρωποι αποφεύγουν να παίρνουν θέση. Εκείνος συνέχισε τις βόλτες πάνω- κάτω στην αποβάθρα, περιμένοντας την καθαρίστρια με τους κυλιόμενους κουβάδες. Οι υπόλοιποι μπήκαμε στο βαγόνι για την Ομόνοια, όπου μπορείς να αλλάξεις γραμμή, να μπεις στο καινούργιο πεντακάθαρο και απαστράπτον Μετρό. Εκεί κανείς δεν τολμά να σκορπίσει σκουπίδια ούτε να βρίσει κανέναν στα καλά καθούμενα. Σαν να μπαίνεις σε άλλη πόλη, άλλον κόσμο, άλλο σύμπαν. Λίγο αργότερα άλλαξε κι η χρονιά, μπήκαμε στο 2010. Μακάρι έτσι να αλλάζουν τα πράγματα, ο πολιτισμός του νέου Μετρό να επηρεάσει το παλιό, όχι το ανάποδο

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Αμφιθυμία εορταστική


Δεν έχω ξαναδιαβάσει άλλη χρονιά τόσο πολλές ομολογίες ανθρώπων που σιχαίνονται τα Χριστούγεννα. Δεν έχω καθυστερήσει άλλη χρονιά τόσο πολύ να αγοράσω δέντρο. Δεν έχω φτάσει σε Παραμονή Χριστουγέννων με λιγότερο κέφι από φέτος, και δεν είμαι η μόνη κατά πώς φαίνεται.

Υπάρχει μια διάχυτη ακεφιά, και πώς να μην υπάρχει; Όταν οι γειτονιές ακόμα ζέχνουν από τα σκουπίδια που δεν μπορούν να μαζευτούν, κι η πολιτική ζωή στενάζει από τα χρέη του κράτους που ούτε κι αυτά μπορούν να μαζευτούν, και τις αντιφατικές δηλώσεις. Αν υπήρχε λίγη αποφασιστικότητα στην ατμόσφαιρα μπορεί να ήταν καλύτερη η εορταστική διάθεση, αλλά έχεις κι αυτά τα ναι μεν αλλά, και θα πάρουμε μέτρα αλλά δεν μπορεί να μας κυβερνάνε οι Βρυξέλλες (τι κρίμα ωστόσο, γιατί αυτές τουλάχιστον μπορεί να έκαναν το θαύμα, να κυβερνούσαν δηλαδή, αν και υποπτεύομαι πως δεν τις ενδιαφέρει) και άντε να κουτσοπεράσουμε κι από τις γιορτές να δούμε μήπως πέσει κανένας μετεωρίτης να μας ξεκουνήσει. Κι όμως είναι σημαντικό πράγμα να γιορτάζει τα Χριστούγεννα κανείς, είναι γιορτή αρχαία, προχριστιανική φυσικά, που συνδέεται με το φως και το σκοτάδι, τον θάνατο και την αναγέννηση, γιορτή οικολογική δηλαδή σε τελική ανάλυση, που ξαναθυμίζει στους ανθρώπους, ακόμα και σε μας τους κατοίκους των πόλεων, ότι η Γη έχει κύκλους και πρέπει να τους σεβόμαστε, ότι οφείλουμε να συμμετέχουμε σεμνά με τις προσφορές μας και τις προσπάθειές μας υπέρβασης της ρουτίνας στις τελετές ευγνωμοσύνης απέναντί της. Το αειθαλές έλατο που κρατιέται πράσινο δεν έχει σχέση με τον Χριστό, ούτε και η ημερομηνία, που ήταν τα γενέθλια του θεού Μίθρα.
Ωραία, ελπίζω να σας έπεισα, τουλάχιστον έπεισα τον εαυτό μου. Να πάρω βαθιά ανάσα και να βγω για έλατο, οι μέρες περνάνε.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Τέλος εποχής;


Μια εικόνα ήρθε στον νου μου όταν έμαθα ότι πέθανε ο Χρήστος Λαμπράκης: το Μέγαρο Μουσικής γιαπί επί δεκαετίες, όπως φαινόταν από το τρόλεϊ που περνούσε στη Βασιλίσσης Σοφίας.




Είχαμε πάψει να πιστεύουμε ότι θα κατάφερνε να χτιστεί στ΄ αλήθεια, φαινόταν το σχέδιο πολύ μεγάλο, πολύ φιλόδοξο, και πολύ αταίριαστο με τα μουσικά γούστα των Ελλήνων.



Δηλαδή μπορεί και να μην το ήθελαν οι Έλληνες, να μην το χρειάζονταν καθόλου.



Υπήρχε η Λυρική, διάφορα θέατρα, και πολύ μας έπεφταν με τόσο λίγο που ακούγαμε κλασική μουσική. Κι όμως έγινε τελικά, και δουλεύει, και μετά ξεκίνησε και στη Θεσσαλονίκη να γίνει Μέγαρο Μουσικής, και σε άλλες πόλεις. Φαίνεται πως το χρειαζόμασταν κατά βάθος, όπως χρειαζόμαστε περισσότερα και καλύτερα σχολεία, πανεπιστήμια, μουσεία, ωδεία, εκδοτικούς οίκους, εφημερίδες και περιοδικά, θέατρα και κινηματογράφους, βιβλιοθήκες, ορχήστρες, όλα αυτά τα απαραίτητα εργαλεία του πολιτισμού που συχνά θεωρούνται απαράδεκτες πολυτέλειες.



Τα χρειαζόμαστε, αλλά ποιος θα τα κάνει; Πρέπει να βρίσκονται οι πολύ προσηλωμένοι στην άποψη ότι αξίζουμε περισσότερα από όσα παραδεχόμαστε εκ πρώτης όψεως, να είναι όχι απλά ισχυροί, να είναι κυρίως διατεθειμένοι να επιμείνουν ακόμα και κόντρα στην κοινή γνώμη.



Κυρίως κόντρα στην κοινή γνώμη. Τραβάτε με κι ας κλαίω ο ελληνικός λαός, τραβάτε με στον ευρωπαϊκό δρόμο, στον εκσυγχρονισμό, αλλά να γκρινιάζω και να κατηγορώ. Τώρα που το βιοτικό επίπεδο έχει ανέβει σημαντικά και φαίνεται να μη χρειάζονται οι Έλληνες τέτοιες κατευθύνσεις, μπορεί να είναι πράγματι τέλος εποχής αυτός ο θάνατος, μπορεί να λείψουν πια οι επιχειρηματίες, οι εκδότες, πώς να τους πούμε, οι άνθρωποι με πολιτιστικό και πολιτικό βάρος, που είναι διατεθειμένοι να γίνονται τόσο ενοχλητικοί, να δίνουν τέτοιες μάχες. Μακάρι να βγει λάθος αυτός ο τίτλος:



«Τέλος εποχής».

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Εισβολή στην αυλή


Έχουμε μια αυλή σπάνια για ελληνικά δεδομένα, μοναδική θα έλεγα. Η πολυκατοικία αναπτύσσεται κάθετα στον δρόμο και έχει είσοδο σαν δικό της πεζόδρομο, αυτή την αυλή. Είναι ευλογία, με τη γαλήνη και τις γλάστρες της, το πράσινό της, και κατάρα μαζί, γιατί γύρω όσοι έχτισαν δεν έλαβαν υπόψη την πρόσοψή μας, μας έστρεψαν αρχιτεκτονικά τα νώτα τους. Βλέπουμε τα πίσω μπαλκόνια από το μπροστινό δικό μας, προσφέρουμε στους γείτονες πράσινο και λουλούδια, κι αυτοί μας προσφέρουν μπουγάδες και μεταλλικές ντουλάπες και σκουπίδια. Άδικα προσπάθησα να πείσω την Πολεοδομία ότι θα χρειαζόταν κάποια παρέμβαση στην τελευταία πολυκατοικία που μας έκλεισε, δεν γίνεται διάλογος με τις υπηρεσίες του δήμου. Στην αυλή πάντως υπάρχει ακόμα ζωή, παίζουν τα παιδιά και τα άλλα παιδιά των γύρω πολυκατοικιών τη ζηλεύουν. Χθες, κυριακάτικα, βγαίνω το μεσημεράκι και βλέπω ένα κύμα σκουπιδιών να έχει εισβάλει στην αυλή. Παλιά μουχλιασμένα ρούχα, δύο καρέκλες, πεταμένα όλα φύρδην μίγδην, βιβλία, κουτιά, έπιπλα σπασμένα και η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου σκόρπια κάτω σαν τεράστια τράπουλα. Ποιος θεώρησε άραγε ότι η αυλή μας είναι προέκταση του δρόμου, ή του πεζοδρομίου, και είναι κρίμα να πηγαίνει χαμένη, να μην έχει γίνει ακόμα χωματερή, όπως ο δρόμος και το πεζοδρόμιο;




Αδύνατον να το βρούμε.



Κάποια σκουπίδια έψαχναν χώρο και βρήκαν αυτό το μικρό ήσυχο λιμάνι. Στις μέρες μας το πιο δύσκολο πράγμα έχει γίνει να ξεφορτωθείς πράγματα. Μας πνίγει η αφθονία, αν μπορούσα να ζητήσω δώρο από τον Άγιο Βασίλη, το έχω πει, θα του ζητούσα να πάρει, να μη φέρει τίποτα.



Αλλά τώρα από ποιον να ζητήσω να βγάλει τα σκουπίδια από την αυλή μας; Ο δήμος δεν μπορεί ούτε τους δρόμους να καθαρίσει, οπότε;