Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008
Άφωνοι να κοιτάμε
Ήταν πάλι απεργία πείνας κρατουμένων, πριν πόσα χρόνια;
Δεκαετίες. Είχαν πάλι ράψει τα στόματά τους. Το θυμάμαι τόσο καλά, γιατί αυτά δεν ξεχνιούνται.
Είχαν σιωπηλά κραυγάσει την οδύνη τους, οι κρατούμενοι. Εκκωφαντική σιωπή, αντί για τη φασαρία που δείχνουν οι ταινίες για τις εξεγέρσεις στις φυλακές. Βία κατά του εαυτού τους από τους ανθρώπους που οφείλουν να μην ακούγονται. Μπαίνουν στη φυλακή, αποσύρονται από την κυκλοφορία, δεν υπάρχουν. Είναι παράξενο ότι συνεχίζουν να ζουν εκεί μέσα, να διευθετούν την ανάγκη τους για αέρα, για κίνηση, για συναναστροφές, ακόμα και τα πολύ βασικά, την πείνα, τη δίψα.
Η ιδέα είναι αβάσταχτη, γι΄ αυτό καλύτερα να το ξεχνάμε. Και το ξέρουν αυτό εκεί μέσα, ότι τους ξεχνάμε. Γι΄ αυτό ξέσπασαν στα ίδια τους τα χείλη. Τα χείλη, εκεί που είναι τόσο λεπτό το δέρμα, τόσο ευαίσθητο για να μπορεί να προσεγγίζει τρυφερά τα άλλα χείλη, και να γεύεται, ή μάλλον να προγεύεται αυτό που θα γίνει τροφή. Ξαφνικά εμείς οι προνομιούχοι απέξω μπορούμε να τα δαγκώσουμε για λίγο τα δικά μας χείλη, κατάπληκτοι.
Είναι η στιγμή που συλλογιζόμαστε, απαντώντας στον πόνο από αυτό το δάγκωμα, ότι πρόκειται για ανθρώπους. Αυτό θέλουν να πουν μόνο, σκεφτείτε τον πόνο μας.
Όσο κρατάει μια μικρή δαγκωματιά στα χείλη, αναλογιστείτε ότι είμαστε άνθρωποι.
Τόσο κοινότοπη φράση, γι΄ αυτό χρειάζεται κάτι πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο, όπως είναι ο πόνος που δύσκολα μοιράζεται, η φρίκη που για μια στιγμή κάπως περνάει μέσα στην εικόνα. Ραμμένα στόματα.
Ντρέπεσαι ύστερα για κάθε λέξη που εκστομίζεις, για κάθε μπουκιά που υποδέχεσαι.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου