Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Σαν να κλέβεις εκκλησία...

Για το δικό μου σύστημα αξιών, η θρησκεία ήταν πάντα ένας αντίπαλος. Στον «ίσιο» δρόμο της συναντούσα όλα όσα πίστευα ότι περιόριζαν την ελευθερία του ανθρώπου: ένα σωρό κανόνες τόσο αυστηροί που μου φαίνονταν αφύσικοι. Σε κανέναν δεν υπάκουσα. Δεν ήθελα να ζήσω έτσι. Αλλά ήταν -κάποτε- ένας ωραίας αντίπαλος η Εκκλησία. Πανίσχυρος. Είχε ένα ενδιαφέρον να είσαι άθεος ή (έστω, όπως εγώ) άθρησκος. Υψωνες το μικροσκοπικό σου ανάστημα και κουνούσες την αόρατη χουφτίτσα σου, θυμωμένος, απέναντι σ' έναν τεράστιο Θεό που κρατούσε όλα τα όπλα στο χέρι του. («Αν υπάρχει θεός, τη βάψαμε», έλεγαν οι παλαιάς κοπής αναρχικοί). Τώρα, δεν έχει πια καμιά νοστιμιά να αντιμάχεσαι τα ιερατικά. Ο «εχθρός» μοιάζει να κατέρρευσε από το βάρος της ίδιας του της διαφθοράς. Και τώρα, εγώ με ποιους θα τσακώνομαι; Σίγουρα όχι με τους Ρασπούτιν παχούμιους των πρωτοσέλιδων και των οφσόρ. Ψάχνω τα σπασμένα κομμάτια της Ορθοδοξίας σε παπάδες μικρών ενοριών, σε ηγούμενους απομονωμένων μοναστηριών και σε τσαμπουκαλεμένους ιερείς ιστορικών μετεριζιών. Ψάχνω να βρω τον παλιό, τον κραταιό αντίπαλό μου, να του πω δέκα, να μου απαντήσει εκατό, να στριμώξουμε ο ένας τον άλλο προ των ευθυνών μας. Και στο τέλος να πιούμε κρασί - οι ιερείς που αγαπούσα να «μισώ» πάντα με κερνούσαν λίγο κρασάκι από το αμπέλι της μονής. Και λίγο αγιασμό. Το κρασί το έπινα, τον αγιασμό τον επέστρεφα κι αποχωρούσα ισόπαλη άνευ τερμάτων. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχασα το βαβαβούμ μου: Δεν ξεσπαθώνω πια τόσο δυνατά, τόσο ετοιμοπόλεμα εναντίον της Εκκλησίας. Αισθάνομαι ότι απλώς δεν αξίζει τον κόπο. Το ράσο -και το καθεστώς γύρω του- δείχνει να έχει υποστεί τέτοια πνευματική καθίζηση (μη σας πω και «κραχ»), που το ευκολότερο πράγμα είναι η επίθεση εναντίον του. Κυριολεκτικά σαν να «κλέβεις εκκλησία». Εστω κι αν το παγκάρι τής το έχουν αδειάσει, από καιρό, κάποιοι άλλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: