Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Πεδίο χωρίς βάτα

Στην αρχή ενθουσιαστήκαμε, όταν μας είπαν ότι το Πεδίο του Άρεως θα διαμορφωθεί ξανά, με βάση σχέδια του Τομπάζη. Η μπουλντόζα έσκαψε την παλιά άσφαλτο κι ήταν σα να σήκωσε ένα βάρος από το στήθος μας. Το χώμα φάνηκε από κάτω, ανάπνευσε, περιμέναμε εναγωνίως τη συνέχεια. Ξηλώθηκαν και τα σιδερικά από το ωραίο κτίσμα του Άλσους, η προσμονή μάς πλημμύρισε πλέον. Δεν μας πείραζε στην αρχή που δεν είχαμε χώρο για περπάτημα, που δεν μπορούσαμε να περάσουμε από την Κυψέλη στα Εξάρχεια και τούμπαλιν παρά κάνοντας κύκλο σε ένα στενό μονοπάτι δίπλα σε έναν αντιπαθητικό φράχτη. Το καλοκαίρι πέρασε χωρίς καμία καινούργια κίνηση. Από τα γύρω μπαλκόνια τίποτα δε φαίνεται να σαλεύει. Από τη νομαρχία μάς είπαν ότι περιμένουν το φθινόπωρο για να φυτέψουν τα καινούργια δέντρα. Αλλά γιατί δεν μπορούσαν να σκάψουν τον πυθμένα του περίφημου «στοιχείου νερού» που προβλέπει το σχέδιο; Έτσι τα λένε τώρα τα ποταμάκια, δεν πειράζει. Φτάνει να μη στοιχειώνουν, σαν αυτό που έχει σχεδιαστεί στα προσεχώς του πάρκου και το κοιτάμε ζωγραφισμένο κάθε μέρα, αλλά δεν βλέπουμε να το φτιάχνουν. Μήπως περιμένουν τις βροχές του φθινοπώρου, να γίνουν πλημμύρες και να ξαναβρούν μόνα τους τα νερά την παλιά κοίτη των ρεμάτων; Έχουν σκεφτεί κανένα ακραίο κόλπο, οικολογικό; Γιατί δεν μας το λένε να το απολαύσουμε κι εμείς; Στο μεταξύ έχασαν τη φόρμα τους οι περιπατητές από τις γύρω γειτονιές και τα παιδιά της περιοχής τη χαρά τους. Τι συμβαίνει ακριβώς με το Πεδίον; Μήπως το διεκδικεί κι αυτό κανένα μοναστήρι, μήπως το αντάλλαξαν με τίποτα βυθούς απροσμέτρητους; Η Βατοπαιδίου μήπως το έβαλε στο μάτι και περιμένει να γεμίσει βάτα, για να έρθει να διεκδικήσει τίτλους ετυμολογικούς; Όλα τα φοβόμαστε στις πονηρές μας εποχές.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Όσο υπάρχουν άνθρωποι

Υπομονετική, χαμογελαστή, γλυκομίλητη, ευαίσθητη: αυτά την έκαναν να ξεχωρίζει. Ούτε έναν ούτε δύο: τριάντα επτά ασθενείς είχε να φροντίσει, και όμως έδινε σε όλους σημασία. Χάριζε σε όλους ένα χαμόγελο. Για όλους είχε μια καλή κουβέντα. Η ασθενής με τα χίλια ζόρια παρέμενε στο νοσοκομείο. Το μόνο που την κρατούσε στον θάλαμο ήταν ότι είχε τρομοκρατηθεί για την υγεία της. Δεν πέρασε και λίγα- οι πόνοι της μόνο... Διαφορετικά, θα είχε πάρει τη βαλιτσούλα της και θα είχε φύγει νύχτα με προορισμό το σπιτάκι της! Ο τρόμος της: οι σύριγγες- δεν μπορεί καν να τις βλέπει! Ο εφιάλτης της: η ένεση. Κι όμως, η νοσηλεύτρια κάθησε αργά το βράδυ δίπλα της και της έκανε μασάζ στο χέρι. Προσπαθούσε να της «στρώσει» τη φλέβα που είχε ταλαιπωρηθεί από τους ορούς και τις αντιβιώσεις. Και όλα αυτά για να μην της αλλάξουν φλεβοκαθετήρα- γνωστός και ως «πεταλούδα». Την έβλεπε φοβισμένη, σφιγμένη, γι΄ αυτό και έκανε ό,τι μπορούσε για να την ηρεμήσει, να την παρηγορήσει. Και όλα αυτά σε ένα δημόσιο νοσοκομείο, με πολλές ελλείψεις, με πολλούς ασθενείς, με πολλά προβλήματα. «Σιδερένια», «περαστικά σας», «να προσέχετε»: οι ευχές ακούστηκαν από πολλά στόματα την ώρα του εξιτηρίου. Σαν να ξεπροβόδιζαν οι νοσηλεύτριες τον φιλοξενούμενό τους! Δεν είναι όνειρο. Το είδα με τα μάτια μου. Ο θάλαμος ήταν καθαρός. Οι γιατροί προσεκτικοί, έσκυβαν πάνω από το πρόβλημα του ασθενή. Οι νοσοκόμες είχαν ανθρώπινη συμπεριφορά παρά τον φόρτο εργασίας τους. Αισθανόμουν σαν την... «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» τις ημέρες που μπαινόβγαινα στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Μετά όμως, θυμήθηκα πως αυτοί που κάνουν θαύματα είναι οι ευσυνείδητοι επαγγελματίεςγιατί υπάρχουν και οι «άλλοι», τους οποίους επίσης συνάντησα στους διαδρόμους. Και όλα αυτά, σε ένα παρατημένο από την κυβέρνηση ΕΣΥ. Περαστικά μας...

Αναπαλαίωση φθινοπώρου

Μας τσάκωσε το φθινόπωρο κολλημένους με τα καλοκαιρινά, μας τσάκωσαν και οι ρασοφόροι κολλημένους με την ευρωπαϊκή αυταπάτη. Άσχετο, αλλά συνέπεσε. Νομίζαμε ότι άλλαζε το κλίμα και δεν θα ξαναβρέξει ποτέ το Σεπτέμβρη, μόνο σύντομες τροπικές μπόρες θα ρίχνει. Τις γνήσιες φθινοπωρινές τις είχαμε κατατάξει στις αναμνήσεις τις ανεπανάληπτες. Επίσης νομίζαμε ότι ζούμε σε χώρα ανεπτυγμένη, προοδευτική, δημοκρατική, είχαμε πιστέψει τα μπλαμπλά τόσα χρόνια. Ότι ανήκαμε στη Δύση, το λέγαμε και το διαλαλούσαμε κι εκείνον τον Χάντινγκτον που μας έβαλε ανατολικά τον πήραμε με τις πέτρες. Κι όμως κάτι ήξερε αυτός κι οι άλλοι οι νεορθόδοξοι και παλαιορθόδοξοι που επέμεναν ότι όχι, Ανατολή είναι εδώ. Άπω Ανατολή, συνέχεια της δυναστείας των Μακεδόνων που είχε καταλάβει την Περσία, νυν Ιράν. Συνήλθαμε. Το φθινόπωρο ξαναγύρισε, και η ιδιαιτερότητα αποκαλύφθηκε πιο ιδιαίτερη από ποτέ. Μερικοί λένε πως το ήξεραν, ότι οι μονές διεκδικούν οικόπεδα, εκτάσεις, δάση και βουνά, ότι μας αγοράζουν και μας πουλάνε, ότι μετράνε τα χρυσόβουλα και τα φιρμάνια τους- αφορολόγητα- σα να μην πέρασε μια μέρα από την οθωμανική περίοδο. Αλλά δεν μας έλεγαν τίποτα, το κρατούσαν μυστικό να μην πληγωθούμε; Στο σχολείο που διδάσκονται όλα, γιατί δεν το γράφει πουθενά ότι αυτή η χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ανήκει τελείως στον εαυτό της, είναι συνιδιοκτησία; Οι μονές διεκδικούν τις στεριές και τις θάλασσες. Ορίστε, όποιος θέλει επανάσταση, ας ξανακάνει εκείνη την ίδια, του ΄21, δεν ολοκληρώθηκε ακόμα. Μπορεί να περνάει από τα κομπιούτερ, από το Κτηματολόγιο, δεν ξέρω. Εδώ σας θέλω κόμματα και πολιτική βούληση. Το ξαφνικό φθινόπωρο ίσως είναι το τελευταίο πριν αλλάξει το κλίμα, θα περάσει και θα φύγει. Οι ρασοφόροι φαίνονται πιο μαχητικοί από ποτέ.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

Φτιάξε μου τη μέρα

«Έμεινα έγκυος από τον νέο και φτωχό, αλλά θα το φορτώσω στον γέρο και πλούσιο». Και πολύ καλά θα κάνεις δικιά μου... Άνοιξε το τριώδιο, δηλαδή τα πρωινάδικα και τα μεσημεριανά των σταθμών, και ο εμβολιασμός του γυναικείου πληθυσμού με ενεργά βλακοβακτηρίδια καλά κρατεί. Κοιτάζω αυτή την αυλή των θαυμάτων και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Άξεστα δεσποινάρια που δεν ξέρουν πού τους πάνε τα τέσσερα και κωλοπετσωμένες τηλεοπτικές κυράδες με «πείρα ζωής» κανοναρχούν το γυναικείο κοινό αποβάλλοντας ρήματα ατόφιας κατινιάς και αναισθησίας. Οφείλω να ομολογήσω ότι, έστω κι έτσι, δεν τους λείπουν πάντως τα επιχειρήματα. Ένας «καλός γάμος» κι ένα αποδοτικό διαζύγιο είναι, ως φαίνεται, το άπαν για τα σύγχρονα κορίτσια που ξέρουν το συμφέρον τους. Κι όπως ο έρωτας περνάει αναγκαστικά από το στομάχι, υπάρχει πάντα και η «στήλη» της μαγειρικής για να πέφτουν κοψίδια, μαντζούνια και αγαποβότανα από το τσουκάλι κατευθείαν στην κοιλίτσα και στις εξετάσεις αίματος του μπιπ. Ήθελές τα κι έπαθές τα, μεγάλε... Και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Οι εκπομπές για κυρίες, ει δυνατόν άεργες, είναι η πιο δοκιμασμένη ελληνική τηλεοπτική συνταγή με παρελθόν που μετράει κιόλας δεκαετίες. Μιάμιση γενιά γυναικών εξέθρεψε και διαμόρφωσε η τηλεόραση«τσατσά». Λίγο αργά για να εγερθώ και να ανησυχήσω. Οπότε, κάνω την πάπια και το βουλώνω

Μέχρι τα τριάντα

Μέχρι τα τριάντα δικαιολογείσαι να είσαι περιφερόμενος με το μπλοκάκι, ελεύθερος επαγγελματίας, χαρίζοντας κυρίως την ελευθερία στους εργοδότες δηλαδή, να μη συνάπτουν δεσμό μισθωτής εργασίας μαζί σου. Μέχρι τα τριάντα μπορείς να μένεις και με τους γονείς σου, αν θέλεις. Το κράτος σού αναγνωρίζει το δικαίωμα να υπάγεσαι στην κατηγορία των Ελλήνων πολιτών. Οι Έλληνες πολίτες δικαιούνται να φορολογούνται ανάλογα με τα εισοδήματά τους, και η πολιτεία υποχρεούται να κάνει ό,τι μπορεί για να μην αλλοιώνει αυτή την ισότητα. Είσαι συνταγματικά κατοχυρωμένος, αλλά μέχρι τα τριάντα. Θες να κάνεις μεταφράσεις, να συνεργάζεσαι με θέατρα, με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, με εκδοτικούς οίκους, να είσαι γραφίστας, καλλιτέχνης, δημοσιογράφος; Επιμένεις, σ΄ αυτή την ηλικία; Δεν κουράστηκες ακόμα, δεν βαρέθηκες; Δεν μπόρεσες να πείσεις κάποιον εργοδότη να σε κάνει αληθινό μισθωτό; Να είχες τουλάχιστον πλουτίσει... Ή να είχες εγκαίρως καλογερέψει, να είχες χτίσει τη μοναστική καριέρα σου... Μήπως μένεις με τους γονείς σου ακόμα, αντί να έχεις γίνει εσύ γονιός τριών παιδιών; Γιατί υπάρχει κι αυτή η τελευταία προσφορά. Χρειάζεται να αλλάξεις ζωή κάπως απότομα, με τρία παιδιά δεν μπορείς να είσαι διαθέσιμος στην πιάτσα, αλλά τουλάχιστον συνεχίζεις να υπάγεσαι στην κατηγορία των Ελλήνων πολιτών, που απολαμβάνουν την προσπάθεια της πολιτείας να επιβάλει φορολογική ισότητα θεσπίζοντας το αφορολόγητο όριο. Έστω κι αν εσύ ξεπεράσεις κάποια όρια αντοχής και λογικής. Θα ζεις το μεγαλείο της προσφοράς στην οικογένεια, θα μπορείς κι εσύ να κρατήσεις στο σπίτι τα παιδιά μέχρι τα τριάντα. Αν πάλι δεν καταφέρνεις τίποτε από αυτά, τότε ποιος σου φταίει; Η πολιτεία κάνει μια διακριτική υπόμνηση των ηθικών της αξιών. Αν δεν τις δέχεσαι, θα πληρώνεις χίλια ευρώ τον χρόνο. Υπάρχουν και χειρότερα, μην παραπονιέσαι.

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Μις Σεπτέμβριος

Συγνώμη, φεγγαράκι, ήταν μια κακή μέρα η χτεσινή. Και η προχτεσινή. Οχι, δεν έχουμε τίποτα, μια χαρά είμαστε από υγεία, μην ανησυχείς. Γιατί χαθήκαμε; Πού να στα λέω. Ή, μάλλον, περίμενε καλύτερα να στα πω. Μην κατεβάζεις τα μούτρα σου. Το ξέρεις ότι είσαι η αγαπημένη μου πανσέληνος, εσύ, γλυκιά Μις του Σεπτεμβρίου, απείρως καλύτερη από τη σταρ αδελφή σου (την υπερεκτεθειμένη σελήνη του Αυγούστου)... Το καλύτερό μου να σε πετυχαίνω στα μισά μιας διαδρομής σκοτεινής με βαρκάκι μεσοπέλαγο, αραχτή σε νησί που το εγκατέλειψαν οι παραθεριστές. Κάτω σου, στήνω ολονυχτίες με ποτά και τραγούδια, μέχρι να δύσεις, παρσέρνοντας μαζί σου το τελευταίο ίχνος καλοκαιριού. Αλλά τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην πόλη ήταν αφόρητα. Τρεχάματα, λογαριασμοί, φωνές, ντεσιμπέλ, σε ξέχασα. Και παρά το γεγονός ότι δύο φορές νίκησες τα σύννεφα και κατάφερες να λάμψεις ολοστρόγγυλη και προκλητική μετά την απογευματινή βροχή, πάλι δεν σε πρόσεξα. Δύο νύχτες κράτησες, αλλά ήμουν τρομερά εξαντλημένη για να σε απολαύσω, πόσω μάλλον για να σε τιμήσω με μια ταρατσάδα, μια ρομάντζα, ένα κρασί. Μόνο προχτές τη νύχτα, κόλλησα το πρόσωπό μου έξω από το παράθυρο, ανάμεσα σε τηλεφωνικά ραντεβού, ποταμούς από e-mails, ορυμαγδούς από φήμες σκανδάλων, ιερών μεσιτειών και υπουργικών ασυμβιβάστων. Ετσι όπως ήμουν με τις πυτζάμες, πριν από τον ύπνο, κατάφερα και σε κοίταξα. Ησουν πάντα ωραιότερη, πιο χρυσή, θερμή και μεγαλοπρεπής από κάθε άλλη σου αδελφή Πανσέληνο. Αυτό ήταν. Δεν είχα άλλο χρόνο. Ούτε κι εσύ άλλωστε για μένα, αφού πήγαινες προς τη δύση σου, παίρνοντας οριστικά μαζί σου το καλοκαίρι. Σόρι, φεγγαράκι, που κατρακύλησες τόσο χαμηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων μου (να ειδοποιήσω τον ηλεκτρολόγο, να πάρω τον παιδίατρο, να βράσω τα μπρόκολα, να δω την Πανσέληνο) Υπόσχομαι του χρόνου να επανορθώσω...

Το τρίγωνο του φτωχοδιαβόλου

Αν κοιτάξεις ψηλά, θα δεις τις πανάκριβες οικιστικές τούφες της πόλης, τα λοφτ της μεταβιοτεχνικής εποχής, στιλάτα στέγαστρα με θέα την Ακρόπολη. Αν είσαι τυχερός, μπορεί να δεις και λίγο ήλιο. Αν κοιτάξεις μπροστά σου, θα δεις ξεφλουδισμένους τοίχους, μισογκρεμισμένα παράθυρα, πόρτες που στέκονται με το ζόρι, μαραζωμένα ξενοδοχεία με λιγδιασμένες κουρτίνες να κυματίζουν στο αεράκι του Σεπτεμβρίου. Θα δεις ανθρώπους που σε κοιτούν επίμονα ή και ύποπτα. Αλλους να προσπαθούν να σου πουλήσουν γυαλιά ηλίου και ζώνες με μεγάλες αγκράφες που γράφουν Φερέ, Γκούτσι και Γιουνάιτεντ Κόλορς οφ Μπένετον. Θα δεις κάποιες κοπέλες, μελαψές, με όμορφα μεγάλα μάτια, κατακόκκινα χείλη, κι ας είναι μέρα μεσημέρι, με τσαλακωμένες μίνι φούστες και καλσόν με τόσες τρύπες, σαν δίχτυ που το 'χουν φάει τα ψάρια. Παραδίπλα, ο νταβατζής περιμένει, μελαψός κι αυτός. Και αν χαμηλώσεις κι άλλο το βλέμμα σου, θα δεις πεταμένους ανθρώπους σε πεζοδρόμια και σκαλοπάτια, μόνο λευκούς. Οικογένειες μεταναστών ζουν κι εργάζονται στους δρόμους του ιστορικού κέντρου. Μέσα σε βία, ναρκωτικά, πορνεία Αγόρια και κορίτσια, σαν χρησιμοποιημένες χαρτοπετσέτες μέσα σε σακούλα σκουπιδιών. Με σύριγγες, σβησμένες φωνές, βλέμματα καρφωμένα στο πουθενά, ή μάλλον στο τέλος. Και παντού γύρω σου μια ανάκατη μυρωδιά από ανθρωπίλα, βενζίνη, κάτουρα και βαριές σάλτσες από τα ανατολίτικα μαγέρικα. Ξαναφέρνεις το βλέμμα από πάνω μέχρι κάτω. Σ' αυτό που λέμε τρίγωνο της Γερανίου, της Σοφοκλέους και της Πειραιώς, ο διάβολος είναι ο μοναδικός μόνιμος κάτοικος που ζει χωρίς παράπονο...