Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

Η θαυμαστή μπαλωματού

Το κάψιμο από το τσιγάρο στο καινούριο -και ακριβό- σακάκι είχε πάρει διαστάσεις ανεξέλέγκτης «μαύρης τρύπας». Σε σημείο εμφανέστατο. Εναν χρόνο πριν, η μοίρα του σακακίου θα ήταν προδιαγεγραμμένη - ψαλίδισμα και χρήση για ξεσκονόπανο. Αλλά, όπως πετάει μια πεταλούδα στο Πεκίνο και προκαλεί σεισμούς στο Περού, έτσι και η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση άλλαξε την προκαθορισμένη ροή των γεγονότων. Το τρύπιο σακάκι, μαζί με τον ιδιοκτήτη του, περιπλανήθηκαν στην Αθήνα, μέχρι που στάθμευσαν έξω από την ταπεινή πόρτα της μοναδικής -σύμφωνα με πληροφορίες- μανταρίστρας που απέμεινε στο κέντρο της πρωτεύουσας,. Με μαγικά ραφτικά, μπαλωματικά και κόλπα μιας άλλης εποχής: Δύο μέρες και τριάντα ευρώ αργότερα, το σακάκι επέστρεψε στον ιδιοκτήτη του ολοκαίνουργιο. Ψάχνει ο άνθρωπος την τρύπα και δεν τη βρίσκει, ούτε καν το ίχνος της. Η κουβέντα γύρισε στις παντός είδους επιδιορθώσεις. Χαλάνε κόσμο τα μαγαζιά που «φτιάνουν» πράγματα. Που αλλάζουν φερμουάρ, γυρίζουν φόδρες, ανανεώνουν σόλες. Κάτι μικρομάγαζα που μαστόρευαν ηλεκτρικές συσκευές, από τηλεοράσεις μέχρι τοστιέρες, γνωρίζουν μέρες νέας δόξας. Η σταθερή τους πελατεία ήταν συνήθως οι ηλικιωμένοι. Τελευταία, όμως, τους «ανακαλύπτουν» και οι νεότεροι. Οσοι μεγαλώσαμε και ζήσαμε με την ακλόνητη πεποίθηση πώς ό,τι χαλάει απλώς αντικαθίσταται. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, πετούσαμε όχι μόνο ό,τι είχε χαλάσει, αλλά κι ότι είχε απλώς παλιώσει: Πέντε λεπτά μετά την κυκλοφορία του «καινούργιου» μοντέλου, από ραδιόφωνο αυτοκινήτου μέχρι το ίδιο αυτοκίνητο. Ισως αυτό να είναι και το μόνο θετικό που έχει προκύψει από το ξαναμοίρασμα της οικονομικής τράπουλας (που μας βρίσκει όλους μείον). Αν είναι να πάρουμε ένα μάθημα, ας είναι τουλάχιστον η συναίσθηση της αξίας των πραγμάτων, η διαφορά του «έχω» από το «είμαι». Αγαπητέ πρώην «γιάπη», να σας συστήσω την κυρία μπαλωματού. Αγαπητή κυρία μπαλωματού, έχει ο καιρός γυρίσματα. Εστω κι αν είναι σε φόδρες!

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Μην κρατήσεις τίποτε

Φτάνει πάντα κάποια στιγμή στη ζωή του ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με το μεγάλο και επώδυνο ερώτημα τι να κάνει όλες αυτές τις βιντεοκασέτες που έχει μαζέψει μέσα στον χρόνο. Όσο και αν προσπαθεί να το αποφύγει, να το παρακάμψει, να το δει αλλιώς και να περάσει από δίπλα χωρίς να κοιτάξει, οι βιντεοκασέτες θα βρουν τον τρόπο να παρουσιαστούν μπροστά του και συνήθως την πιο ακατάλληλη στιγμή, όταν ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος να πάρει αποφάσεις. Δηλαδή σχεδόν πάντα. Ειδικά όταν έχει να τον εμποδίζει και η σκέψη- σφήνα, ότι δεν υπάρχει πια και πουθενά να τις δει, αφού τα βιντεοπλέιερ είναι πιο αρχαιολογικά κι από τις κασέτες τις ίδιες. Μιλάμε για αρχαία ιστορία και υλικό που ίσως, ίσως λέω, να έχει και πολύ μεγάλη αξία (αν οι χωματερές δεν ήταν γεμάτες από δαύτες): θρίλερ σε ειδικές εκδόσεις που έφερες μαζί σου από ταξίδια και art film προσεκτικά επιλεγμένα από καταστήματα που ειδικεύονται στο είδος πρέπει τώρα να πάρουν δρόμο. «Τhe Wild Βunch», «Μisery», «Lou Reed Live» στο Jersey, κι ένας τοίχος, αριστερά όπως μπαίνεις, μουσικές κασέτες πρέπει να πέσει κάτω. Σε αυτό το σημείο έρχονται οι κούτες. Μεγάλες καφέ κούτες σούπερ μάρκετ, με καταλυτικό ρόλο σε αυτή τη συγκινητική διαδικασία. Συγκινητική; Ω, ναι. Θα ανακαλύψεις πράγματα που δεν μπορούσες να φανταστείς, θα ταξιδέψεις σε μέρη που ούτε το ανθρωποειδές στο «Βlade Runner» είχε φανταστεί, θα μάθεις πράγματα που δεν γνώριζες για τον εαυτό σου, θα πέσεις χαμηλά, αλλά θα σηκωθείς πάλι- και θα έχεις και να σηκώσεις και τις κούτες, those were the days, my friend, αλλά θα κερδίσεις χαμένο χώρο. Μετά, να σκεφτείς κι αυτό: πότε ήταν η τελευταία φορά που είδες κάποια από τις κασέτες σου; Οι πιο πολλές είναι σφραγισμένες, καταραμένε Ταραντίνο. Και αν ισχύει ο κανόνας, ότι κάτι που δεν σου χρειάστηκε τα τελευταία δυο χρόνια δεν θα σου χρειαστεί ποτέ, πέτα. Βρισκόμαστε τώρα στο σημείο που ο άνθρωπος έχει να κατεβάσει τις βαριές τις κούτες. Τη στιγμή που οι άλλοι του γύρω κατεβάζουν σε ταινία ό,τι κυκλοφορεί ακόμη και ως ιδέα στο μυαλό του σκηνοθέτη. Ο οποίος, σκηνοθέτης, θα κάνει download και το Όσκαρ του, και όλα καλά. Αν είναι παρηγοριά αυτό- και τα αγαλματάκια σε κούτες τα μεταφέρουν ακόμη.

Περιμένοντας την επιτήρηση

Με το κεφάλι ψηλά, περήφανοι ως Έλληνες, αιώνια ανυπότακτοι και τα λοιπά, περιμένουμε την επιτήρηση για να της αντισταθούμε γενναία, όπως κάναμε πάντα. Μην αργεί πολύ και κουραστούμε και πιαστούμε μόνο. Πώς θα τη λένε, Αλμούνια, Βρυξέλλες, οτιδήποτε. Κάτι να μας επιτηρήσει, κάτι να μας γλιτώσει από τον εαυτό μας. Κάποιον να επιβάλει κανόνες, ας είναι και λιτότητα, ας είναι και αντεργατικά, της «Ευρώπης των μονοπωλίων», ας είναι ειδικοί «bons pour l΄ Οrient». Να έρθουν οι επιτηρητές, να μην ξέρουν κανέναν, να μη λυπούνται κανέναν, να μην έχουν συγγενείς στη χώρα, φίλους πουθενά, μπαρμπάδες στην Κορώνη και ανιψιούς στη Μεθώνη, να μη συμπαθούν ψυχή. Να έρθουν σαν αναίσθητοι χασάπηδες, να πιάσουν μια μαχαίρα και να εφαρμόσουν ψυχρά και μεθοδικά πέντε αρχές. Χαρμανιάσαμε για ψυχρούς αριθμούς, τετράγωνη, ψυχρή και αναίσθητη λογική. Δίκαιη και τυφλή σκληρότητα προς πάσα κατεύθυνση, χωρίς διακρίσεις και διαφυγές. Επιθυμούμε σφόδρα να μας επιβληθούν κάποιοι κανόνες, αλλά δεν μπορεί κανείς να το παραδεχτεί. Από τον πιο ταπεινό ώς τον πιο επιφανή, από τον πιο διάσημο ώς τον πιο ασήμαντο και άσημο, όλοι κι όλες έχουμε πάθει μυστικά αφυδάτωση από έλλειψη κανόνων. Δεν αντέχουμε άλλο, κι ας παριστάνουμε πως είμαστε περήφανοι για την κατάστασή μας. Επιτηρήστε μας να ξέρουμε ποιος είναι ο εχθρός, αυτός που θα φταίει για όλα, όπως στις σχολικές εξετάσεις, το μισητό πρόσωπο που κάθεται στη γωνία και προσέχει μην αντιγράψεις, αλλά ξέρεις ότι θα εφαρμόσει τον κανονισμό αδέκαστα προς όλους. Σας περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι και μην τυχόν μάς τη σκάσετε και δεν έρθετε σήμερα και φύγετε για άλλη μέρη. Τι θα την κάνουμε τόση αγωνιστική αντίσταση που έχουμε ετοιμάσει; Θα αρχίσουμε να βάζουμε βόμβες στις μασχάλες μας.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Στην κατσαρόλα της Τσικνοπέμπτης

Σημαντικό είναι να έχεις ξερά και φρέσκα κρεμμύδια. Τα ψιλοκόβεις στην κατσαρόλα και σκέφτεσαι, για παράδειγμα, την εταιρεία φυσικού αερίου που σε είχε το πρωί μισή ώρα στην αναμονή χωρίς μουσική, αλλά με ένα εκκωφαντικό μπιπ ανά πέντε δευτερόλεπτα. Είναι ώρα να ανάψεις το μάτι. Θυμάσαι πως όταν επιτέλους απάντησαν, σου είπαν ότι το τμήμα των λογαριασμών δεν έχει ακόμη αρχίσει να δέχεται κλήσεις. Είναι ώρα να ρίξεις το λάδι. Καθώς τα κρεμμύδια αρχίζουν να ροδίζουν, περνάει για λίγο από το μυαλό σου η σκηνή με τους τζιπάτους να πηγαίνουν... κλαμαρωτοί κλαμαρωτοί στην αριστερή λωρίδα της Αττικής Οδού με εξήντα χιλιόμετρα. Κλαίνε και καμαρώνουν μαζί. Κλαίνε για τη βενζίνη που καίνε, γι΄ αυτό και δεν τρέχουν, και καμαρώνουν για τα χιλιάρικα που έσκασαν για να σου κόβουν τον δρόμο και να καβαλούν τα πεζοδρόμια στην Αθήνα. Ήρθε η ώρα να χτυπήσεις το κρέας. Αλύπητα με το γουδοχέρι. Πριν το ρίξεις στην κατσαρόλα, σκέψου τι άλλο θα ήθελες να κάνεις με τα κρεμμυδάκια. Θυμήθηκες; Ήταν η κλήση που ποτέ δεν παρέλαβες, αλλά στην έστειλε πεσκέσι η Εφορία; Ήταν ο ψηλός που πρόλαβε για ένα βήμα το ασανσέρ και σε άφησε απέξω; Ρίξε μπόλικο αλάτι και πιπέρι. Ο προϊστάμενός σου αφηνίασε επειδή Σάββατο βράδυ τόλμησες να έχεις κλειστό το κινητό; Σκέπασε την κατσαρόλα και άσε το κρέας να πάρει μια- δυο βράσεις. Εάν σκέφτεσαι ακόμη την ξανθιά νοσοκόμα που κρατούσε αγκαζέ τον γιατρό και σου απαγόρευε λόγω και έργω να τον ρωτήσεις για τη θεία σου που πλάνταζε στην Εντατική, είναι ώρα να περάσεις από τον τρίφτη τις ντομάτες. Ρίξ΄ τες μαζί με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και χαμήλωσε το μάτι. Αν δεν σου βρίσκεται μαϊντανός, πάρε μία δημοσκόπηση ή μία προκήρυξη, ό,τι σου είναι πιο εύκολο και πρόχειρο. Σε μία ώρα μην ξεχάσεις να σβήσεις τη φωτιά, για να μην τσικνίσεις όλη τη γειτονιά λόγω της ημέρας. Καλή Τσικνοπέμπτη!

Ορθόδοξες απορίες

Στην Πάτρα για τον Καρνάβαλο ετοίμασαν ένα σατιρικό άρμα με τον Εφραίμ. Ε, φυσικό είναι, η περίπτωση βγάζει μάτι. Έχουν σατιρίσει άλλα κι άλλα πιο μικρά και πιο ασήμαντα οι Πατρινοί. Για τον Εφραίμ όμως βρήκαν μπροστά τους τον θρησκευτικό σύλλογο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος ζήτησε με ασφαλιστικά μέτρα να αποσυρθεί το άρμα ή να γράφει από κάτω ότι «ο Δήμος Πατρέων εκτιμά το ήθος και το έργο του ηγούμενου Εφραίμ» και διάφορα τέτοια. Πώς γράφουν τα τσιγάρα «Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία». Δεν ξέρω τι θα αποφασίσει το δικαστήριο, αλλά μένει κανείς άναυδος με το θρησκευτικό αίσθημα των προσφευγόντων. Δηλαδή αυτούς, χριστιανούς ανθρώπους και υποτίθεται ευλαβείς, δεν τους ενόχλησε η δράση του Εφραίμ; Όλη αυτή η ενασχόληση με τα ακίνητα, αυτά τα παιχνίδια με τα δημόσια κτήματα, αυτά τα ξεθαμμένα χρυσόβουλα, δεν πρόσβαλαν τη δική τους αντίληψη περί χριστιανισμού, όλες αυτές οι διεκδικήσεις εκατομμυρίων και μάλιστα από ένα κράτος που έχει σεβαστεί και ευνοήσει πάρα πολύ και τον Άθω και την Ορθοδοξία δεν τους έθιξε καθόλου; Δεν ήρθε σε αντίθεση με τη χριστιανική διδασκαλία, δεν είχαν κανένα πρόβλημα οι πιστοί με τα έργα και τις ημέρες του Εφραίμ; Ακόμα και αν αθωωθεί ο Εφραίμ, αυτούς ως χριστιανούς δεν τους πειράζουν όσα έκανε; Το άρμα του Καρνάβαλου τους προσβάλλει; Δηλαδή φτάνει να έχει εξουσία κανείς στον κόσμο της Ορθοδοξίας, από ΄κει και πέρα μπορεί να κάνει ανεξέλεγκτα ό,τι θέλει, οι πιστοί δεν θα ενοχληθούν, φτάνει να επιβάλλεται στους αντιπάλους, το ελληνικό κράτος εν προκειμένω, να αποδεικνύει συχνά ότι είναι ισχυρότερος, και του συγχωρούνται όλα; Δεν εξευτέλισε τη δική τους θρησκεία ο Εφραίμ, το άρμα την εξευτελίζει; Ω, τι κόσμος αυτός της ορθόδοξης ψυχής, μένει κανείς κατάπληκτος.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Μήπως το παρακάναμε;

Λοιπόν, σε ένα ακόμα θέμα πήραμε τη ζωή μας λάθος και μάλλον είναι αργά να αλλάξουμε ζωή. Όταν ήταν τα παιδιά μωρά, είχαμε μετατρέψει το σπίτι σε αποστειρωμένη γυάλα. Ατέλειωτα πλυντήρια, καυτά σίδερα, απολυμαντήρες, αντιβακτηριακά σαπούνια και διαλύματα, σούπερ ηλεκτρικές σκούπες, όλα στην υπηρεσία της απόλυτης καθαριότητας. Ουαί και αλίμονο σε όποιον τολμούσε να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα αυτής της ιερής εκστρατείας... Για χρόνια και δεκαετίες μετά, όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, τα κυνηγούσαμε από πίσω : «Έπλυνες τα χέρια σου μετά το παιχνίδι;», «Μην αγγίζεις εκεί, είναι βρώμικα!». «Μη βάζεις το στιλό στο στόμα!». Ο φόβος των μικροβίων επισκίαζε τα πάντα... Θυμάμαι ομηρικούς καβγάδες και τις ίδιες κάθε φορά συζητήσεις με τη γιαγιά και τη θεία, γιατί δεν πρόσεχαν την υγιεινή όπως εμείς, όταν τις αφήναμε με τα παιδιά. Και εκείνες μας έκαναν τα νεύρα κουρέλια, όταν επέμεναν απτόητες ότι λίγη βρωμιά κάνει το παιδί «να αναπτύξει ανοσία». Ε, λοιπόν, τα ίδια αυτά μισητά λόγια έρχονται τώρα να μας πουν οι επιστήμονες! Η ανοσολόγος δρ Μέρι Ρίμπους γράφει στο βιβλίο της «Why dirt is good» ότι, όταν ένα μωρό βάζει πράγματα στο στόμα του, μαθαίνει στο ανώριμο ανοσοποιητικό του σύστημα τι να αποφεύγει. Και άλλοι από το Πανεπιστήμιο Ταφτς της Βοστώνης λένε ότι το ανοσοποιητικό μας σύστημα, όταν γεννιόμαστε, είναι σαν απρογραμμάτιστο κομπιούτερ και η επαφή με τα μικρόβια, τους ιούς και τα σκουλήκια το βοηθά «να προγραμματιστεί». Τα πολύ καθαρά και προστατευμένα παιδιάλένε οι τελευταίες έρευνες- κινδυνεύουν περισσότερο να αναπτύξουν μεγαλώνοντας αλλεργίες. Και κάποιοι πηγαίνουν ακόμα μακρύτερα, υποστηρίζοντας ότι αυτός είναι ο λόγος που τα αυτοάνοσα νοσήματα και το άσθμα έχουν αυξηθεί κατακόρυφα στις προηγμένες χώρες! Και τολμούν τώρα να μας ρωτούν: «Μήπως είστε πολύ καθαροί;». Τόσος κόπος, τόση αγωνία, τόση καταπίεση, για το τίποτα; Αφού τρελάναμε εμείς τα τέκνα μας, τώρα θέλουν αυτοί να μας τρελάνουν ακυρώνοντας τόσα χρόνια φιλότιμης γονεϊκής προσπάθειας;

Δεν ξέρω, δεν απαντώ

Να ψηφίζουν οι ομογενείς; Δεν ξέρω, δεν απαντώ, αλλά τότε γιατί να ψηφίσω; Πάντα έχω την απορία με την επιλογή αυτή. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι «ομογενής». Η ελληνική ιθαγένεια είναι ιδιαίτερα ανθεκτική, αλλά πόσες γενιές διατηρείται; Έλληνας μπορεί να θεωρηθεί το παιδί ενός Έλληνα που μπορεί να είναι παιδί ενός άλλου Έλληνα και κανείς από τους δύο να μην έχει πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα. Η ιθαγένεια μεταβιβάζεται σαν το DΝΑ, αλλά δεν αδυνατίζει όπως τα γονίδια. Κι αυτό το DΝΑ πολύ το πιπιλάμε στην Ελλάδα τελευταία, ξεχνώντας ότι είναι κάτι που αλλάζει σε κάθε άτομο. Κοντεύουμε να πιστέψουμε πως είναι κάτι αναλλοίωτο που περνάει από γενιά σε γενιά και κάπου μέσα, λέει, έχουν βάλει οι προπαππούδες μας το γνήσιο ελληνικό γονίδιο, τη σφραγίδα. Στο μεταξύ στην Ελλάδα κατοικούν όλο και περισσότεροι μετανάστες που εγκαταστάθηκαν μόνιμα εδώ και για να πάρουν αυτοί το δικαίωμα ψήφου και την ιθαγένεια πρέπει να περάσουν από σαράντα κύματα και να μάθουν και για τον Προκόπιο. Γεννιούνται εδώ παιδιά που οι γονείς τους δεν έχουν ιθαγένεια και δεν ψηφίζουν, και ούτε αυτά θεωρούνται Έλληνες, κι ας μεγαλώνουν εδώ και ας πηγαίνουν σε ελληνικά σχολεία. Δηλαδή ο νόμος δίνει δικαιώματα σύμφωνα με το δίκαιο της καταγωγής και αποκλείει άλλους από δικαιώματα πάντα με το ίδιο δίκαιο, την ίδια λογική. Και δεν σκέφτηκε κανείς να προτείνει με την ευκαιρία του δικαιώματος ψήφου στους ομογενείς να μιλήσει για δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες, να κάνει διπλό άνοιγμα. Δεν είναι ρατσιστική λογική αυτή; Δεν ξέρω, δεν απαντώ. Ή μήπως ξέρω, αλλά δεν αντέχω να το σκέφτομαι;