Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008
Μετά τα ζόρικα
Η περιοχή των Εξαρχείων, από τη Νεάπολη μέχρι την Ακαδημίας, ήταν για χρόνια η παλιά μου γειτονιά. Τη λένε και ζόρικη γειτονιά, όχι άδικα. Οι παλιοί κάτοικοι, οι αστοί, και οι εργαζόμενοι της περιοχής που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να φύγουν, υφίστανται (και πληρώνουν) αενάως τις «παράπλευρες απώλειες» κάθε μετωπικής σύγκρουσης της εξουσίας με την αντι- (και την παρα-) εξουσία.
Εγώ, πάλι, μια κότα σκέτη. Με το που έδειξε της γυναίκας μου το υπερηχογράφημα «έμβρυον οκτώ εβδομάδων, φυσιολογικόν», φόρτωσα την οικοσκευή, το «φυσιολογικόν έμβρυον» και την... σύζυγο και όπου φύγει φύγει: από τα ηλεκτρισμένα Εξάρχεια μετακομίσαμε στη γλυκιά λήθη των βορείων προαστίων.
Την «παλιά» γειτονιά την περπατάω πολύ σπάνια, για τίποτα δουλειές του κέντρου, καμιά εφορία.
Η χθεσινή βόλτα με έφερε σε αμηχανία. Τα ρολά των τραπεζών κατεβασμένα. Πάλι. Τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης λαμπόγυαλο. Ξανά. Οι βιτρίνες κομμάτια. Αλλος ένας Νοέμβρης προχωρεί ακάθεκτος προς τη δέκατη έβδομη μέρα του. Μια καλοντυμένη κυρία σε γκισέ ταμείου σπασμένης τράπεζας έτρεμε ολοφάνερα από το σοκ καθώς μου έδινε πληροφορίες πίσω από το σιδερένιο ρολό («έχουν σπάσει και την Εθνική, δοκιμάστε το ΑΤΜ που δεν φαίνεται καλά, στο παρκάκι, μάλλον δεν το είδαν»).
Ναι, αυτό ήταν που μ έκανε να ξαναθυμηθώ πώς ήταν στ αλήθεια η ζωή στα παλιά λημέρια. Ηταν που την άλλη μέρα, μετά το μικρό ή μεγάλο μακελειό, τα γκαζάκια, τα καπνογόνα, τα οδοφράγματα, τους σιδερολοστούς, συνεχίζαμε σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Σβήναμε τις βρισιές από τους τοίχους, μαζεύαμε τις θρυψαλιασμένες βιτρίνες να μη σκοτωθεί κανένας παππούς κι άντε ξανά από την αρχή.
Και οι κάτοικοι; Οι παλιοί μου γείτονες; Ψύχραιμοι μέχρι βουδιστικής φώτισης, χωρίς να τους λείπει και το καυστικό χιούμορ. «Βρε, βρε, ο Κώστας: Πώς και μας θυμήθηκες; Ξεμείνατε από γκαζάκια στο Ψυχικό;» Γελάω βεβιασμένα, αλλά μέσα μου ντρέπομαι λίγο...
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου