Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Μετά τα ζόρικα

Η περιοχή των Εξαρχείων, από τη Νεάπολη μέχρι την Ακαδημίας, ήταν για χρόνια η παλιά μου γειτονιά. Τη λένε και ζόρικη γειτονιά, όχι άδικα. Οι παλιοί κάτοικοι, οι αστοί, και οι εργαζόμενοι της περιοχής που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να φύγουν, υφίστανται (και πληρώνουν) αενάως τις «παράπλευρες απώλειες» κάθε μετωπικής σύγκρουσης της εξουσίας με την αντι- (και την παρα-) εξουσία. Εγώ, πάλι, μια κότα σκέτη. Με το που έδειξε της γυναίκας μου το υπερηχογράφημα «έμβρυον οκτώ εβδομάδων, φυσιολογικόν», φόρτωσα την οικοσκευή, το «φυσιολογικόν έμβρυον» και την... σύζυγο και όπου φύγει φύγει: από τα ηλεκτρισμένα Εξάρχεια μετακομίσαμε στη γλυκιά λήθη των βορείων προαστίων. Την «παλιά» γειτονιά την περπατάω πολύ σπάνια, για τίποτα δουλειές του κέντρου, καμιά εφορία. Η χθεσινή βόλτα με έφερε σε αμηχανία. Τα ρολά των τραπεζών κατεβασμένα. Πάλι. Τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης λαμπόγυαλο. Ξανά. Οι βιτρίνες κομμάτια. Αλλος ένας Νοέμβρης προχωρεί ακάθεκτος προς τη δέκατη έβδομη μέρα του. Μια καλοντυμένη κυρία σε γκισέ ταμείου σπασμένης τράπεζας έτρεμε ολοφάνερα από το σοκ καθώς μου έδινε πληροφορίες πίσω από το σιδερένιο ρολό («έχουν σπάσει και την Εθνική, δοκιμάστε το ΑΤΜ που δεν φαίνεται καλά, στο παρκάκι, μάλλον δεν το είδαν»). Ναι, αυτό ήταν που μ έκανε να ξαναθυμηθώ πώς ήταν στ αλήθεια η ζωή στα παλιά λημέρια. Ηταν που την άλλη μέρα, μετά το μικρό ή μεγάλο μακελειό, τα γκαζάκια, τα καπνογόνα, τα οδοφράγματα, τους σιδερολοστούς, συνεχίζαμε σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Σβήναμε τις βρισιές από τους τοίχους, μαζεύαμε τις θρυψαλιασμένες βιτρίνες να μη σκοτωθεί κανένας παππούς κι άντε ξανά από την αρχή. Και οι κάτοικοι; Οι παλιοί μου γείτονες; Ψύχραιμοι μέχρι βουδιστικής φώτισης, χωρίς να τους λείπει και το καυστικό χιούμορ. «Βρε, βρε, ο Κώστας: Πώς και μας θυμήθηκες; Ξεμείνατε από γκαζάκια στο Ψυχικό;» Γελάω βεβιασμένα, αλλά μέσα μου ντρέπομαι λίγο...

Και τώρα, τι θα γίνουμε χωρίς Τατούλη;

«Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;(...) Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία, τι κάθοντ οι συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε; ...Είναι ο Τατούλης να διαγραφεί σήμερα. Ο «αντάρτης» έπαιξε τον ρόλο του και αποχωρεί από τη σκηνή, καταχειροκροτούμενος από κοινό και κριτικούς. Παύση. Και αμηχανία. Τώρα; Τώρα, αρχίζουν τα δύσκολα. Τώρα, τι θα γίνουμε χωρίς Τατούλη; Τι θα γίνει όταν τελειώσει το στοκ από «αντάρτες», «κακά παιδιά» και διάφορα άλλα «μαύρα πρόβατα» και γενικώς «βαρβάρους»; Απλό: θα εφεύρουμε τους επόμενους! Ολο αυτό αρχίζει και μου θυμίζει τηλε-ριάλιτι σόου. Από αυτά που αποφασίζουν αν οι διαγωνιζόμενοι έχουν ταλέντο. Με κριτική επιτροπή όλους εμάς και αρνητικές ή θετικές ψήφους των ανθρώπων της «παραγωγής» για να αποχωρήσει ένας κάθε εβδομάδα. Με δράματα, ίντριγκες, υποθέσεις, σενάρια. Αν και αμφιβάλλω αν το «μοντέλο ριάλιτι» είναι το ιδεωδέστερο για να κυβερνηθεί μια χώρα, πρέπει να παραδεχτώ ότι φέρνει τηλεθέαση. Κάνει γερό ταμείο. Δεν βαριέται το κοινό. Ασε που έχουμε την πολυτέλεια του να αναβάλλουμε κάθε σοβαρή απόφαση, κάθε μεγάλη αλλαγή, κάθε «τζιζ» πρωτοβουλία, με το άλλοθι της επόμενης αποχώρησης. Ζητούνται λοιπόν αντάρτες, ανυπότακτοι, ρέμπελοι. Συνωμότες, εξωμότες, ένοχοι, έστω και αθώα θύματα, για να «πέσουν» ως παράπλευρες απώλειες. Ζητούνται παντός είδους «βάρβαροι», για να γεμίσει το πρόγραμμα. Ολοι μάς κάνουν, ντόπιοι και εισαγόμενοι, από τον Μπαράκ Ομπάμα έως τη Στέλλα Μπεζαντάκου, αρκεί να μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε, ξανά και ξανά, για να γεμίσει το κενό που κανείς από μας δεν αντέχει να αντικρίσει. Κάθε βάρβαρος, γνήσιος ή ντεμέκ, είναι κατάλληλος, αρκεί να έχει πάθος στον ρόλο του και να κάνει αρκετό θόρυβο όταν έρχεται και όταν φεύγει. Δεν είναι απλώς, «μια κάποια λύσις». Εδώ που φτάσαμε, οι παντός είδους «βάρβαροι» είναι η μόνη λύση!

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Το ζητούμενο δεν είναι αν θα φύγουν, αλλά το πώς θα φύγουν

Εγώ τα έχω ξεκαθαρισμένα μέσα μου. Πολύ ξεκαθαρισμένα, μάλιστα. Δηλαδή, να με ρωτήσεις, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. Η εξίσωση είναι απλή. Για την ακρίβεια, δεν είναι καν εξίσωση. Μια απλή μέθοδος των τριών είναι. Όπου το ζητούμενο δεν είναι αν θα φύγουν, αλλά το πώς θα φύγουν. Κι αφού φύγουν, θα φύγουν κανονικά ή με περούκες στο κεφάλι; Θα φύγουν μέρα ή θα φύγουν νύχτα, «μαύρα μεσάνυχτα», σαν κάτι προπονητές στον Ολυμπιακό που επέλεγαν το σκοτάδι ως μέσο διαφυγής για να μην τους προλάβουν στου Ρέντη ο Τσουκαλάς και οι δικοί του με τα «κορνέ» στο χέρι; Αυτά είναι τα κρίσιμα θέματα που με προβληματίζουν. Το άλλο, ότι θα φύγουν, το έχω δεδομένο. Δεν τους βλέπεις ότι τα ΄χουν παρατήσει; Πάνε στο τζάμπολ με τα χέρια κατεβασμένα... Στη συνεδρίαση της Κυβερνητικής Επιτροπής την Τετάρτη μου λένε, τον ψάλανε για τα καλά τον μακαρίτη. Και τον εκθειάσανε αναλόγως. Τι τον «πεφιλημένο», τι τον «εξαίσιο», τι τον «αξιαγάπητο»- δεν υπήρξε επίθετο που να μην το αναφέρουν. Και κλάααμα, εκεί να δεις κλάμα. Μου περιέγραψαν σκηνές απίθανες. Κατεβασμένα κεφάλια οι υπουργοί, αν υπήρχε τρόπος να χωθούν μέσα στις καρέκλες να μη φαίνονται θα το έκαναν χωρίς δεύτερη κουβέντα, φωνές που ίσα και ακούγονταν, και διαπιστώσεις ότι «κάτι πρέπει να κάνουμε». Και πού και πού και καμιά ένεση αισιοδοξίας ότι «δεν έχουν χαθεί όλα», και ότι «μπορούμε να το παλέψουμε». Να το παλέψετε, δεν λέμε, αλλά γίνεται να το παλέψετε μακριά από την εξουσία; Εδώ, όπως μου έλεγε και φίλος μου, από τους κοντινούς του Καραμανλή, «δεν είναι ότι κάνουν λάθη (οι υπουργοί) που είναι λογικό και φυσιολογικό, είναι ότι στη συνέχεια πάνε να διορθώσουν το ένα λάθος και κάνουν ένα δεύτερο ακόμη μεγαλύτερο, και πάει λέγοντας. Αλυσίδα». Συγγνώμη, εμείς όμως γιατί πρέπει να το υπομένουμε; Αυτό είναι ένα άλλο ερώτημα. Αλλά προηγουμένως πρέπει να απαντηθούν ορισμένα βασικά, και μεταξύ τους το κυριότερο: Πότε να κάνω εκλογές; Είσαι εσύ, λέμε τώρα, ο Καραμανλής κι έχεις 151 επιβάτες στον Τιτανικό, που λέει κι ο Τράγκας, τι κάνεις; Πας τώρα σε εκλογές με την προοπτική ότι αν, λέμε αν και ξαναλέμε αν, σου «κάτσει» τους κάνεις 155, και τις χάνεις σίγουρα, ή περιμένεις μήπως και βελτιωθεί το ρημάδι το κλίμα- και τις χάνεις ακόμη πιο σίγουρα; Αυτό να δεις τι βάσανο είναι. Όλες οι μάγισσες και οι χαρτορίχτρες της χώρας να μαζευτούν γύρω σου, και να΄ χεις και συ το «κληρονομικό» χάρισμα, άκρη δεν θα βγάλεις, αποκλείεται. Γιατί υπάρχουν και τα υπέρ και τα κατά. Κι επιπλέον υπάρχει και η άλλη εκδοχή που προωθούν ορισμένοι, και που λέει «πρόεδρε, κάνε τις εκλογές όσο πιο γρήγορα γίνεται για να χάσεις με μικρή διαφορά, να μείνεις αρχηγός, κι μετά σε κάνα χρόνο που ο Γιώργος θα τα έχει βρει μπαστούνια με την κρίση και τα προβλήματα, επανέρχεσαι»! Καλό; Κακό, ψυχρό κι ανάποδο! Πρώτον, γιατί αυτά είναι σενάρια επί χάρτου, και με τα σενάρια αυτά ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Στραβώνουν εκεί που δεν το περιμένεις, κι άντε τρέχα γύρευε μετά. Δεύτερον, γιατί δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα χάσεις «λίγο». Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ήδη κάτι ανοίγματα νααααα με το συμπάθιο, κι αν συνεχίσει έτσι η κυβέρνηση δεν είναι μακριά ο χρόνος που η διαφορά θα γίνει... διψήφια! Ναι, διψήφια! Οπότε, «χάνω λίγο» δεν παίζει, διότι είναι σαν το «ολίγον έγκυος». Τρίτον, δεν σου λέω ότι ο Γιώργος έχει το μαγικό ραβδί να λύσει όλα τα προβλήματα, αλλά απ΄ ό,τι έχει δείξει μέχρι τώρα, και ιδιαίτερα με την κρίση, και λύσεις έχει, και προτάσεις διαθέτει, και πράγματα σωστά λέει. Κυρίως δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ κάνει σοβαρή δουλειά στον χώρο της οικονομίας, υπάρχει κόσμος που μελετάει, επεξεργάζεται, αναλύει και τελικά εισηγείται, και το σημαντικότερο αυτά που υποστηρίζει ο Γιώργος έχουν ήδη κριθεί θετικά. Άρα και το «θα τα βρει μπαστούνια και θα τα παρατήσει», επίσης δεν παίζει. Μπέρδεμα λοιπόν. Μεγάλο. Δεν ξέρει τι να κάνει ο Καραμανλής. Τον ρωτάνε «τι κάνουμε πρόεδρε;», και εκείνος σηκώνει τους ώμους με απορία. Είναι σε φάση «κάνε με προφήτη, να σε κάνω πλούσιο»... Απ΄ έξω απ΄ έξω το φέρνω το θρησκευτικό, αλλά δεν αντέχω μ΄ αυτά που ακούω και βλέπω για το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου. Δεν υπάρχει ένας μάρτυρας που να μη δείχνει «ψηλά», κι ασφαλώς δεν δείχνει τον Θεό... Αν μάλιστα είναι ακριβείς οι πληροφορίες μου, μου φαίνεται την άλλη εβδομάδα το Κοινοβούλιο θα ζήσει μεγάλες στιγμές: Θα κληθεί να καταθέσει και ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του προέδρου Κώστα, Γιάννης Αγγέλου. Η αντιπολίτευση, που θα έχει και την πρωτοβουλία να τον καλέσει, έχει ορισμένες απορίες σχετικά με τη δραστηριότητα του κ. Αγγέλου και του Πρωθυπουργού, και θέλει απαντήσεις. Από εκεί και πέρα, να μη διαφεύγει από κανενός την προσοχή, η συνεχής επισήμανση από το στόμα του Γιώργου ότι το σκάνδαλο εξελίχθηκε κάτω από «κεντρική καθοδήγηση». Έχει τους λόγους του που επιμένει. Σου λέει «έχω κάνει τόσα χρόνια υπουργός. Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει να συνεννοηθούν δύο υπουργεία για ένα θέμα, και τι να συντονιστούν οι διοικητικές υπηρεσίες δύο υπουργείων για να το διεκπεραιώσουν, αν τα καταφέρουν ποτέ. Πόσω μάλλον να συνεργαστούν τόσα υπουργεία, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα για να επιτευχθούν οι ανταλλαγές με τη λίμνη. Υπήρξε σίγουρα καθοδήγηση από τα πάνω. Κάποιοι συντόνισαν όλο τον μηχανισμό». Άδικο έχει; Έχουν περάσει σχεδόν 5 χρόνια από την ημέρα που η Νέα Δημοκρατία ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Έχουν περάσει σχεδόν 5 χρόνια από την ημέρα που ασκείται μια συγκεκριμένη οικονομική πολιτική, εμπνευστής και εφαρμοστής της οποίας είναι ο κυρ Αλογοσκούφης. Και έχουν περάσει σχεδόν 5 χρόνια από την ημέρα που η οικονομία της χώρας πάει από το κακό στο χειρότερο, και τελειωμό δεν έχει. Δεν έχει περάσει όμως ούτε μια μέρα χωρίς ο άνθρωπος αυτός, ο Αλογοσκούφης λέμε, να τα ρίξει στους προηγούμενους! Ακόμη και τώρα, μόλις προχτές, που έχει αποκαλυφτεί σε όλη της τη γύμνια η καρικατούρα οικονομικής πολιτικής που εφάρμοσε, ακόμη και τώρα επιμένει ο άνθρωπος να τα χρεώνει στην κυβέρνηση Σημίτη! Αντί να κάνει τον σταυρό του, γιατί εμείς τον κάνουμε, που ο Σημίτης μας έβαλε στην ΟΝΕ, και σήμερα η χώρα καταφέρνει να επιβιώνει στην περίοδο της μεγάλης κρίσης, ο άνθρωπος αυτός δηλώνει με πάσα σοβαρότητα ότι για τα προβλήματα της οικονομίας φταίει το ΠΑΣΟΚ. Είναι τόσο εξοργιστικό αυτό που κάνει, που δύσκολα μπορείς να του απαντήσεις σοβαρά. Απλώς τον καταλαβαίνουμε. Λέει όσα λέει προκειμένου να γλιτώσει την κατακραυγή για όσα έχει κάνει εις βάρος της χώρας (κάποτε πάντως θα αποτιμηθεί ο ρόλος του, κανονικά...). Μέχρι να οριστεί επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τις ευρωεκλογές και να μας αφήσει στην ησυχία μας...

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

Άφωνοι να κοιτάμε

Ήταν πάλι απεργία πείνας κρατουμένων, πριν πόσα χρόνια; Δεκαετίες. Είχαν πάλι ράψει τα στόματά τους. Το θυμάμαι τόσο καλά, γιατί αυτά δεν ξεχνιούνται. Είχαν σιωπηλά κραυγάσει την οδύνη τους, οι κρατούμενοι. Εκκωφαντική σιωπή, αντί για τη φασαρία που δείχνουν οι ταινίες για τις εξεγέρσεις στις φυλακές. Βία κατά του εαυτού τους από τους ανθρώπους που οφείλουν να μην ακούγονται. Μπαίνουν στη φυλακή, αποσύρονται από την κυκλοφορία, δεν υπάρχουν. Είναι παράξενο ότι συνεχίζουν να ζουν εκεί μέσα, να διευθετούν την ανάγκη τους για αέρα, για κίνηση, για συναναστροφές, ακόμα και τα πολύ βασικά, την πείνα, τη δίψα. Η ιδέα είναι αβάσταχτη, γι΄ αυτό καλύτερα να το ξεχνάμε. Και το ξέρουν αυτό εκεί μέσα, ότι τους ξεχνάμε. Γι΄ αυτό ξέσπασαν στα ίδια τους τα χείλη. Τα χείλη, εκεί που είναι τόσο λεπτό το δέρμα, τόσο ευαίσθητο για να μπορεί να προσεγγίζει τρυφερά τα άλλα χείλη, και να γεύεται, ή μάλλον να προγεύεται αυτό που θα γίνει τροφή. Ξαφνικά εμείς οι προνομιούχοι απέξω μπορούμε να τα δαγκώσουμε για λίγο τα δικά μας χείλη, κατάπληκτοι. Είναι η στιγμή που συλλογιζόμαστε, απαντώντας στον πόνο από αυτό το δάγκωμα, ότι πρόκειται για ανθρώπους. Αυτό θέλουν να πουν μόνο, σκεφτείτε τον πόνο μας. Όσο κρατάει μια μικρή δαγκωματιά στα χείλη, αναλογιστείτε ότι είμαστε άνθρωποι. Τόσο κοινότοπη φράση, γι΄ αυτό χρειάζεται κάτι πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο, όπως είναι ο πόνος που δύσκολα μοιράζεται, η φρίκη που για μια στιγμή κάπως περνάει μέσα στην εικόνα. Ραμμένα στόματα. Ντρέπεσαι ύστερα για κάθε λέξη που εκστομίζεις, για κάθε μπουκιά που υποδέχεσαι.

Μια γενιά σε μια νύχτα

Για να μιλήσει κανείς σήμερα σ΄ έναν νέο σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πρέπει πρώτα απ΄ όλα να ξεπεράσει τις αναστολές του. Έχει απέναντί του έναν ακροατή με μειωμένη εξ αρχής την προσοχή του- δεν φαίνεται να βρίσκει ισχυρό λόγο για να τεντώσει τ΄ αυτιά του. Ν΄ ακούσει, άλλωστε, τι; Ότι κάποια περιστατικά, ασυνήθιστα και γεμάτα ένταση, συνέβησαν «κάποτε». Εκεί οφείλεται η αμηχανία του αφηγητή. Καταλαβαίνει ότι πρόκειται να αναφερθεί σε συμβάντα που μοιάζουν ανεπίστρεπτα. Καταλαβαίνει επίσης ότι έχει κι αυτός την ευθύνη του που κυριάρχησε αυτή η εντύπωση. Η γενιά του Πολυτεχνείου απέφυγε να μιλήσει για τον εαυτό της κι αυτό το πληρώνει χρόνο με τον χρόνο. Υπερασπίστηκε πίσω από εκείνα τα θρυλικά κάγκελα την ελευθερία, αλλά εγκατέλειψε στη συνέχεια την προσπάθεια να κάνει απολογισμό, να υπογραμμίσει τα σημαντικά και να παραμερίσει τα ασήμαντα. Δίστασε να επωμιστεί ώς το τέλος το νόημα της πράξης της. Εξ ου και η αμηχανία της όταν εκλήθη να μεταγγίσει αυτό το νόημα στους νεώτερους. Από μιαν άποψη το πρόβλημα φαίνεται ότι ήταν σύμφυτο στις περιστάσεις. Το γεγονός ότι στην εξέγερση πρωταγωνίστησε η ηλικία των είκοσι ετών καθόρισε και την κατοπινή δυσκολία των πρωταγωνιστών ν΄ αναλάβουν έναν επιπλέον ρόλο. Υπήρξαν αγωνιστές και έπρεπε τον επόμενο κιόλας χρόνο ν΄ αρχίσουν να «επεξηγούν» τον αγώνα τους. Τους το ζητούσε η μεταπολίτευση. Ήταν όμως πολύ νέοι, πάρα πολύ νέοι για να φερθούν σαν Πατέρες, Καθοδηγητές, Ηγέτες. Προϋπόθεση για να ασκήσεις ηγεμονία είναι να περηφανεύεσαι σ΄ έναν ορισμένο βαθμό για αυτό που κάνεις ή έκανες. Κι αυτό η γενιά του Πολυτεχνείου ούτε καν το επιχείρησε γιατί δεν ήξερε να παρουσιάσει ως αντικείμενο θαυμασμού τη στάση της: το κουράγιο, το θάρρος μπροστά στον κίνδυνο, την αντοχή στο μαρτύριο. Είναι παράξενο: οι άνθρωποι που πραγματοποίησαν το εξαιρετικό, μπέρδεψαν τα λόγια τους όταν τους ρώτησαν γι΄ αυτό. Η δυσκολία τους, ωστόσο, μοιάζει λιγότερο παράξενη όταν σκεφτούμε ότι βυθίστηκαν πολύ σύντομα, μετά την πτώση της ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ που ωρίμασαν σε μια νύχτα αντιμετωπίζοντας τα τανκς, καταδικάστηκαν στη συνέχεια να κυκλοφορούν σαν πλάσματα που τα παρήγαν οι έκτακτες συνθήκες- θεωρήθηκαν απλώς προϊόντα μιας φαντασμαγορικής συγκυρίας χούντας, σε μια εποχή στην οποία η λέξη ηρωικό απωθούσε, γιατί μύριζε παλιές ρητορείες. Ταυτίστηκε το ηρωικό με το μυθικό, το ψευδο-διογκωμένο, το εξω-ανθρώπινο. Έτσι αυτά τα παιδιά που ωρίμασαν σε μια νύχτα αντιμετωπίζοντας τα τανκς, καταδικάστηκαν στη συνέχεια να κυκλοφορούν σαν πλάσματα που τα παρήγαν οι έκτακτες συνθήκες- θεωρήθηκαν απλώς προϊόντα μιας φαντασμαγορικής συγκυρίας. Σύμφωνα με την κυρίαρχη απομυθοποιητική λογική απέναντι στην καταπίεση ενός καθεστώτος μερικοί φοιτητές αντέδρασαν σχεδόν φυσιολογικά, αυτό είναι όλο. Έπειτα, όταν εξομαλύνθηκε η κατάσταση, οι φοιτητές πήραν τους κανονικούς δρόμους: το επάγγελμα, η σταδιοδρομία ή η πολιτική απορρόφησαν το παρελθόν τους. Έφθασε μάλιστα σε τέτοιο σημείο η απορρόφηση, ώστε η μεταγενέστερη εξέλιξη να φαίνεται ότι διέψευσε εντελώς το νεανικό ξεκίνημα. Άτομα που στα είκοσί τους κραύγαζαν για την ελευθερία, στα πενήντα τους σιωπούν ή λένε ανέκδοτα για να ελαφρώσουν το άγχος τους. Και τι μ΄ αυτό; Ας μη μας ξενίζει υπερβολικά το φαινόμενο. Μια πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης μπορεί να προσφερθεί στην ιστορία, να εκραγεί και να λάμψει εκτυφλωτικά- οι άλλες πλευρές να βουλιάξουν στο σκοτάδι της συνήθειας και της φθοράς. Δεν ενδιαφέρει τελικά το τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές κι αν μερικοί απ΄ αυτούς καθώς μεγάλωναν, μίκραιναν πολύ. Εκείνο που έχει σημασία στην εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν είναι το «δράμα» των χαρακτήρων αλλά ο «επικός» πυρήνας, δηλαδή η Πράξη που συντελέστηκε και που πάντα απευθύνει το ερώτημα: «Αν χρειαζόταν, θα μπορούσαν να ηχήσουν ξανά τα ίδια συνθήματα;». Αυτό το ερώτημα οι νέες γενιές δεν μπορούν να το αποφύγουν. Θα το απαντήσουν υποχρεωτικά και με τον δικό τους τρόπο αργά ή γρήγορα, την ώρα που οι γονείς τους θα μελαγχολούν, θα νοσταλγούν ή θα χασμουριούνται πάνω από το άδειο ποτήρι τους.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Και στα δικά μας

O Ομπάμα είναι ο πρώτος Αφροαμερικανός πρόεδρος των ΗΠΑ. Η ανάδειξή του στην εξουσία έχει κι άλλες ενδιαφέρουσες πτυχές. Η προσωπικότητά του είναι αδιαμφισβήτητα «σαγηνευτική». Ποιος άλλος θα κινητοποιούσε τόσο κόσμο; Ποιος άλλος θα έκανε τις αμερικανικές εκλογές υπόθεση τόσων πολιτών του πλανήτη χωρίς αμερικανική υπηκοότητα; Η πορεία προς τη νίκη όμως είχε και άλλους ήρωες. Λιγότερο γνωστούς, αλλά εξίσου ενδιαφέροντες. Εμένα αυτός που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση είναι ο John Favreau. Ποιος είναι αυτός και γιατί τέτοιος ενθουσιασμός; Ο άνθρωπος που γράφει τους λόγους του Ομπάμα και είναι μόλις 26 χρόνων. Ο Favs, όπως τον αποκαλούν χαϊδευτικά όλοι στο επιτελείο του προέδρου, δεν διαφέρει και πολύ από τους συνομηλίκους του. Έχει σχεδόν παιδικό πρόσωπο και έχει δηλώσει ότι είναι δύσκολο να κάνει σοβαρή σχέση με το επάγγελμα που διάλεξε. Όπως όμως είπε και ένας φίλος μου, «αυτό δεν είναι δουλειά, είναι φαντασίωση». Στα 26 σου να γράφεις τους λόγους του πλανητάρχη δεν είναι και μικρό κατόρθωμα. Πόσω μάλλον αν γράφεις τους λόγους ενός ανθρώπου που φαίνεται να «ηλεκτρίζει» κάθε λογής ακροατήριο σε κάθε γωνιά της γης. Θα συνέβαινε ποτέ αυτό στην Ελλάδα; Η ερώτηση είναι ρητορική, γιατί όλοι ξέρουμε την απάντηση. Η ευλαβική προσήλωση στην επετηρίδα θα έριχνε τον Favs σε κάποιο γραφείο να διεκπεραιώνει γραφειοκρατικές υποχρεώσεις. Ο ηλικιακός ρατσισμός είναι καθημερινή πραγματικότητα για τους εργαζόμενους που έχουν την «ατυχία» να βρίσκονται λίγο πριν ή λίγο μετά τα 30. Ο τρόπος για να κερδίσεις τον σεβασμό στο εργασιακό περιβάλλον δεν είναι η απόδοσή σου ή οι ιδέες σου. Είναι η εμπειρία που αποκτάς με την πάροδο του χρόνου. Όλα τα προηγούμενα δεν έχουν σημασία, αν δεν έχουν γκριζάρει λίγο τα μαλλιά σου. Γι΄ αυτό λοιπόν, συμφωνείτε ή όχι με την Αμερική γενικά και τον Ομπάμα ειδικότερα, νομίζω πρέπει να αναγνωρίσετε κάτι. Είναι μια χώρα που «όλα είναι πιθανά», όπως άλλωστε έγραψε ο Favs και είπε ο Ομπάμα στην επινίκια ομιλία του. «Είτε είσαι νέος, γέρος, φτωχός, πλούσιος, δημοκρατικός, ρεπουμπλικανός, μαύρος, λευκός, ισπανόφωνος, Ασιάτης, Ινδιάνος, ομοφυλόφιλος, ετεροφυλόφιλος, άτομο με ειδικές ανάγκες ή όχι»- αν μου επιτρέπετε να παραφράσω λίγο ένα από τα γνωστότερα πονήματα του 26χρονου Favreau.

Λίγο σεμνά τα δισ.

Πάρτε καλέ τα δισ., χαρά μας να σας τα δώσουμε... Μα όχι, τι λέτε, δεν γίνεται, δεν είναι σωστό, εδώ είστε στα μέρη μας, πρέπει εμείς να κεράσουμε, δικός μας είναι ο γάμος! Δεν το συζητώ, αφού κάναμε το συνοικέσιο, έτσι δεν είναι, αν δεν το είχαμε σκεφτεί εμείς, να σας φέρουμε σε επαφή με το πλήθος αυτό των υπηκόων μας, θα είχε χαθεί ένα μεγάλο ειδύλλιο. Χμμ, έτσι νομίζετε; Κι εμείς γιατί έχουμε την εντύπωση ότι δεν υπήρχε περίπτωση να χαθούμε με τους υπηκόους σας; Γιατί ξέρετε ότι δεν τους αρέσει να νιώθουν υπήκοοι, αυτό είναι το μυστικό. Μόλις σηκώσουν λίγο ανάστημα δεν θέλουν να είναι υπάκουοι. Κι αμέσως νομίζουν ότι μπορούν να χτίσουν το δικό τους σπίτι, να πάρουν το δικό τους αυτοκίνητο, να παντρευτούν, να κάνουν τα δικά τους παιδιά, οπότε καταλαβαίνετε τι συμβαίνει: έρχονται σε μας. Κι εκεί ξεχνούν πως είναι υπήκοοι, γι΄ αυτό μην τους μπερδεύετε τώρα με τέτοια δώρα που μας κάνετε μπροστά τους. Δεν το έχουν καταλάβει ότι έχουμε σχέση. Έρχονται σε μας επειδή θέλουν να αισθανθούν ελεύθεροι. Κρύψτε τα λεφτά στην τσέπη μια στιγμή, κι ελάτε εδώ παρακάτω να τα μετρήσουμε διακριτικά, μην προκαλούμε. Είναι παράνομος ο δεσμός μας, ή μάλλον πρέπει να είναι κρυφός. Μην εκτεθούμε, χαλάει το αλάτι της συνταγής. Θα τους προβληματίσουμε με αυτό το σούρτα-φέρτα, όλη αυτή η ελευθερία, η ατομικότητα που ενισχύουμε και οικειοθελώς μας την ακριβοπληρώνουν, να βρίσκεται στα χέρια σας έτσι ξαφνικά; Λίγο σεμνά τα δισ., ας κρατήσουμε τα προσχήματα, ο ψυχολογικός παράγων έχει μεγάλο βάρος στο πόσο ακριβής θα είναι η εξόφληση της δόσης του δανείου.