Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008
Αμερικανικος εφιαλτης
Η εφημερίδα...
... «Γουόλ Στριτ Τζόρναλ» έλεγαν κάποτε πως είναι το «ημερολόγιο του αμερικανικού ονείρου». Τις τελευταίες ημέρες μοιάζει περισσότερο με ημερολόγιο του αμερικανικού εφιάλτη. Εξαιτίας φυσικά της οικονομικής κρίσης που προκαλεί μεγάλες δυσκολίες στον αμερικανικό λαό.
Το παράδειγμα...
... όμως που διάλεξε η εφημερίδα στις εσωτερικές της σελίδες είναι μάλλον ατυχές. Θα μπορούσε να είχε προτιμήσει τους δύστυχους φορολογουμένους που πληρώνουν τα σπασμένα των τραπεζιτών. Όμως, όχι, η εφημερίδα επέλεξε να διηγηθεί την πικρή ιστορία της κυρίας Άσερ. Η κυρία Άσερ είχε κλείσει ραντεβού με ένα νοσοκομείο για να κάνει πλαστική εγχείρηση στη μύτη της δεκαεξάχρονης κόρης της. Όμως, όταν ήρθε εκείνη η ώρα, ανακάλυψε πως δεν είχε τα λεφτά. Μιλάμε για τέτοιες στερήσεις! Τελικά, όμως, βρέθηκε η λύση. Ο γιατρός προσφέρθηκε να κάνει την εγχείρηση στο ιατρείο του κι έτσι η κόρη της κυρίας Άσερ απέκτησε την καινούργια της μύτη (το αμερικανικό όνειρο, αν και αμερικανικό, απαιτούσε πάντα μια γαλλική μύτη). Τόσο άσχημα πηγαίνουν λοιπόν τα πράγματα στην Αμερική;
Σε μια άλλη...
... σελίδα της αμερικανικής εφημερίδας ξεχειλίζει η θλίψη. Ένας πονεμένος επιχειρηματίας εκφράζει την απογοήτευσή του που δεν μπόρεσε να αγοράσει παραλιακή έκταση αξίας 15,7 εκατομμυρίων δολαρίων στην ακτή του Ατλαντικού, επειδή τα έχασε όλα στο χρηματιστήριο. Πόσο καταλαβαίνουμε τον πόνο του! Ο πόνος είναι όμως πολύ πιο σουβλερός στη γειτονιά της Γουόλ Στριτ. Θυμάστε εκείνη την επενδυτική τράπεζα, τους Λίμαν Μπράδερς, που έπαιζε «αέρα» και βάρεσε κανόνι; Όπως γράφει η «Γουόλ Στριτ Τζόρναλ», ο (πρώην πια) πρόεδρός της Τζο Γκρέγκορι (που αμειβόταν με 17.000 δολάρια την ώρα) αναγκάστηκε να πουλήσει το ελικόπτερο με το οποίο πήγαινε στη δουλειά του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κρέμασε την επιγραφή «Πωλείται» στην αξίας 32,5 εκατομμυρίων δολαρίων κατοικία που διαθέτει στο Χάμτονς. Όμως, το χτύπημα που δέχτηκε από τη μοίρα το αφεντικό του κυρίου Γκρέγκορι, ο Ρίτσαρντ Φουλντ, είναι ακόμη πιο ταπεινωτικό: αθόρυβα και διακριτικά βγάζει στο σφυρί την προσωπική του συλλογή από έργα τέχνης αξίας 20 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο κύριος Φουλντ και η σύζυγός του ελπίζουν να τα εκποιήσουν στη Μόσχα, το Λονδίνο ή το Μανχάταν. Σύμφωνα με το περιοδικό «Φορμπς», τα περυσινά έσοδα του κυρίου Φουλντ ανήλθαν σε 71,9 εκατομμύρια δολάρια. Θεέ μου (αν υπάρχει Θεός, ύστερα από όλα αυτά), κάνε το θαύμα σου ώστε ο οβολός των φτωχών φορολογουμένων να πιάσει τόπο και να σωθούν όλες αυτές οι ανεκτίμητες περιουσίες!
Το καλό...
... είναι πως ο κύριος Φουλντ δεν θα αναγκαστεί να βάλει πωλητήριο και στο ιδιωτικό του γήπεδο τένις. Με όλα αυτά, ο Αμερικανός αρθρογράφος Άλεξ Μπιμ μάς θύμισε κάτι από τα απομνημονεύματα του κόμη ντε Σεγκίρ για την υποχώρηση του Ναπολέοντα από τη Ρωσία: οι στρατιώτες της μεγάλης στρατιάς του καταβρόχθιζαν τους τραυματισμένους συντρόφους τους πριν ακόμη ξεψυχήσουν. Και για να προλάβουμε τους κακοήθεις: Όχι, δεν δίνουμε ιδέες!
Ο ιδρώτας βλάπτει σοβαρά το κινητό
Το ξέρατε ότι το κινητό σας μπορεί να οξειδωθεί - κοινώς να πάρει νερό - από τον καλοκαιρινό ιδρώτα; Εγώ, πάντως όχι, αλλά το άκουσα και αυτό!
Μια ωραία ημέρα, πριν από περίπου δύο μήνες, η ολοκαίνουργια- μόλις εφτά μηνών- συσκευή μου σταμάτησε να λειτουργεί. «Φόρεσε» τη μαύρη οθόνη και απο τότε έμεινε πεισματικά στο... σκοτάδι. Τι να το κάνεις όμως, αφού άμα καεί η οθόνη το κινητό είναι για πέταμα. Με την εγγύηση στα χέρια κατευθύνθηκα στο πλησιέστερο κατάστημα για να μου το επισκευάσουν. Ένας μήνας πέρασε και όταν έλαβα το μήνυμα- το οποίο παρεμπιπτόντως έφτασε στην απαρχαιωμένη «παντόφλα» που κουβαλούσα πριν χρόνια- να πάω να παραλάβω την αστραφτερή, μοντέρνα και πάνω απο όλα hi tech συσκευή μου, δεν έχασα ούτε ένα λεπτό.
Τσάμπα όμως, πήγε η χαρά μου αφού από ό,τι έμαθα εκ των υστέρων «η επισκευή του κινητού είναι πιο ακριβή από την ίδια τη συσκευή»! Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα: Δηλαδή, πώς είναι δυνατόν ένα εξάρτημα να είναι πιο ακριβό από το ίδιο το κινητό;
Τα παράλογα όμως δεν σταματούν εδώ- δυστυχώς για εμένα. Μου είπαν πως το κινητό πήρε νερό. Δίνω τον λόγο της τιμής μου πως δεν μου έπεσε ούτε στη θάλασσα, ούτε στην μπανιέρα, ούτε καν στον νιπτήρα. «Δεν έχει σημασία. Ακόμη κι αν το έχετε μαζί σας την ώρα που κάνετε ντους, μπορεί να οξειδωθεί εξαιτίας των ατμών», μου είπαν.
Το «καλύτερο» όμως το άκουσα από την υπάλληλο της ίδιας της αντιπροσωπείας, η οποία μου άνοιξε στην κυριολεξία τα μάτια όταν μου εκμυστηρεύτηκε το πόσο κακό κάνει ο καλοκαιρινός ιδρώτας στα κινητά- και δεν ήμουν σε θέση να γελάσω, γιατί εκείνη την ώρα έκλαιγα τα ευρώ μου. Ακόμη τα κλαίω δηλαδή, αφού ο καταναλωτής στην Ελλάδα έχει πάντα... άδικο.
Οι σοβαροί και η αφελής
Βαρέθηκα να ακούω στο ραδιόφωνο όλο το πρωί χθες τους πολιτικούς αναλυτές να τα βάζουν με την Μπεζαντάκου. Δεν την ξέρω τη γυναίκα, φαίνεται όμως ότι όσοι κάνουν ραδιόφωνο την ξέρουν καλά. «Δεν έχει διαβάσει ποτέ της το Σύνταγμα!», μας διαβεβαίωσε πρωί πρωί ένας συνάδελφος, ο οποίος υποστήριζε ότι είναι ντροπή μια τραγουδίστρια να γράφει στον Πρωθυπουργό. Γιατί όμως, δεν κατάλαβα. Ούτε και για ποιον είναι ακριβώς η ντροπή. Ίσως, απλούστατα, να είναι η μισή δική της και η μισή δική του, εκτός αν μπαίνουμε και οι υπόλοιποι στη μοιρασιά, οπότε το μισό γίνεται ένα τρίτο. Κατά τα άλλα, μου έκανε εντύπωση το πως όλοι όσοι έσερναν τα εξ αμάξης στην κυρία Μπεζαντάκου επειδή τόλμησε να γράψει ανοιχτή επιστολή στον Πρωθυπουργό και να επικαλεστεί το Σύνταγμα, ένιωθαν απόλυτα σίγουροι ότι κάθε ακροατής συμφωνεί μαζί τους. Μήπως έχει βγει νόμος που ορίζει ότι οι τραγουδίστριες χάνουν τα πολιτικά τους δικαιώματα; Δεν είναι πολίτες, δεν ισχύει το Σύνταγμα γι΄ αυτές; Κι αυτός που την ξέρει τόσο καλά, της έχει κάνει προφορική εξέταση στο Σύνταγμα, πώς μπορεί να αποκλείσει ότι το διάβασε εν τω μεταξύ; Υπάρχει όριο ηλικίας στο πότε κάποιος διαβάζει το Σύνταγμα; Όχι, απλώς εννοούσαν ότι τα σέξι κορίτσια δεν πρέπει να ανακατεύονται με την πολιτική, αν ονειρεύονται κάποτε να δίνουν εκ βαθέων συνεντεύξεις σε πολιτικούς αναλυτές, που θα κάθονται στα πόδια τους και θα τα κοιτούν στα μάτια. Τα περί ελευθερίας λόγου των βουλευτών που επικαλέστηκε πάντως, δεν συζητήθηκαν. Αυτό δα έλειπε, να χάσουμε τόσο τη σοβαρότητά μας. Αν είναι να μιλάμε για μαντριά, για αρνιά και για λύκους, έχει καλώς, δεν θα εμπλακούμε σε κουβέντα για το Σύνταγμα με την αρτίστα...
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008
Εγγυημενο εισοδημα
Τα σχόλια...
... που ακούγονται και γράφονται τις τελευταίες μέρες για τους Ιρλανδούς είναι τα περισσότερα εχθρικά και μοχθηρά. Σαν να ήταν έγκλημα η απόφασή τους να εγγυηθούν στο ακέραιο (100%) τις οικονομίες των καταθετών που βρίσκονται στις ιρλανδικές τράπεζες. Έτσι- έγκλημα- χαρακτηρίζουν την ιρλανδική απόφαση αυτοί που μας έχουν συνηθίσει να σώζουν με τα λεφτά των φορολογουμένων μονάχα τραπεζίτες.
Οι επικριτές...
... της Ιρλανδίας ασφαλώς αγνοούν ότι, στην πορεία των οκτώ προηγούμενων αιώνων, οι Ιρλανδοί έμαθαν να είναι βέβαιοι για ένα πράγμα: πως δεν μπορούν ποτέ να βασίζονται παρά μονάχα στον εαυτό τους. Παράδειγμα, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το Πάσχα του 1916, γράφει η δημοσιογράφος Γιολέιν Μέιλετ, όταν οι Βρετανοί που κατείχαν τη χώρα τους προσπάθησαν να τους παρασύρουν και να τους στρατολογήσουν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, οι Ιρλανδοί εξεγέρθηκαν. Και προτίμησαν να πολεμήσουν τον Βρετανό κατακτητή, παρά να ενταχθούν στις τάξεις του στρατού του για να συμετέχουν σε έναν πόλεμο που δεν ήταν δικός τους. Μετά την εξέγερση του 1916, η αντίδραση των Βρετανών ήταν άμεση και σκληρή. Βρετανικές πολιτοφυλακές από βετεράνους του πολέμου έκαναν όργια στο νησί (όσοι έχουν δει την ταινία του Κεν Λόουτς «Όταν φυσάει ο άνεμος», θα καταλάβουν). Όταν πια απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, το 1922, οι Ιρλανδοί είχαν καταλάβει καλά ένα πράγμα: πως αν δεν έπαιρναν οι ίδιοι την τύχη της χώρας τους στα χέρια τους, κανείς δεν θα πήγαινε να τους βοηθήσει. Έτσι σκέφτονται μέχρι σήμερα οι Ιρλανδοί, βάζοντας πάνω από όλα το συμφέρον της χώρας τους (απόδειξη η καταψήφιση της Συνθήκης της Λισαβώνας).
Η μονομερής...
... απόφαση των Ιρλανδών σίγουρα χαλάει την πιάτσα. Καταθέτες από άλλες χώρες συρρέουν στις ιρλανδικές τράπεζες, αναζητώντας ένα αξιόπιστο και ασφαλές καταφύγιο για τα χρήματά τους. Η εγγύηση των καταθέσεων στο ακέραιο υπονομεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, φωνάζουν εξοργισμένοι οι ευρωκράτες των Βρυξελλών. Τουλάχιστον καταλάβαμε επιτέλους πώς εννοούν αυτόν τον ανταγωνισμό: να είναι πάντα εγγυημένα μονάχα τα κέρδη των τραπεζιτών και να πέφτουν πάντα οι ζημιές τους στις πλάτες των καταθετών.
Η ιρλανδική...
... πρωτοβουλία έπιασε τους ευρωκράτες στον ύπνο. Με θέμα το ύψος εγγύησης των καταθέσεων, ο Σαρκοζί συγκάλεσε σε κατάσταση πανικού ένα διευθυντήριο, αποτελούμενο από τους ηγέτες της Γερμανίας, της Βρετανίας και της Ιταλίας, αγνοώντας τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Άραγε θα πρόκειται για ένα “αποφασίζουμε και διατάζουμε;”» διαμαρτυρήθηκε ο Φινλανδός υπουργός Οικονομίας. Και την ίδια ώρα που άλλες χώρες ορθώνουν το ανάστημά τους για να αποτινάξουν τον ζουρλομανδύα των Βρυξελλών, παρατηρούμε το θλιβερό θέαμα ησσόνων ηγετών να δεσμεύονται «πολιτικά» πως εγγυώνται το σύνολο των καταθέσεων στις χώρες τους, ενώ την ίδια ώρα γλείφουν τους ευρωκράτες για να τους επιτρέψουν να εγγυηθούν κάτι παραπάνω από τα 20.000 ευρώ. Όμως, σε τέτοιες ιστορικές στιγμές χρειάζονται ιρλανδικά κότσια, που σίγουρα δεν τα έχουν οι πολιτικοί απατεώνες.
Το παιδί της ζούγκλας
Oι αποδράσεις στη φύση δεν δρουν καθόλου κατευναστικά επάνω μου. Ίσα ίσα που με αφήνουν με ένα δυνατό ανικανοποίητο και γυρνώ στην Αθήνα σκασμένος.
Αν είχα, λέω, ένα 4Χ4, θα πήγαινα πιο βαθιά στους χωματόδρομους· αν τα παπούτσια μου είχαν βεντούζες, θα την κατέβαινα εκείνη την πλαγιά· αν το μπουφάν μου είχε αλεξικέραυνο, θα έβγαινα βόλτα στο δάσος με βροχή· κι αν είχα το κατάλληλο σκάφανδρο, θα έμπαινα στο ποτάμι μέχρι τον λαιμό.
Όσο για το τελευταίο, κάτι έκανα αυτή τη φορά. Γύρισα τα μπατζάκια του παντελονιού μου, τσαλαβούτηξα στα αβαθή του Λούσιου ίσα με τους αστράγαλους κι ένιωσα σχεδόν σαν τον Μόγλη, το παιδί της ζούγκλας. Κι όταν γονάτισα στην όχθη κι έσκαψα με τα νύχια για να βγάλω από το χώμα δυο βολβούς γεμάτους δροσερά κυκλάμινα, αισθάνθηκα περίπου σαν τη Χάιντι τη μικρούλα των Άλπεων.
Αδιαφορώντας για την κρίση του καπιταλισμού και τα ζόρια του σχεδίου Πόλσον, τύλιξα τους θησαυρούς μου στις ροζ σελίδες των κυριακάτικων εφημερίδων και δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω σπίτι. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δυο τούφες από ρόδινα κεφαλάκια σκάνε μύτη στο βάθος της ζαρντινιέρας με τους πιο προστατευτικούς θάμνους που διαθέτει η βεράντα μου. Το καλό που τους θέλω είναι να σκύψουν πάνω από τα κυκλάμινά μου με στοργή σαν νά ΄τανε δικά τους παιδιά κι ακόμη καλύτερα.
Τι να τον κάνω τον θυμό;
Είχε στ΄ αλήθεια θυμώσει ο λαός, την εβδομάδα που ανατράπηκαν τα αποτελέσματα στα γκάλοπ; Ήταν μια, ήταν δυο μονάδες, ήταν κλάσματα, ήταν προβάδισμα, ήταν αλήθεια; Μπορεί μερικοί να είχαν ήδη θυμώσει από την εποχή των δομημένων ομολόγων, άλλοι από την εποχή των υποκλοπών, άλλοι από το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, από το περήφανο βέτο, από τη βάση του 10, από τα φορολογικά, ή απλώς από αυτούς τους συνεχόμενους άχρηστους τσαμπουκάδες. Αλλά τι να τον κάνεις τον θυμό αφού τον μετρήσεις; Δεν είναι γλαστράκι να τον βάλεις στο παράθυρο και να τον ποτίζεις, να τον κρατήσεις ζωντανό ώς τις εκλογές. Είναι και βλαβερός σαν συναίσθημα, χαλάει τη χώνεψη, εντείνει το στρες και επιβαρύνει τα καρδιαγγειακά. Οπότε, τι να κάνουμε, μάλλον ξεθυμώνουμε σιγά σιγά, έχουμε τις δουλειές μας, τόσα τρεχάματα. Και σε λίγο ξεχνάμε, μας κατακτά, σαν την υγρασία του καινούργιου κλίματος, και μας διαβρώνει, η συνήθεια. Συνηθίζουμε τους θρασείς και κυνικούς υπουργούς, τους αδίστακτους πρωθυπουργικούς συμβούλους που βρίζουν το σύμπαν επειδή καταδικάστηκαν για ποινικά αδικήματα, που δεν ντρέπονται καθόλου. Συνηθίζουμε αυτή την καταπληκτική έλλειψη ντροπής. Τι βλαβερό συναίσθημα, τι ελάττωμα μεγάλο το να ντρέπεσαι, κοίτα πόσο πρόκοψαν οι ανενδοίαστοι, σκεφτόμαστε. Φαίνεται ώρες ώρες τόσο αεροστεγές το σύστημα, τόσο αποπνικτικό και από παντού προστατευμένο, που μπορεί να μετανιώσει κανείς για όποια ουσιαστικά πολιτική προσπάθεια έκανε στη ζωή του, για όποια στιγμή φέρθηκε έντιμα. Αντί να μας μετράνε τον θυμό με γκάλοπ, σαν παιδική ασθένεια που περιμένεις να περάσει, να ακούγαμε μια λογική κουβέντα, να θυμόμασταν πέντε ουσιαστικά πράγματα, πριν εντελώς πωρωθούμε, πριν εντελώς γλιστρήσουμε στην παραίτηση και τη μοιρολατρία;
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008
Η «ζημιά» κάνει τους άντρες...
Την εβδομάδα που μας πέρασε ζήσαμε μεγάλες καλλιτεχνικές στιγμές. Παρακολουθούσαμε ταυτόχρονα τη Βαγκνερική όπερα «Ντάου Τζόουνς Κραχ Καπούτ» κι από την άλλη το κωμειδύλλιο «Του Δαϊλάκη η Μάνα κάθονταν». Στο σπίτι μας τα χάσαμε εντελώς. Η δικιά μου είχε πάρει αγκαλιά το τηλεκοντρόλ και αρμένιζε στους διαδρόμους του Αμερικανικού Κογκρέσου. Μπαινόβγαινε στις συχνότητες του BBC και του CNN και τις νύχτες παραμιλούσε στον ύπνο της για μια τύπισσα, να δεις πώς τη λένε, Νάνσι Πελόζι (ποια είναι αυτή η σουρτούκω; ).
Εγώ πάλι, που είμαι πιο έξτρα τρία τύπος, παλλόμουν στους ρυθμούς της εξέγερσης Δαϊλάκη. Τον άνθρωπο ούτε που τον ήξερα (μήπως τον ήξεραν άλλοι, που είναι δουλειά τους να τον ξέρουν;). Αλλά μπήκε στη ζωή μου τόσο δυναμικά, τόσο με τις μπάντες, που μέσα σε λίγες ώρες είχα μάθει τα πάντα για τη ζωή και το έργο του. Τι είπε ο Δαϊλάκης, σε ποιον, από πού έρχεται, τι πίνει, πού πάει, ποιους γουστάρει και, κυρίως ποιους ΔΕΝ γουστάρει - και δεν τραβάει κανένα ζόρι να το δηλώσει. Μέσα στη σύγχυση, κάποιος έξυπνος σκέφτηκε να τον «υποσκάψει» διαδίδοντας ότι του αρέσουν τα γλέντια και ότι συμπαθεί τη Στέλλα Μπεζαντάκου;
Εννοείται ότι επί τόπου ιδρύθηκε το «φαν κλαμπ Δαϊλάκη»: Πάμε και Βουλή, πάμε και μπουζούκια, κάνουμε και ζημιές, και στο τσακίρ κέφι ρίχνουμε καμιά κυβέρνηση, χαλαρά και ξώφαλτσα: Πώς φεύγει, ας πούμε, το τραπέζι ολόκληρο, μαζί με τα γαρύφαλλα, τις φιάλες και τα παρελκόμενα κατευθείαν στην τραγουδίστρια; Με τη μία, αν είναι το τραγούδι καλό. Ζημιά να γίνεται! Τελικά, για μια ζημιά παίζεται και η όπερα και το κωμειδύλλιο. Με κάτι μικροδιαφορές μερικών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Και από «ζημιές» είμαστε μαθημένοι: Πόσο κάνει, μάστορα, να πληρώσουμε!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)