Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
Δεν ξέρω, δεν απαντώ
Να ψηφίζουν οι ομογενείς; Δεν ξέρω, δεν απαντώ, αλλά τότε γιατί να ψηφίσω; Πάντα έχω την απορία με την επιλογή αυτή. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι «ομογενής». Η ελληνική ιθαγένεια είναι ιδιαίτερα ανθεκτική, αλλά πόσες γενιές διατηρείται; Έλληνας μπορεί να θεωρηθεί το παιδί ενός Έλληνα που μπορεί να είναι παιδί ενός άλλου Έλληνα και κανείς από τους δύο να μην έχει πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα. Η ιθαγένεια μεταβιβάζεται σαν το DΝΑ, αλλά δεν αδυνατίζει όπως τα γονίδια. Κι αυτό το DΝΑ πολύ το πιπιλάμε στην Ελλάδα τελευταία, ξεχνώντας ότι είναι κάτι που αλλάζει σε κάθε άτομο. Κοντεύουμε να πιστέψουμε πως είναι κάτι αναλλοίωτο που περνάει από γενιά σε γενιά και κάπου μέσα, λέει, έχουν βάλει οι προπαππούδες μας το γνήσιο ελληνικό γονίδιο, τη σφραγίδα. Στο μεταξύ στην Ελλάδα κατοικούν όλο και περισσότεροι μετανάστες που εγκαταστάθηκαν μόνιμα εδώ και για να πάρουν αυτοί το δικαίωμα ψήφου και την ιθαγένεια πρέπει να περάσουν από σαράντα κύματα και να μάθουν και για τον Προκόπιο. Γεννιούνται εδώ παιδιά που οι γονείς τους δεν έχουν ιθαγένεια και δεν ψηφίζουν, και ούτε αυτά θεωρούνται Έλληνες, κι ας μεγαλώνουν εδώ και ας πηγαίνουν σε ελληνικά σχολεία. Δηλαδή ο νόμος δίνει δικαιώματα σύμφωνα με το δίκαιο της καταγωγής και αποκλείει άλλους από δικαιώματα πάντα με το ίδιο δίκαιο, την ίδια λογική. Και δεν σκέφτηκε κανείς να προτείνει με την ευκαιρία του δικαιώματος ψήφου στους ομογενείς να μιλήσει για δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες, να κάνει διπλό άνοιγμα. Δεν είναι ρατσιστική λογική αυτή;
Δεν ξέρω, δεν απαντώ. Ή μήπως ξέρω, αλλά δεν αντέχω να το σκέφτομαι;
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Αγέλαστο μπετόν
Καθώς ανεβαίνει το τρόλεϊ την Αλεξάνδρας και κρατιόμαστε όλοι βογκώντας ελαφρά από τις χειρολαβές, σαν να βάζουμε ώμο στην ανάβαση κι εμείς, μια φωνή πίσω μας από μεγάφωνο μας ξαφνιάζει. «Το τσίρκο κυρίες και κύριοι έφτασε ξανά στην πόλη σας! Το αγαπημένο σας τσίρκο!» Γυρίζουμε όλοι μηχανικά το κεφάλι, αν και δεν το θέλουμε, απεναντίας προτιμούμε να διατηρήσουμε τη σοβαρότητα και το κύρος μας που απειλούνται από τα απότομα φρεναρίσματα, τα τραντάγματα και τα τριξίματα του δυσκίνητου οχήματος, αλλά είναι τόσο παράξενη αυτή η φωνή, τόσο άσχετη με το περιβάλλον, που δεν κρατιόμαστε. Γυρίζουμε. Είναι όντως το κλειστό φορτηγάκι ενός τσίρκου, έξω έχει ζωγραφισμένα τεράστια πρόσωπα κλόουν με κόκκινες μύτες και λευκά περιγράμματα στα μάτια, ακροβάτες που κρέμονται από σκοινιά, τίγρεις που μας αγριοκοιτάνε, στην οροφή έχει μεγάφωνο. Νομίζει ότι βρίσκεται ποιος ξέρει πού, σε κάποια επαρχιακή λουτρόπολη στη δεκαετία του ΄60, στον θεσσαλικό κάμπο πριν από τις κοινοτικές επιδοτήσεις; Έχασε τον δρόμο του; Πώς φαντάζεται ότι θα συγκινήσει επιβάτες στριμωγμένους που νιώθουν τη ζωή τους να λεηλατείται από την αργή πορεία των ΜΜΜ, διαβάτες κουμπωμένους που τρέχουν να προλάβουν να ξεκουραστούν λίγο στο σπιτάκι τους, βιαστικούς και σαρκαστικούς, πώς φαντάζεται ότι θα βρει τον δρόμο μέχρι τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες τους; Δεν ξέρει ότι έχουν χορτάσει από τσίρκα στην τηλεόραση, τσίρκα κυριολεκτικά και μεταφορικά, με δυσκολία θυμούνται να πήγαν μια φορά στη ζωή τους σε αληθινή παράσταση, ότι δεν περισσεύει εδώ χώρος για τέτοια, ούτε χρήμα, ούτε όρεξη; Ξαναγυρίζουμε το κεφάλι έξω, στο αδιάφορο τοπίο, στη σοβαρότητά μας, στη βαριά μας διάθεση, δεν είμαστε για τέτοια εμείς, κάνουμε ότι δεν ακούμε αυτή τη φωνή του τσίρκου που δεν μπορεί ούτε πειρασμός να γίνει.
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
Σεληνόφως στη λιακάδα
Ξυπνώντας Κυριακή με νότες από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος μέσα σε λαμπερή λιακάδα, νόμιζα πως ονειρευόμουν. Σαν να είχε έρθει ταυτόχρονα η άνοιξη και η βασιλεία της κλασικής μουσικής στη χειμωνιάτικη καθημερινότητα, που ταλανίζεται από καινούργια σουξέ στον ακάλυπτο και μυστήρια σάουντρακ στην οικογενειακή ζωή. Μα ποιος έπαιζε; Κάποιος καινούργιος γείτονας, κάποια δασκάλα πιάνου ίσως που εξασκείται, άνοιξε τα παράθυρα να απολαύσει τον πρωινό ήλιο και μας χαρίζει γενναιόδωρα λίγες νότες αταίριαστες με το αθηναϊκό τοπίο, να γελάσει με την έκπληξή μας;
Λίγα χρόνια πριν θα έτρεχα να μάθω ποια είναι, μήπως δίνει μαθήματα κατ΄ οίκον, να αναλάβει τα παιδιά μου, αλλά τώρα αυτά έχουν τελειώσει. Μεγάλωσαν και χειραφετήθηκαν από ό,τι προσπάθησα να τους επιβάλω, της μουσικής διδασκαλίας συμπεριλαμβανομένης. Επί σειρά ετών ενίσχυσα τα ωδεία χωρίς κανείς να με υποχρεώσει, από καθαρά προσωπική πρωτοβουλία και φιλοδοξία, μαζί με χιλιάδες άλλους γονείς, σιωπηλά, διακριτικά, υπομονετικά. Εκπαιδευτικά έξοδα που δεν καταγράφονται, δεν θεωρούνται απαραίτητα, δεν εγείρουν απαιτήσεις, δεν εκπίπτουν από την εφορία.
Πόσες φορές με τους άλλους γονείς δεν προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, απολογούμασταν σχεδόν ο ένας στον άλλον, γιατί επιμέναμε στις σπουδές πιάνου σε μια χώρα που δεν εκτιμά ιδιαίτερα την κλασική μουσική, δεν ανοίγει προοπτικές μουσικής καριέρας, δεν ευνοεί καν ερασιτεχνικές ευκαιρίες μουσικής παραγωγής και δημιουργίας. Τι είχαμε στον νου μας, τι φανταζόμασταν, είχαμε ομολογήσει ποτέ; Τι σόι ενθύμιο θέλαμε να χαρίσουμε, δεν φοβόμασταν τις χαμένες προσδοκίες;
Είναι η μουσική, αν δεν την υπηρετείς συστηματικά, σύντροφος που μπορεί να σου σταθεί, να σε βοηθήσει κάποια στιγμή; Δεν ξέρω, αν και τελικά από το δικό μας πιάνο ακουγόταν η σονάτα όλη μέρα χτες, από τον μαθητή που ξαφνικά θυμήθηκε το πιάνο του, στη μέση της χρονιάς των Πανελληνίων.
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
Γυναίκες στα πρόθυρα (οικονομικής) κρίσης
Αν οι επιστήμονες ψάχνουν μια σίγουρη απόδειξη ότι άντρες και γυναίκες είναι δύο εντελώς διαφορετικά είδη, δεν έχουν παρά να τους εξετάσουν τώρα, κάτω από τις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης.
Μπαίνω σε μια παρέα: Τα αγόρια (όλων των ηλικιών), ό,τι δουλειά κι αν κάνουν, από τραγουδιστές μέχρι φαρμακοποιοί, έχουν μια γενική συναίσθηση των μεγεθών και των διακυμάνσεων της αγοράς. Μιλάνε με ποσοστά, καταλαβαίνουν, σε γενικές γραμμές, τι σημαίνει «επιτήρηση» και δανειοληπτική αξιοπιστία. Το τελευταίο τους φετίχ είναι οι «δείκτες σπρεντ» και ο Δρακουμέλ Μάντοφ. Οσο περισσότερα ξέρουν για τις κινήσεις του διεθνούς κεφαλαίου τόσο έχουν την ψευδαίσθηση ότι ελέγχουν κάπως την κατάσταση.
Οι γυναίκες τώρα: αντιλαμβάνονται την κατάσταση με εντελώς διαφορετικό τρόπο: Σκεφτόντε με εικόνες, και μάλιστα συγκεκριμένες. Η λέξη «κρίση» δεν σημαίνει απολύτως τίποτα στο μυαλό τους αν δεν τη συνδέσεις με ένα αντικείμενο: Ενα κοτόπουλο, ας πούμε. Τρία τέταρτα πεκορίνο. Δύο βιολογικά μπρόκολα. Ενα ζευγάρι παπούτσια συγκεκριμένης μάρκας, μοντέλου και απόχρωσης.
Στις παρέες, η «ύφεση» μας έχει χωρίσει. Στη μια μεριά του σαλονιού, οι γυναίκες μιλάνε για εξωφρενικούς λογαριασμούς σούπερ μάρκετ, σχολικά δίδακτρα-φαρμακείο και παράλογες χρεώσεις σε ένα απλό μανικιούρ (ούτε καν γαλλικό) στο συνοικιακό κομμωτήριο.
Την ίδια στιγμή, γύρω από το τραπέζι, με σβησμένα τα πούρα της ευμάρειας, οι άντρες μουρμουρίζουν κάτι ακατάληπτα πυθιακά: Μηρυκάζουν «σπρεντ», «χετζ φαντς» και στατιστικές αποκλίσεις του Ντάου.
Τους αντιμετωπίζουμε με επιείκεια: Τι ξέρουν αυτοί; Μήπως πάνε και σε κανέναν μπακάλη;
Μας αντιμετωπίζουν σαν «ούφο»: Τι ξέρουν αυτές; Εχουν ανοίξει ποτέ μια οικονομική σελίδα στην εφημερίδα;
Η ειρωνεία είναι ότι και τα δύο «είδη», άντρες και γυναίκες, μιλάμε για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Και βλέπουμε ακριβώς το ίδιο: Στην άκρη του τούνελ, ένα ακόμα πιο μακρύ τούνελ!
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009
Μη μας βάζεις ιδέες!
Το εστιατόριο «άσε ό,τι νομίζεις» βρίσκεται στο Λονδίνο. Δεν λέγεται έτσι, έχει όνομα κανονικό. Και κουζίνα αρκετά εκλεκτή. Πας, τρως, πίνεις, και όταν έρχεται ο λογαριασμός, απλώς... δεν έρχεται. Ο πελάτης αφήνει στο τραπέζι ό,τι... θεωρεί δίκαιο. Μπορεί να μην πληρώσει και δεκάρα τσακιστή αν δεν γουστάρει. Χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογηθεί. Πληρώνει όσο θέλει. Και μη νομίζετε ότι έχει χρεοκοπήσει - λειτουργεί χρόνια, και συνήθως οι πελάτες, για να μη φανούν μίζεροι, αφήνουν αρκετά γενναιόδωρα ποσά.
Πώς θα λειτουργούσε ένα τέτοιο εστιατόριο στην Αθήνα; Αφήστε το. Μη μου βάζετε ιδέες. Μέσα στο μυαλό μου τις εφαρμόζω όχι σ' ένα απλό φαγάδικο, αλλά σε όλη την καθημερινή μας ζωή: Πήγαμε στο θέατρο, ας πούμε, ή στο σινεμά. Εισιτήριο; Δεν υπάρχει. Δώστε όσα θέλετε, ανάλογα με το πόσο και αν σας άρεσε η ταινία, το έργο, η παράσταση. Ηρθατε στο γήπεδο; Καλό το ματς; Ο,τι έχετε ευχαρίστηση για τις ομάδες!
Ταξί; Λεωφορείο; Καράβι; Πώς ήταν το ταξίδι σας; Ευχαριστημένοι; Αν ναι, αφήστε κάτι στο κουτάκι πριν από την έξοδο. Αλλιώς δεν πειράζει, καλή καρδιά.
Η μεγαλύτερη πλάκα (πάντα μέσα στο κεφάλι μου) γίνεται σε όλες τις συναλλαγές με αυτό που λέγεται κράτος. Να έρχεται, ας πούμε, η στιγμή, στο τέλος της χρονιάς, που πρέπει να πληρώσεις φόρους.
Πώς σας φάνηκε το σέρβις μας, κύριε πολίτη; Εμαθαν τα παιδιά σας γράμματα; Σας φροντίσαμε όταν αρρωστήσατε; Σας συντρέξαμε όταν κινδυνέψατε; Σας διευκολύναμε στοιχειωδώς να εργαστείτε, να μετακινηθείτε, να ζήσετε; Ε, μην είσαστε κι εσείς μαυρόψυχος: Αφήστε και κάτι για μας!
Πόσα; Ο,τι νομίζετε!
Δεν ξέρω για σας, εγώ ευχαρίστως θα έδινα τα μισά απ όσα κερδίζω. Αν έμενα ευχαριστημένos. Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, και πάλι τα μισά τους δίνω! Ερχονται κανονικά με τον... λογαριασμό, και χωρίς να μου κάνει καμία «ευχαρίστηση». Γι αυτό σας λέω, μη μου βάζετε ιδέες, μέρες που είναι!
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Πεθαίνω για σένα....
Ό,τι και να είναι, οφείλω να το σεβαστώ: Με το που πέφτει η φωνή του Μαργαρίτη στην αίθουσα, τραντάζονται τα ηχεία, κοκαλώνει το αυτί και σαν να πηγαίνει χοροπηδητά ο ήχος της καρδιάς μου. Γρανίτης η φωνή του Μαγκάρετ, γρανίτης από μέλι (ωραίο, ε!) έρχεται και απλώνεται σαν συννεφάκι από μεθυστικές κανέλες και γιασεμί γύρω μου, ζαλάδα χωρίς επιστροφή. Το τραγούδι (μουσική Μαχαιρίτσα και στίχοι Ελ. Ράντου)επιτρέψτε μου- είναι σουξεδάρα, από ψυχολογική άποψη. Δεν υπάρχει γυναικείο αυτί, από τα βόρεια προάστια μέχρι τις δυτικές συνοικίες- ναι, το ΄χω τσεκάρει -, που να μην έχει κατέβει απ΄ τη θέση του μερικά εκατοστά όταν ακούει τις μαγικές λέξεις.
Όλη η παραμύθα, από καταβολής κόσμου, μέσα σε τρεις λεξούλες και πέντε νότες- που λέει ο λόγος, γιατί από μουσική δεν κατέχω. Πεθαίνω για σένα... Όλοι τη μυρίζονται τη δουλειά, ουδείς της αντιστέκεται. Υποκλινόμαστε στη νεράιδα τύχη (με αλαλαγμούς χαράς) και βουρ στο κενό. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Οι όροι δεν αλλάζουν εδώ και αιώνες. Σε στολίζω με τα καλύτερα, σε κάνω βασιλιά της μέρας μου, πηγή της δημιουργικότητάς μου, καταλύτη της φαντασίας μου, άρχοντα του σκότους μου, αιτία της θλίψης μου, αιτία της ζωής μουμέχρι να αρχίσει η ώρα της αποκαθήλωσης. Το ίδιο κάνεις κι εσύ σε μένα. Θέμα χρόνου είναι, μόνο που το... κατέβασμα δεν γίνεται χεράκι χεράκι όπως το ανέβασμα. Συνήθως ο εις εκ των δύο μένει με τη σκούπα να μαζέψει τα μέλη του και ό,τι άλλο άφησε η καταστροφή. Τα ρούχα σου, τα ρούχα μου, τα άδεια ρούχα- κι οι δυο να βαδίζουμε στο φινάλε προς άγνωστη κατεύθυνση, σαν επιζώντες από μάχη που μας έχει αφήσει με κάτι «παράσημα» να... Και η πλάκα είναι ότι αυτή είναι η καλύτερη των εκδοχών. Α, ναι- η καλύτερη, σαφώς.
Γιατί οι «συμπρωταγωνίστές μου» είμαστε άσοι στο να συμβιβάζουμε το... άδειο ρούχο με την ασφάλεια μιας υποτιθέμενης ήρεμης (νερομπουλιασμένης) ζωής, που μάλιστα παίρνει διάφορα ονόματα, ανάλογα με την περίσταση- Κατανόηση. Νοιάξιμο. Θαλπωρή. Το παιδί. Το σκυλί. Το οικόπεδο. Η δουλειά κ.λπ.-, που λίγο να τα ξύσεις από κάτω, σε παίρνει η μυρωδιά φρέσκου αίματος ανακατεμένη με μπαρούτι. Πεθαίνω για σένα- που λέει ο λόγος. Φτου μου, όρθιος ακόμη. Αλλά ωραίο δεν ακούγεται σαν φράση;
Ας μείνουμε σ΄ αυτό. Έτσι κι αλλιώς (όσο και να το γειώσω το θέμα) γίνεται ζωή χωρίς παραμύθα (και μάχες); Αστεία πράγματα. Κι ας είσαι απάτη. Κυρ Βαλεντίνε.
Γιορτάστε όπως πρέπει
Μην ακούτε τι λένε για του Αγίου Βαλεντίνου και κάνετε το λάθος να τον σνομπάρετε. Γιορτάστε τον όπως πρέπει, κι αν δεν σας αρέσει η συσκευασία που προσφέρουν τα ανθοπωλεία και τα κοσμηματοπωλεία, βάλτε το δικό σας γούστο.
Είναι μεγάλη ευκαιρία αυτή η γιορτή και μακάρι να καθιερωνόταν κάθε μήνα. Μια φορά τον χρόνο δεν φτάνει για τους περιχαρακωμένους νέους. Γιατί δεν ξέρω πώς τα έχουν καταφέρει, αλλά είναι σαν η νέα γενιά να ολοκλήρωσε το όνειρο της ανθρωπότητας, βγάζοντας τον έρωτα από τη ζωή της. Σαν να έφτασε στην πλήρη απελευθέρωση από αυτό τον βασανιστικό μπελά, δεν τον έχει ανάγκη. Οι νέοι περνάνε καλά, δεν βιάζονται να ζευγαρώσουν, να δεσμευτούν, φυλάγονται, προσέχουν, το σκέφτονται δυο φορές.
Μπορεί να χορταίνουν εικόνες παιδιόθεν, να τα ξέρουν όλα περί έρωτος και αναπαραγωγής από νήπια και να μην τρελαίνονται από περιέργεια και στέρηση όπως οι προηγούμενες.
Μπορεί αυτό να είναι το φυσιολογικό, το σωστό και το ισορροπημένο, μπορεί οι προηγούμενοι να αντιδρούσαν έντονα στο καταπιεστικό καθεστώς που επέβαλλαν μαμάδες και μπαμπάδες, σχολεία και πολιτεία, ρούχα και θεσμοί, και γι΄ αυτό να έκαναν σαν λυσσασμένοι. Ενώ τώρα που απελευθερώθηκε ο έρωτας, να ανακάλυψαν οι νέοι ότι δεν τους χρειάζεται πια και τόσο. Είναι βάσανο, είναι ταλαιπωρία, σπάει τα νεύρα, φέρνει αϋπνία, σε εκθέτει, σου ρουφάει το αίμα, χάνεις τον έλεγχο του εαυτού σου κ.λπ. κ.λπ.
Σοβαρή καριέρα δεν μπορείς να κάνεις αν είσαι ερωτευμένος ούτε σπουδές. Πάει πίσω η ζωή, ο προγραμματισμός, τα επιτεύγματα. Ωστόσο μερικοί την πατάνε ακόμα, γι΄ αυτό λέω, επειδή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αν και επιφανειακά ερωτική δεν διευκολύνει, εκμεταλλευτείτε αύριο τον Άγιο Βαλεντίνο, μην τον αφήσετε να περάσει έτσι. Θα κάνει ένα χρόνο να ξανάρθει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)