Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Μια πόλη ζει με τον φόβο

Στην Κρήτη, συνάντησα τυχαίασε μια έκθεση αγροτικών προϊόντων στο Καστέλλι Κισσάμου - τον τραγικό πατέρα του αδικοχαμένου στο Ρέθυμνο φοιτητή και ανατρίχιασα. Του 21χρονου Μάνου, που τον περασμένο Μάιο σφάχτηκε στο ενετικό λιμάνι εν ψυχρώ για το τίποτα (ένα σουβλάκι!). Με ένα ασήκωτο πλάκωμα στην ψυχή, κοίταζα από μακριά τον ψηλό και λεπτό πατέρα, λεβέντη Κρητικό, ντυμένο στα μαύρα και με γένεια, όπως απαιτεί το πένθος στο νησί. Είναι αυτός που συμβούλευσε από την τηλεόραση τους γονείς να μη στέλνουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στο Ρέθυμνο. Στην όμορφη πόλη, επικρατεί ανησυχία, καχυποψία, φόβος, ανασφάλεια. Η πανεπιστημιούπολη δεν έχει πια την παλιά ανεμελιά. Οι συζητήσεις περιστρέφονται συνεχώς γύρω από αυτό το θέμα. Θεωρούν δεδομένη την ανοχή, την απάθεια, την αδιαφορία, τη συνενοχή πολιτικών και εγκληματιών στην υπόθεση των Ζωνιανών και όχι μόνον. Αισθάνονται ανυπεράσπιστοι, προδομένοι... Όταν φτάσεις στην πόλη τους, σου δείχνουν με αποτροπιασμό τον τόπο όπου έγινε το άγριο φονικό- εκεί που τα παιδιά τους μέχρι πρότινος έπιναν καφέ, περπατούσαν και συζητούσαν αμέριμνα. «Εμείς δεν βγαίνουμε πια Παρασκευοσαββατοκύριακα το βράδυ, και τις άλλες μέρες μόνο νωρίς», μου είπε μια φοιτήτρια από το Τμήμα Νηπιαγωγών. Στους δρόμους κάτω από το υπέροχο κάστρο τη Φορτέτζα- στην παραλιακή περαντζάδα με τους φοίνικες, στα στενά γραφικά δρομάκια με τα ταβερνάκια, τα γέλια είναι πια συγκρατημένα, ο κόσμος λιγότερος. «Θα κάτσουμε να φάμε δώ;», άκουσα τον νεαρό άνδρα να ρωτά την κοπέλα του, όταν βγήκαν από το Ηigh speed. «Άσε καλύτερα, δεν ξέρεις πια εδώ τι γίνεται», ήταν η μετρημένη απάντηση. Το αρχοντικό, γλυκό, Ρέθυμνο ζει πια με τη ρετσινιά του και κινδυνεύει να νεκρώσει... Νοιάζεται, άραγε, κανείς γι΄ αυτό;

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Επτά βράδια μετρώντας τ΄ αστέρια

«Θα σου χαρίσω τον ουρανό με τ΄ άστρα», λένε συχνά- πυκνά όσοι κύριοι θέλουν να εντυπωσιάσουν αλλά και να έρθουν πιο κοντά στην κοπέλα που έχουν απέναντί τους. Μία τόσο δελεαστική πρόταση μέχρι στιγμής δεν μου έχει γίνει. Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν τη χρειάζομαι καθόλου, αφού μόνος μου έκανα το δώρο αυτό στον εαυτό μου: για 7 ολόκληρες μέρες μού χάριζα τα αστέρια! Όλα έγιναν στο ξενοδοχείο της κυρίας Μεταξίας στο νησί. Για να φθάσεις εκεί, έβγαινες από τον κεντρικό δρόμο, τον ασφαλτοστρωμένο, και για να ένα πεντάλεπτο οι ρόδες του αυτοκινήτου πάλευαν με τις μεγάλες και μικρές πέτρες του χωματόδρομου. Η τοποθεσία όμως σε αποζημίωνε: άνοιγες το παράθυρο και έβλεπες να σε περιτριγυρίζουν πανύψηλα πεύκα, κολλητά το ένα με το άλλο. Ήσουν μέσα στο δάσος. Απόλυτη ησυχία: ούτε φασαρία, ούτε ενοχλητικοί ήχοι. Και πέφτει το βράδυ. Κι αρχίζουν να εμφανίζονται ένα ένα τα αστέρια. Μέσα σε λίγα μόλις λεπτά ο ουρανός γέμισε. Μα είναι πράγματι τόσα πολλά; Μπορούσα να τα μετρήσω- αν και δεν το έκανα από το, φόβο μήπως μία στο εκατομμύριο βγει αληθινός ο σοφός λαός που λέει ότι όσοι μετρούν τα αστέρια το επόμενο πρωί ξυπνούν με καντήλες στο πρόσωπονα βρω τις παράξενες μορφές που σχημάτιζαν, να τα απολαύσω. Κάθε βράδυ μετά τις 10, έπιανα θέση και απλώς κοιτούσα τον ουρανό. Το ίδιο έκανα κι όταν έφθασα στην Αθήνα, στο σπίτι μου. Πήρα την καρέκλα και κάθησα στο μπαλκόνι. Η ώρα πήγε 11 το βράδυ και τα αστέρια που κατάφερα να δω δεν ήταν περισσότερα από δέκα- κι αυτά με μεγάλη προσπάθεια. Η λάμπα που φώτιζε τον δρόμο, τα φώτα της απέναντι πολυκατοικίας, αλλά και οι φωτεινές επιγραφές από τα καταστήματα κάτω από το σπίτι δεν με άφηναν να μετρήσω παραπάνω. Είναι κρίμα να ξαναμπαίνεις στην άσφαλτο και τον πολιτισμό.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Αύγουστος αυτοκράτορας

Φρόνιμος και συνεργάσιμος ο Αύγουστος φέτος, ήρθε Παρασκευή, τελείωσε Κυριακή, τακτικότατος. Να μην αναστατώσει τους αδειούχους, να βοηθήσει να οργανωθούν, τόσο που πέρασε μια έννοια της τάξης μέσα στην επαφή τους με τη θάλασσα, αυτή την καλοκαιρινή, την ανώδυνη, τους έκανε να πιστέψουν βαθιά ότι τη δικαιούνται. Δόθηκαν ανεπιφύλακτα στην απόλαυσή της, λες και μπορεί κανείς να ξεχνά τα σοβαρά αυτού του κόσμου ατιμωρητί και να κυκλοφορεί επί ώρες με μαγιό και με παρεό όχι μόνο παρά θιν΄ αλός, αλλά και μέσα σε στενά αλλοτινών πόλεων, που υπήρξαν μάλιστα οχυρωμένες και κρυμμένες στα βουνά για τον φόβο των πειρατών. Κι εκεί όπου κυκλοφορούσε ο φόβος των πειρατών, να κυκλοφορεί αεράκι και να σηκώνει τα παρεό και να δροσίζει τις επιδερμίδες που έχουν μαυρίσει εντατικά όλο το πρωί κάτω από την προστασία αντηλιακών. Αύγουστος απατηλός. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ πειρατές και σαν να μην υπήρξε ποτέ ούτε χειμώνας, ούτε κρύο, ούτε λειψυδρία και σκολιώσεις νεαρών κοριτσιών που κουβαλούσαν το νερό από τη βρύση. Όλα εύκολα να τα προσφέρει, σύκα δωρεάν πάνω από ξερολιθιές, και μύγδαλα ακόμα που μόλις ωρίμασαν, και πρώιμα καρύδια, όλα γενναιόδωρα, σαν να μην έχει εφευρεθεί το εμπόριο. Κάποιες μακρινές ειδήσεις προσπάθησαν να πικράνουν τις γεύσεις, σημαίες με δικέφαλους αετούς, Λερναία Ύδρα τελικά αυτός ο δικέφαλος, άπειρα τα κεφάλια του, αλλά ακόμα η ανάλυση της κατάστασης- αναγνώριση, απόσχιση, νεκροί, πρόσφυγες, πόλεμος ψυχρός μετά τον θερμό που έγινε Αύγουστο, φυσικά- όλα αυτά μπορούν να περιμένουν. Μόνο σε ένα μας ξεγέλασε ο ημίγυμνος Αύγουστος, φαινόταν ατελείωτος και τελείωσε, φαινόταν αραχτός αλλά βιαζόταν, τελείωσε πριν να το καταλάβουμε, έφυγε χωρίς αποχαιρετισμούς, σιχαίνεται τα δάκρυα, μην τον είδατε. Ο άτιμος.

Άσπρα φανάρια

Στην οδό Φυλής είναι δύσκολο να περάσεις, πεζός ή εποχούμενος. Ο δρόμος είναι στενός, στα ακόμα πιο στενά πεζοδρόμια παρκάρουν αυτοκίνητα. Τα σπίτια με τη γυμνή λάμπα, μίζερη εξέλιξη του κόκκινου φαναριού, είναι παλιά, παρατημένα, ετοιμόρροπα. Πολλά έχουν αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, αν τα κοιτάξει κάποιος με ψυχραιμία, αλλά το κυριότερο, για τον διερχόμενο, είναι να σιγουρευτεί ότι δεν θα γκρεμιστούν στο κεφάλι του όταν περπατάει από κάτω. Και φυσικά, στο περιβάλλον αυτό τα σκουπίδια ανθούν και συσσωρεύονται, αιώνια παρατημένες σακούλες, βρώμα και δυσωδία. Το όλο ντεκόρ προφανώς συντηρείται για να ενισχυθεί το αίσθημα ενοχής του πελάτη των πορνείων κι ακόμα περισσότερο η κοινωνική απαξίωση απέναντι στις επαγγελματίες που εκδίδονται. Μη τυχόν και ξεχαστούν, και νομίσουν ότι επιτελούν κοινωνικό έργο ή κάτι τέτοιο. Υπάρχουν πολλοί φιλοσοφούντες που αναλύουν την καλλιέργεια αισθημάτων ενοχής στην κουλτούρα των καθολικών και των πουριτανών, αλλά η σύγχρονη αθηναϊκή υποκρισία έχει μείνει πίσω ως αντικείμενο ανάλυσης. Οι ιερόδουλες, όπως το λέμε σε κομψή δημοσιογραφική γλώσσα, βγήκαν με καύσωνα στους δρόμους της Αθήνας να διαμαρτυρηθούν για τον νόμο που τις περιορίζει ακόμα περισσότερο, φορώντας φερετζέ. Να μην τις γνωρίσουν οι γνωστοί από την τηλεόραση, ίσως και οι συγγενείς τους; Δύσκολο να διεκδικείς οτιδήποτε με καλυμμένο πρόσωπο, έχοντας ενσωματώσει την καταδίκη που σου απαγγέλλουν. Κινδυνεύεις να τη δικαιώσεις, να δημιουργήσεις αίσθημα ικανοποίησης ανάλογο με το χάλι του δρόμου και το χλευαστικό βάρος των λέξεων. Περνάνε νύχτες με χειροπέδες στα κρατητήρια, αν και νόμιμες, κατήγγειλαν οι γυναίκες που αίρουν την αμαρτία του κόσμου, κι ίσως περισσότεροι συντοπίτες μας ένιωσαν ανακούφιση για τη δική τους δυνατότητα να κοιμούνται κάθε βράδυ στο κρεβάτι τους, παρά συμπαράσταση και συμπόνια, παρά θυμό για την απαράδεκτη συμπεριφορά των «οργάνων της τάξης».

Κυριακή 17 Αυγούστου 2008

Αύγουστος και ξερό ψωμί!

O τελευταίος αδειούχος της εβδομάδας να κλείσει την πόρτα! Για να μείνουμε οι υπόλοιποι στο γραφείο μέχρι να πάρουμε το ΟΚ να μπούμε στο βαπόρι με προορισμό κανένα νησάκι. Αλλά ποιο βαπόρι και για ποιο νησί; Για ακόμη μία χρονιά διεκδικώ το Όσκαρ «τελευταίας στιγμής», αφού λίγες μέρες πριν από την άδεια ξεκινώ την αναζήτηση προορισμού, ξενοδοχείου και εισιτηρίων. «Μα είναι δυνατόν να καλείτε τελευταία στιγμή; Το νησί μας είναι διάσημο πια. Την ταινία “Μamma Μia” δεν την είδατε; Στο νησί μας γυρίστηκε κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα φέτος να έχει μεγάλη ζήτηση, ιδιαίτερα τον Αύγουστο», έλεγε στο τηλέφωνο η σινεφίλ κυρία που διαθέτει ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πού αλλού, στη Σκόπελο- εκεί που ξεδίπλωνε το υποκριτικό της ταλέντο η Μέριλ (Στριπ βεβαίως, βεβαίως!). Όσο για τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια; Μάλλον θα ψάξω να βρω κανένα καγιάκ για να πεταχτώ από τον Άγιο Κωνσταντίνο απέναντι στη Σκόπελο. Ίδια όμως είναι η κατάσταση στα περισσότερα νησιά, παρ΄ όλο που δεν είχαν την ανάλογη κινηματογραφική εμπειρία. Κακή συνήθεια αυτή των περισσοτέρων Ελλήνων, να θεωρούμε μήνα των διακοπών μόνο τον Αύγουστο και μέρος για να περάσουμε ανέμελα μόνο τα ελληνικά νησιά. Το λέω πρώτα απ΄ όλα στον εαυτό μου που ανήκει στη μεγάλη αυτή κατηγορία. Χάθηκε ο Ιούλιος; Γιατί, ο Σεπτέμβριος; Μια χαρά μήνας είναι και τα τελευταία χρόνια αποδεικνύεται άκρως καλοκαιρινός και ζεστός. Αλλά εκεί: Αύγουστος και ξερό ψωμί! Και καλά, παίρνουμε άδεια τον Αύγουστο, είναι ανάγκη να τα κανονίσουμε όλα την τελευταία στιγμή; «Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν» λέει η παροιμία, αλλά εμείς ενστερνιζόμαστε την άλλη λαϊκή ρήση: «Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια», τα οποία μάλιστα τα επιστρατεύουμε για να βρούμε διαθέσιμα εισιτήρια και δωμάτια.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

Τουρίστες

Το σύνθημα των φετινών διακοπών το διάβασα σε μια μοναδική παραλία με κέδρους και κατάξανθη άμμο στη Νάξο: «Η φύση δεν είναι τουριστικό αξιοθέατο». ΗΤΑΝ γραμμένο με μεγάλα μαύρα γράμματα, σχεδόν απειλητικά, στον τοίχο ενός μισοτελειωμένου και εγκαταλελειμμένου από χρόνια ξενοδοχείου- ένα από τα γνωστά φαντάσματα που πληγώνουν τις ακτογραμμές των Κυκλάδων. ΤΟ ζήτημα φυσικά δεν είναι αν ο συντάκτης του γκράφιτι έχει δίκιο ή όχι. Αλλά ότι ο ίδιος, την ώρα που κάνει μπάνιο ή κατασκήνωση σε ένα από τα διαμαντάκια του Αιγαίου, έχει την αίσθηση ή μάλλον την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι τουρίστας. ΔΕΝ είναι ο μόνος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον κοινό τόπο των συζητήσεων που έχουμε όλοι μας την περίοδο των διακοπών. Πώς καταστρέφεται το τοπίο, πώς χάνονται οι παραδοσιακοί οικισμοί, πόσο κακό τελικά κάνει ο τουρισμός και πόσο αναγκαίο είναι να βρεθούν εναλλακτικές μορφές ήπιας- φυσικά- ανάπτυξης. Η αποθέωση της υποκρισίας. Γιατί βέβαια στην πραγματικότητα αυτό για το οποίο διαμαρτυρόμαστε είναι η υποβάθμιση του «προϊόντος», το οποίο εμείς οι ίδιοι καταναλώνουμε. ΕΙΝΑΙ καιρός να το πάρουμε απόφαση. Ο τουρισμός και οι τουρίστες είμαστε εμείς. Και όσο θα περνάμε έντεκα μήνες στα γραφεία μας ονειρευόμενοι την καλοκαιρινή μας απόδραση είναι αστείο να περιμένουμε ότι με κάποιο μαγικό τρόπο θα μπει φρένο στην τουριστική ανάπτυξη. Ευτυχώς για όλους μας συμβαίνει και κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συνεχίσει να συμβαίνει, το ακριβώς αντίθετο. ΤΟ μόνο που ρεαλιστικά μπορεί και πρέπει να μπει για συζήτηση είναι η μορφή που θα πάρει ο τουρισμός μας. Τις ακρότητες τις ζήσαμε με τραγικό τρόπο και φέτος το καλοκαίρι. Η αλήθεια όμως είναι ότι σχεδόν παντού κινούμαστε πια στα όρια αντοχής των υποδομών ενός χώρου που η γοητεία του ήταν και είναι η λιτότητα. ΣΤΙΣ φοιτητικές μας διακοπές πηγαίναμε συχνά σε μέρη που ακόμα δεν είχαν ηλεκτρικό. Φέτος σε νησί γειτονικό από τη Νάξο συνειδητοποίησα ότι έκανα περισσότερη ώρα για να παρκάρω από ό,τι στη γειτονιά μου! Για να μη μιλήσουμε για το φαγητό που μία στις δύο φορές ήταν χειρότερο και ακριβότερο από ό,τι στην Αθήνα. ΕΙΝΑΙ λοιπόν πολύ πιθανό σε λίγα χρόνια να μη θεωρείται πλέον αυτονόητο ότι θα μπορούμε να παίρνουμε μαζί μας το αυτοκίνητό μας στα Κουφονήσια. Και ασφαλώς κάποια στιγμή θα πάψει να θεωρείται λογικό όποιος έχει 4 στρέμματα να μπορεί να χτίζει όπου θέλει χωρίς σχέδιο. ΤΑ όνειρά μας, βλέπετε, χρειάζονται και κάποιες θυσίες!

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Φάτε μάτια ψάρια

Ένα είναι σίγουρο για το ψάρεμα, λένε, σημασία έχει το σωστό τάιμινγκ: έπρεπε να ήσουν εκεί χθες. Σωστά; Θυμάμαι στη Νάξο, ήταν αρχές Σεπτεμβρίου, είχαμε παραγγείλει τον κολιό και περιμέναμε. Περιμέναμε και περιμέναμε...Ήταν, φαίνεται, ο κολιός εκεί τον Αύγουστο και μετά έφυγε. Και αυτό ισχύει. Όπως και ότι τις πιο ωραίες ιστορίες τις λένε οι ψαράδες. Δεν αρκεί να θέλεις να γίνεις ψαράς, πρέπει να έχεις γεννηθεί έτσι. Υπομονή να έχεις. Εγώ δεν έχω. Θυμάμαι μια άλλη φορά στην Κρήτη, που είχαμε καθήσει σε μια ψαροταβέρνα και περιμέναμε να παραγγείλουμε. Περιμέναμε και περιμέναμε. Μας έβλεπαν, νομίζαμε δηλαδή ότι μας έβλεπαν γιατί μια παρέα είχε όλη κι όλη, αλλά εμείς περιμέναμε. Τελικά φάγαμε παϊδάκια ωραιότατα σε ένα ταβερνάκι πιο ψηλά, που κερνούσε και πίτα σφακιανή. Μια άλλη φορά, απλώς τάιζα τα ψάρια. Μόνο που δίπλα ήταν ο άλλος με το καλάμι και περίμενε να τσιμπήσει. Πού να τσιμπήσει! Πιο ωραία απο όλα, στις φωτογραφίες δείχνουν τα μπαρμπούνια. Ροδοκόκκινα από το τηγάνι, με μια φέτα λεμόνι στο πλάι. Το ψάρι, λέει, δεν θέλει τίποτε άλλο. Και το λαδολέμονο του περισσεύει. Άμα ξέρεις να το φτιάξεις... Υπάρχουν άνθρωποι που η σπεσιαλιτέ τους είναι τα ψάρια. Υποθέτω ότι θα λένε και αυτοί ωραίες ιστορίες όπως οι ψαράδες. Για το παραγάδι κι εκείνο το θηρίο που είχαν πιάσει κάποτε στα ανοιχτά και κόντεψε να τραβήξει όλη τη βάρκα μέσα και για το ψήσιμο το σωστό, που τραβάς μετά το κόκαλο και βγαίνει με τη μία. Προσοχή στα κόκαλα. Απορία: Πώς κατάλαβαν οι γάτες την πρώτη φορά ότι τους αρέσουν τα ψάρια, αφού δεν ψαρεύουν οι ίδιες; Εκτός από τα μεγάλα, τα κλασικά ψάρια, έχουν... αναβαθμιστεί πολύ και οι σαρδέλες- ψητές, ωραίες. Το ψάρι, λέει, είναι φρούτο. Ύστερα από λίγο πεινάς. Δικαιολογίες για να ξαναφάς. Κάνει καλό στα μάτια, αλλά τότε πώς δεν βλέπουν τα ψάρια το δόλωμα; Που μερικές φορές είναι και ζωντανό, όπως λέει στα μαγαζιά που πουλάνε αγκίστρια, πετονιές και καλάμια. Καλάμια πουλάνε και στα φανάρια στον δρόμο. Πόσους ψαράδες όμως περιμένουν να πετύχουν εκεί; Αν δεν είσαι ψαράς, σου καθαρίζουν τα τζάμια μέχρι να ανάψει πράσινο. Και φύγαμε.