Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Τα καταστήματα

Τέσσερις νέες φυλακές χτίζονται στην Ελλάδα. Κατεπειγόντως. Ή, μάλλον, όχι φυλακές. Πείτε τες και «καταστήματα». Κάνει καλύτερη εντύπωση. Και πονάει λιγότερο. Ακούω τους αρμόδιους να αναφέρονται ψυχρά και άκρως τεχνοκρατικά στα «καταστήματα». Κανείς υψηλά ιστάμενος δεν λέει τη λέξη «φυλακή», λες και θα λερωθεί το στόμα του αν την αρθρώσει. Εμένα πάλι η λέξη «καταστήματα» μου φέρνει αμέσως στο μυαλό τη λέξη «εμπορεύματα», με όλους τους σχετικούς και καθόλου ευχάριστους συνειρμούς. Αν δεν ήταν τόσο, μα τόσο τραγικό, θα ήταν αστείο: τα μόνα «καταστήματα» που όχι μόνο δεν περνούν κρίση, αλλά είναι γεμάτα μέχρι ασφυξίας, είναι τα... σωφρονιστικά. Και μετά γίνεται ακόμα πιο μελαγχολική η κατάσταση. Οταν το παιδικό μας μάθημα «όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή» αντιστρέφεται ειρωνικά. Οταν η ανακοίνωση ότι φτιάχνονται νέες φυλακές γίνεται δεκτή με ανακούφιση, απ όποια πλευρά και αν είσαι. Ακόμα και ο πιο παθιασμένος ακτιβιστής στη χώρα μας δεν μπορεί να εναντιωθεί με το χτίσιμο μιας νέας φυλακής (ή τεσσάρων, πέντε). Γιατί, απλούστατα, οι παλιές είναι τόσο γεμάτες, τόσο απαρχαιωμένες, που οι συνθήκες κράτησης δεν αξίζουν ούτε στον χειρότερο άνθρωπο - αφού ακόμα διατηρεί την ανθρώπινη υπόσταση. Ετσι, λοιπόν, κάτω και γύρω από τη μύτη μας, στο ξεκίνημα του εικοστού πρώτου αιώνα, ένα από τα λίγα έργα που, όπως ανακοινώθηκε, προχωρούν με ρυθμούς κατεπείγουσας ανάγκης είναι οι καινούργιες φυλακές. Κάγκελα ολοκαίνουργια, υψηλής τεχνολογίας, γυαλιστερά, να τα ζηλεύεις. Στο Λασίθι, στη Κασσαβέτεια, στην Κόρινθο, στα Διαβατά... Κάγκελα παντού και σβέλτα. «Οταν ακούς τάξη, ανθρώπινο κρέας μυρίζει», έγραφε ο Ελύτης, αλλά δεν είναι ώρες τώρα για στίχους. Πόση θλίψη έχει αυτό τώρα, να χαιρόμαστε που χτίζονται νέες, σύγχρονες φυλακές; Αλλά όχι, ξέχασα. Δεν είναι φυλακές. Είναι «καταστήματα». Ετσι να το λέμε. Κάνει καλύτερη εντύπωση. Σαφώς. Και πονάει λιγότερο.

Σαν να κλέβεις εκκλησία...

Για το δικό μου σύστημα αξιών, η θρησκεία ήταν πάντα ένας αντίπαλος. Στον «ίσιο» δρόμο της συναντούσα όλα όσα πίστευα ότι περιόριζαν την ελευθερία του ανθρώπου: ένα σωρό κανόνες τόσο αυστηροί που μου φαίνονταν αφύσικοι. Σε κανέναν δεν υπάκουσα. Δεν ήθελα να ζήσω έτσι. Αλλά ήταν -κάποτε- ένας ωραίας αντίπαλος η Εκκλησία. Πανίσχυρος. Είχε ένα ενδιαφέρον να είσαι άθεος ή (έστω, όπως εγώ) άθρησκος. Υψωνες το μικροσκοπικό σου ανάστημα και κουνούσες την αόρατη χουφτίτσα σου, θυμωμένος, απέναντι σ' έναν τεράστιο Θεό που κρατούσε όλα τα όπλα στο χέρι του. («Αν υπάρχει θεός, τη βάψαμε», έλεγαν οι παλαιάς κοπής αναρχικοί). Τώρα, δεν έχει πια καμιά νοστιμιά να αντιμάχεσαι τα ιερατικά. Ο «εχθρός» μοιάζει να κατέρρευσε από το βάρος της ίδιας του της διαφθοράς. Και τώρα, εγώ με ποιους θα τσακώνομαι; Σίγουρα όχι με τους Ρασπούτιν παχούμιους των πρωτοσέλιδων και των οφσόρ. Ψάχνω τα σπασμένα κομμάτια της Ορθοδοξίας σε παπάδες μικρών ενοριών, σε ηγούμενους απομονωμένων μοναστηριών και σε τσαμπουκαλεμένους ιερείς ιστορικών μετεριζιών. Ψάχνω να βρω τον παλιό, τον κραταιό αντίπαλό μου, να του πω δέκα, να μου απαντήσει εκατό, να στριμώξουμε ο ένας τον άλλο προ των ευθυνών μας. Και στο τέλος να πιούμε κρασί - οι ιερείς που αγαπούσα να «μισώ» πάντα με κερνούσαν λίγο κρασάκι από το αμπέλι της μονής. Και λίγο αγιασμό. Το κρασί το έπινα, τον αγιασμό τον επέστρεφα κι αποχωρούσα ισόπαλη άνευ τερμάτων. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχασα το βαβαβούμ μου: Δεν ξεσπαθώνω πια τόσο δυνατά, τόσο ετοιμοπόλεμα εναντίον της Εκκλησίας. Αισθάνομαι ότι απλώς δεν αξίζει τον κόπο. Το ράσο -και το καθεστώς γύρω του- δείχνει να έχει υποστεί τέτοια πνευματική καθίζηση (μη σας πω και «κραχ»), που το ευκολότερο πράγμα είναι η επίθεση εναντίον του. Κυριολεκτικά σαν να «κλέβεις εκκλησία». Εστω κι αν το παγκάρι τής το έχουν αδειάσει, από καιρό, κάποιοι άλλοι.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Το γκολ και πώς το έχασα

Εγώ τέτοια ματς δεν τα βλέπω. Δηλαδή, εννοείται πως τα βλέπω, αλλά όπως θα έβλεπα ένα θρίλερ. Με τα μάτια κλειστά κατά κάποιον τρόπο. Ζηλεύω εκείνους που πίνουν μπίρες και κάνουν χαβαλέ- να ΄ναι καλά οι άνθρωποι να χαίρονται. Με τέτοια πρόθεση ξεκινάω κι εγώ, αλλά μετά αλλού με πάει. Στην αρχή με έπιασε το σφίξιμο στο στομάχι. Η φιγούρα του αχώνευτου Ιμπραήμοβιτς (οι ανοιχτοί λογαριασμοί κάνουν τους κακούς τους φίλους) ήταν αποκρουστική, σαν τον δολοφόνο με το πριόνι, το σορτσάκι και την κορδέλα στο μαλλί α λα Μπιορν Μποργκ- πολύ χάλια. Έκανα ζάπινγκ. Με μια ακατανίκητη δύναμη όμως να με τραβάει κάθε τόσο στο Μιλάνο. Και πάλι ζάπινγκ. «Αφού δεν μπορείς να τα βλέπεις, γιατί επιμένεις;» ο Ολυμπιακός δίπλα μου (ναι, το ζω κι αυτό!) σε κατάσταση σχεδόν ευδαιμονίας, απολαμβάνει την ωραία ατμόσφαιρα. Το ίδιο μου έλεγες, του λέω, και για το «Μidnight Μeat Τrain», το θρίλερ τις προάλλες και αποδείχτηκε πολύ ωραία ταινία. Πάω στην κουζίνα, βάζω νερό να πιω. Βλέπω την ομάδα και ένα ανεξήγητο ώς εκείνη την ώρα κύμα αισιοδοξίας κάνει να βγει στην επιφάνεια. Θα είναι από τα κόρνερ που κερδίζουμε, σκέφτομαι. Οι Ιταλοί πιέζουν. Ας δω λίγο στο άλλο CSΙ- Νέα Υόρκη και το γυρίζω αμέσως- να περάσει η φάση η άγρια. Άγρια δολοφονία στο επεισόδιο της σειράς σε μπαρ του Μανχάταν. Το μυστήριο πυκνώνει. Ποιο μυστήριο τώρα! Εδώ δες τι γίνεται! Τι γίνεται; Δεν ξέρω, απλά η εικόνα έχει αλλάξει. Πιο ζωηρή η περιγραφή, πιο γρήγορο το παιχνίδι, πιο πιεστικοί οι άλλοι, πιο να... τρέχουν να προλάβουν το τελευταίο τρένο που δεν έχει άλλο μετά. Και λίγο ανήσυχο να κόβω τον Μουρίνιο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή εγώ νομίζω ότι το 0-0 είναι που τους ενοχλεί τόσο. Δίπλα, στο μεταξύ, έχει φέρει φιστίκια και μασουλάει εκνευριστικά. Και βλέπω το σκορ. Και το ρολόι. Και την ομάδα να πετάει. Και να πιέζεται βέβαια, αλλά να πετάει. Βγαίνω από το δωμάτιο, κάνω βόλτες γύρω και μετράω τις καθυστερήσεις. Σφύριξε, χριστιανέ μου. Σφύριξε ο άνθρωπος. Λήξη. Είδα και το γκολ που έχασα. Με τέτοια ομάδα, του λέω, δεν κάνεις ζάπινγκ. Απολαμβάνεις το παιχνίδι.

Η προσγείωση του δωρεάν Τύπου

Ελάχιστα πράγματα έχουν συζητηθεί περισσότερο στα διάφορα διεθνή συνέδρια Τύπου την τελευταία δεκαετία από το φαινόμενο των δωρεάν εφημερίδων. Και μπορεί η αρχική αντιμετώπισή του από τους παραδοσιακούς εκδότες να συνοψιζόταν στην υπεροψία, ωστόσο, καθώς τούτο εδραιώθηκε (και, κυρίως, καθώς κάποιοι από τους ιδιοκτήτες επί πληρωμή τίτλων επεκτάθηκαν και στην αγορά των δωρεάν), τα πράγματα άλλαξαν δραστικά. Η εκτίμηση που επικράτησε ήταν πως τα έντυπα τύπου «Μetro» δεν αφαιρούν αναγνώστες από τις κλασικές εφημερίδες αλλά προσελκύουν νέο, δυναμικό κοινό και, συνεπώς, επιπρόσθετα διαφημιστικά έσοδα- παράλληλα, εξοικειώνουν τους νέους αναγνώστες με τα έντυπα ΜΜΕ αφήνοντας την ελπίδα ότι, μεγαλώνοντας, αυτοί θα «μεταναστεύσουν» στον επί πληρωμή Τύπο. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που- σήμερα, ενώ οι δωρεάν εφημερίδες περνούν τη σοβαρότερη κρίση της σύντομης ιστορίας τους- οι παραδοσιακοί εκδότες παρακολουθούν αμήχανοι. Άλλωστε, η αφετηρία των έντονων δυσχερειών είναι κοινή: η επερχόμενη (πιθανότατα βαθιά) ύφεση έχει οδηγήσει σε μείωση των διαφημιστικών δαπανών και αυτό σε ένα περιβάλλον όπου το μερίδιο αγοράς του Τύπου χρονίως υποχωρεί - σταδιακά μεν, σταθερά δε. Τούτο γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό εάν αναλογιστεί κανείς ότι η διαφήμιση «υπεραντιδρά» στις κινήσεις της πραγματικής οικονομίας: σύμφωνα με τους ειδικούς, αύξηση του ΑΕΠ κατά 3% σημαίνει αύξηση 5% στη διαφήμιση ενώ πτώση κατά 1% μεταφράζεται σε μείωση 7% των σχετικών δαπανών. Σε αυτό το πλαίσιο, η θέση των δωρεάν εντύπων προκύπτει ακόμη δυσκολότερη καθώς οι διαφημίσεις αποτελούν τη μοναδική πηγή εσόδων (αφού δεν υφίσταται έσοδο κυκλοφορίας από την τιμή του φύλλου) ενώ, παράλληλα, τα περιθώρια μείωσης του κόστους είναι αμελητέα καθώς ήδη αυτές οι εκδόσεις είναι (σχετικά) ολιγοσέλιδες και λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό. Oι εξελίξεις του τελευταίου έτους είναι από ανησυχητικές έως απογοητευτικές: 23 τίτλοι έκλεισαν το 2007 ενώ μέχρι τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους άλλες 12 δωρεάν εφημερίδες έβαλαν λουκέτο- κυρίως απογευματινά φύλλα ή σχετικές νέες εκδόσεις που δεν είχαν προλάβει ΕΙΔΗΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ εκτιμούν ότι το πιθανότερο ενδεχόμενο για το 2009 είναι είτε σειρά συγχωνεύσεων μεταξύ ανταγωνιστικών δωρεάν εφημερίδων είτε εξαγορές των φύλλων από παραδοσιακούς εκδότες να εδραιωθούν. Ακόμη και ο παγκόσμιος κολοσσός του χώρου, η «Μetro», πρόσφατα ανακοίνωσε μείωση λειτουργικών κερδών κατά 83%. Η συνολική εικόνα ενδέχεται να επιδεινωθεί στο άμεσο μέλλον- για ακόμη έναν λόγο: λόγω του ανθηρού τους πρόσφατου παρελθόντος, οι δωρεάν εφημερίδες δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την παρουσία τους στο Διαδίκτυο και κινήθηκαν μονοσήμαντα στην κατεύθυνση της «ευκαιριακής» κατανάλωσης του έντυπου προϊόντος τους. Μπορεί αυτή η προσήλωση να αποδείχθηκε χρήσιμη, εν τούτοις σήμερα προκύπτει ως μειονέκτημα καθώς, στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη αγορά του Ίντερνετ, ο επί πληρωμή Τύπος έχει ισχυρότατο προβάδισμα αφού επενδύει συστηματικά (αν όχι πάντα αποτελεσματικά) στα νέα Μέσα. Τελικά, ίσως και σε αυτόν τον χώρο η ύφεση να ευνοήσει το μέγεθος- όπως γίνεται σε άλλους κλάδους, λόγου χάριν το τραπεζικό σύστημα. Άλλωστε, οι μεγαλύτεροι οργανισμοί διαθέτουν εγγενή πλεονεκτήματα όπως, για παράδειγμα, την ικανότητα να χρησιμοποιήσουν κέρδη από ένα προϊόν για να καλύψουν πρόσκαιρες ζημίες σε ένα άλλο. Επιπρόσθετα, μπορούν να αναζητήσουν οικονομίες κλίμακος και φάσματος σε διάφορα στάδια της παραγωγής, από τις προμήθειες στην εκτύπωση και από το περιεχόμενο στην προώθηση. Τέλος, στον κρίσιμο εμπορικό τομέα, έχουν τη δυνατότητα να μεγιστοποιήσουν το μερίδιο κονδυλίων προσφέροντας στους (οικονομικά στριμωγμένους) διαφημιζόμενους ελκυστικά «πακέτα» προβολής, τα οποία περιλαμβάνουν συνδυασμούς από τα Μέσα που εκδίδουν. Γι΄ αυτόν τον λόγο, πολλοί ειδήμονες του χώρου εκτιμούν ότι το πιθανότερο ενδεχόμενο για το 2009 είναι είτε σειρά συγχωνεύσεων μεταξύ ανταγωνιστικών δωρεάν εφημερίδων (στις πόλεις όπου κυκλοφορούν 2 και άνω τέτοιοι τίτλοι) είτε εξαγορές αυτών των φύλλων από παραδοσιακούς εκδότες. Το τελευταίο θα προσδώσει και έναν ιδιαίτερο καταληκτικό τόνο ή μία αίσθηση πλήρους κύκλου: από την υπεροψία στον ανταγωνισμό, ύστερα στην επιφυλακτική συμβίωση και, τέλος, στην ένωση.

Τα κακά αφεντικά

Τώρα που βγήκε επιστημονικά το συμπέρασμα ότι τα κακά αφεντικά βλάπτουν σοβαρά την υγεία, θα πρέπει να περιμένουμε και την εκστρατεία κατά της κακίας των αφεντικών, η οποία θα ακολουθήσει παράλληλα με την παγκόσμια καμπάνια κατά του τσιγάρου. Πρώτα θα βρουν και θα δημοσιεύσουν πόσο ακριβώς βλάπτουν την υγεία τα κακά αφεντικά, πόσο κοστίζει η βλάβη αυτή στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όλου του κόσμου, πόσο ζημιώνεται το εθνικό σύστημα υγείας και επιβαρύνονται οι προϋπολογισμοί, πόσες εργατοώρες χάνονται από πρόωρους θανάτους και πόσες ανθρωπο-απολαύσεις εξαφανίζονται από τον διαρκή πανικό και την ελλοχεύουσα κατάθλιψη. Ύστερα, όταν όλα αυτά μετρηθούν καλά καλά και αποτιμηθούν σε δολάρια, ευρώ και γιεν, θα σχεδιαστούν οι άμυνες της ανθρωπότητας εναντίον αυτής της σύγχρονης μάστιγας η οποία ευθύνεται για το ποσοστό, που θα έχει στο μεταξύ βρεθεί, θανάτων από καρδιαγγειακά, αναπηριών, τραυματισμών από απροσεξία, ψυχολογικών νοσημάτων, βίας στην οικογένεια, αντικοινωνικής συμπεριφοράς που οδηγεί σε νέα κρούσματα κ.λπ., κ.λπ. Κι αφού βγουν κι αυτά και μαθευτούν, θα αρχίσει σταδιακά να προσαρμόζεται η νομοθεσία κάθε χώρας στις συμφωνίες που θα υπογράψουν στα Ηνωμένα Έθνη οι υπουργοί Εξωτερικών όλων των χωρών. Οπότε θα πρέπει να είναι τα αφεντικά καλά και γεμάτα σεβασμό για την εργασία των υπαλλήλων και εργατών τους, να εκτιμούν και να αναγνωρίζουν τη δουλειά και την προσωπικότητά τους, να αναδεικνύουν τα ταλέντα τους και να μην καταπιέζουν τις ανθρώπινες ανάγκες τους. Αν τους έρχεται ποτέ η ακαταμάχητη όρεξη να προσβάλουν κάποιον, θα πρέπει να βγαίνουν έξω από το κτίριο κι εκεί, μέχρι να τον παρακαλέσουν στο κινητό να πάει να τους βρει, θα τους φεύγει η κακή διάθεση, ειδικά αν κάνει κρύο. Ωραία. Η επιστήμη πάντα βοηθούσε την κοινωνική πρόοδο.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

«Θέλω να γίνω διάσημος»

Η κεραμίδα μού ήρθε προχθές σε μια στιγμή αμηχανίας, από εκείνες που δεν ξέρεις τι να πεις στα πιτσιρίκια, και τα ρωτάς «τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;». «Διάσημος», μου απαντά αποφασιστικά και με μια δόση περηφάνιας για την επιλογή του ο οκτάχρονος γιος της φίλης μου. «Διάσημος; Τι εννοείς διάσημος καλό μου;». «Διάσημος», έρχεται εκ νέου η απάντηση με έναν συνδυασμό τσαντίλας και απορίας στη φωνή, σαν να προσπαθούσε να διερευνήσει αν είμαι ούφο ή αν το παίζω. «Εντάξει πουλάκι μου. Το κατάλαβα. Αλλά τι διάσημος θες να γίνεις. Διάσημος ηθοποιός, διάσημος τραγουδιστής, διάσημος ποδοσφαιριστής;» (καλά, ιδέες τού τύπου συγγραφέας ή επιστήμονας, δεν τόλμησα ούτε να τις σκεφτώ). «Ό,τι να ΄ναι», συνεχίζει ο μικρός. «Καλά, δεν σου αρέσει κάτι συγκεκριμένο;». «Δεν με νοιάζει. Εγώ να βγαίνω στην τηλεόραση θέλω. Να με καλούν στα πάνελ. Να μου ζητάνε αυτόγραφα. Να γίνεται χαμός στη σελίδα μου στο Facebook». Γυρνάω έκπληκτη και κοιτάζω τη μάνα-φίλη μου. Περιμένω να είναι κεραυνοβολημένη, αλλά τελικά εγώ έχω φάει το αστροπελέκι. Εκείνη ατάραχη καμαρώνει με το χαμόγελο στα χείλη το βλαστάρι της. «Ακούς τι λέει το παιδί σου; Στην εποχή μας τα φυσιολογικά παιδάκια θέλανε να γίνουν δάσκαλοι και γιατροί. Όσοι βαριόντουσαν το διάβασμα δήλωναν κομμώτριες και ποδοσφαιριστές. Τα ονειροπαρμένα φαντάζονταν καριέρα πιλότου ή αστροναύτη. Το παιδί σου τι θα γίνει;». «Και τι να του πω; Άντε σπούδασε να βγεις στην ανεργία ή να ψήνεσαι για 700 ευρώ, κι αν δίνονται κι αυτά μέχρι τότε; Άσε που άμα γίνει διάσημος θα τη βγάλει λάδι και στον Στρατό, θα περνάει ζάχαρη- από γκαλά σε δεξίωση...». «Ρε φιλενάδα, ακούς τι λες; Το παιδί σου έχει στόχο να γίνει διάσημος. Διάσημος είναι και ο Ρωχάμης». «Ποιος είναι αυτός; Είναι διάσημος;», πετάγεται ο μικρός. Άσε καλό μου, να μη σου απαντήσω τώρα, διότι σε βλέπω στοχοπροσηλωμένο. Και δεν είναι να σου βάζω ιδέες.

Κάνε έρωτα μετά την πολιτική!

Μα πώς το κατάλαβαν και πώς το κατέγραψαν κιόλας ότι τη βραδιά των αμερικανικών εκλογών οι νέοι που πανηγύριζαν για τον Ομπάμα το έριξαν μετά στο σεξ και σε εννιά μήνες θα υπάρξει μπέιμπι μπουμ, Ομπάμα μπέιμπι μπουμ, για την ακρίβεια; Ίσως κάνουν εκεί πέρα γκάλοπ πιο ευφάνταστα από το ποιος είναι ο καταλληλότερος για πρωθυπουργός, ίσως έκαναν ένα με θέμα: «Πώς γιορτάσατε τη νίκη του Ομπάμα;». Και η νέα γενιά απάντησε, σεξ, ανέμελο σεξ με εμπιστοσύνη στο μέλλον, αισιόδοξο σεξ, ήγουν χωρίς προφυλακτικό, γιατί εκείνο το βράδυ η χαρά μεθούσε καλύτερα από κρασί και πλημμύριζε τα σώματα η ελπίδα μαζί με την επιθυμία και ανακατευόταν με τα σωματικά υγρά. Μαγική στιγμή που η πολιτική μπορεί να παράγει τέτοιες ορμές και συναισθήματα χωρίς να είναι βίαιη, το κορμί μπορεί να παραδίνεται στην τελειότερη ελευθερία, στην ερωτική ηδονή που είναι πάντα τόσο ιδιωτική, αλλά σε ξεχωριστές περιστάσεις μετέχει στον συλλογικό θρίαμβο. Κάπως έτσι θα είχε ξεκινήσει και το άλλο μπέιμπι μπουμ, αυτό που γέννησε τους σημερινούς πενηντάρηδες στις ΗΠΑ, τα χρόνια μετά τον πόλεμο όταν η πρόοδος κάλπαζε και η αισιοδοξία γινόταν στοιχείο της καθημερινότητας, κι οι άνθρωποι πίστεψαν βαθιά ότι το μέλλον θα είναι φωτεινό. Κι εδώ που τα λέμε δεν είχαν άδικο, κατακτήθηκαν τόσα πράγματα αυτά τα πενήντα χρόνια, όσο και να γκρινιάζουμε. Μακάρι να σκεφτούν ύστερα από πενήντα χρόνια οι νέοι και καρπεροί σήμερα πολίτες του κόσμου, που αφέθηκαν από χαρά στον έρωτα εκείνη την ημέρα, πως άξιζε τον κόπο. Η καθημερινότητα και η εξουσία φθείρουν τα πάντα, αλλά οι μέλλοντες γονείς θα έχουν το παιδί να αγαπούν και να θυμίζει ότι τουλάχιστον για μια νύχτα υπήρξαν σίγουροι για την επιλογή τους.